Αυξημένο ενδιαφέρον ξένων και Ελλήνων αγοραστών για επενδύσεις σε ακίνητα – Περιορισμένη η διαθεσιμότητα και απλησίαστες οι τιμές για τη μεσαία τάξη
Έναν από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς για ξένους συνταξιούχους και άλλους επενδυτές που επιθυμούν τη μόνιμη ή ημιμόνιμη εγκατάστασή τους στον τόπο, είναι το Ρέθυμνο, με τη ζήτηση στην αγορά ακινήτων να εξακολουθεί να σημειώνει ανοδική πορεία. Παρά τις αυξημένες οικονομικές απαιτήσεις της αγοράς, την περιορισμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια αγοραστική δύναμη Ελλήνων και ξένων, καθώς και τις ελλείψεις σε διαθέσιμα ακίνητα, το ενδιαφέρον των υποψήφιων αγοραστών και επενδυτών παραμένει υψηλό. Το φυσικό κάλλος των αστικών και περιαστικών οικισμών του Ρεθύμνου, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του και την εύκολη προσβασιμότητα που μπορεί να προσφέρει η πόλη σε αγαθά και υπηρεσίες, την καθιστούν ελκυστικό προορισμό, κυρίως για συνταξιούχους. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του International Living, η Ελλάδα συνολικά αναδείχθηκε κορυφαίος προορισμός για συνταξιούχους παγκοσμίως, προσφέροντας σημαντικά χαμηλότερο κόστος διαβίωσης σε σύγκριση με τις ΗΠΑ ή με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Ο διεθνώς αναγνωρισμένος οργανισμός αξιολόγησης προορισμών για συνταξιούχους ξεχωρίζει μάλιστα την Κρήτη ως ένα από τα κορυφαία νησιά για τον σκοπό αυτόν. Όπως εξήγησε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Ανδρέας Ανδρουλιδάκης, κτηματομεσίτης στο Ρέθυμνο, οι ξένοι επενδυτές εστιάζουν στην ποιότητα ζωής αλλά και στην επενδυτική προοπτική: «Οι περισσότεροι είναι συνταξιούχοι που επιλέγουν μόνιμη ή ημιμόνιμη εγκατάσταση», σημείωσε ο κ. Ανδρουλιδάκης. Οι υποψήφιοι αγοραστές προέρχονται κυρίως από Βόρειες και Δυτικές χώρες της Ευρώπης, ενώ το διαθέσιμο μπάτζετ τους κυμαίνεται κυρίως μεταξύ 200.000 και 300.000 ευρώ. Σύμφωνα τώρα με όσα ανέφερε με τη σειρά του στα «Ρ.Ν.», ο Νίκος Κασωτάκης, επίσης κτηματομεσίτης που δραστηριοποιείται στο Ρέθυμνο: «Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε ακίνητα ακτίνας 10 χιλιομέτρων από τη θάλασσα, οι περισσότεροι με θέα τη θάλασσα, είτε σε χωριά, είτε σε εκτός σχεδίου σπίτια που αγοράζουν ή χτίζουν οι ίδιοι». Οι αγοραστές αυτοί επιδιώκουν ακίνητα υψηλής ποιότητας, με καλή μόνωση, ηλιακά πάνελ, αντλίες θερμότητας και σύγχρονα συστήματα θέρμανσης, γεγονός που ενισχύει την επενδυτική αξία τους.
Δημογραφικό προφίλ και γεωγραφική κατανομή
Η πλειονότητα των ενδιαφερόμενων ξένων αγοραστών είναι ηλικίας 45-50 ετών, με προοπτική συνταξιοδότησης τα επόμενα χρόνια, ενώ σύμφωνα με τους μεσίτες στο μεσοδιάστημα αυτό επισκέπτονται την Κρήτη για μερικούς μήνες τον χρόνο, την ώρα που κάποιοι επινοικιάζουν το ακίνητο για βραχυχρόνιες μισθώσεις, κυρίως σε φοιτητές ή εργαζόμενους, οι περισσότεροι όμως κρατούν τα νεόκτιστα για προσωπική χρήση. Το ενδιαφέρον όπως κατανέμεται γεωγραφικά επικεντρώνεται τόσο εντός πόλης όσο και στους περιαστικούς οικισμούς, σύμφωνα με όσα τονίζει ο κ. Ανδρουλιδάκης, «Αν η πόλη δεν διαθέτει ακίνητα ή διαθέτει σε υψηλές τιμές, αναγκαστικά ο υποψήφιος αγοραστής στρέφεται σε περιαστικούς οικισμούς, όπως Ατσιπόπουλο, Γάλλου και Γεράνι». Οι ξένοι αγοραστές δείχνουν προτίμηση σε μονοκατοικίες με θέα στη θάλασσα, κοντά στο κέντρο, αλλά η προσφορά είναι περιορισμένη και δύσκολα καλύπτει τις απαιτήσεις τους. Στη βόρεια ακτή της Κρήτης, η ζήτηση εστιάζει σε παλιά πετρόχτιστα σπίτια που μπορούν να ανακατασκευάσουν, ενώ στη νότια ακτή οι περιοχές Πλακιάς, Άγιος Παύλος και Σαχτούρια προτιμώνται από όσους αναζητούν περισσότερη ησυχία ή μεγαλύτερη επενδυτική δυνατότητα. Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον, η αγορά ακινήτων στο Ρέθυμνο αντιμετωπίζει βέβαια και σημαντικά προβλήματα. Οι τιμές των ακινήτων εντός πόλης έχουν ανέβει σε επίπεδα που καθιστούν απλησίαστα τα σπίτια για τη μεσαία ελληνική τάξη, όπως επεσήμανε ο κ. Κασωτάκης: «Τα διαμερίσματα στην πόλη του Ρεθύμνου πωλούνται 4.500 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και 4.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο – ποιος έχει 500.000 ευρώ για να αγοράσει διαμέρισμα στο Ρέθυμνο;» Η δυσκολία αυτή επιβαρύνει κυρίως τους ντόπιους και τους Έλληνες αγοραστές που θέλουν να εγκατασταθούν μόνιμα στην πόλη. Η έλλειψη παλαιών σπιτιών στην αγορά αποτελεί επίσης πρακτικό πρόβλημα «Τα παλιά σπίτια είναι ελάχιστα, γιατί δεν γίνονται πλέον κατασκευές», ανέφερε επίσης ο κ. Κασωτάκης. Η υψηλή ζήτηση σε συνδυασμό με τη χαμηλή προσφορά διατηρεί ή αυξάνει τις τιμές, ενώ η μεσαία τάξη δυσκολεύεται να βρει κατάλληλη κατοικία Η κινητικότητα της αγοράς παραμένει υψηλή, κυρίως μέσω επενδύσεων σε μικρά ακίνητα που μισθώνονται είτε σε φοιτητές είτε για βραχυχρόνιες μισθώσεις Όπως εξήγησε μεταξύ άλλων ο κ. Ανδρουλιδάκης, υπάρχει και ένα «κομμάτι μικροεπενδυτών που θέλουν να αγοράσουν μια γκαρσονιέρα ή ένα δυάρι για να επενδύσουν σε χαμηλό κόστος με υψηλή απόδοση».
Οι τάσεις της ξένης αγοράς
Το προφίλ των ξένων αγοραστών έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τον κ. Κασωτάκη: «Από την αγορά έχουν εκλείψει οι Άγγλοι που ήταν πολύ καλοί πελάτες και αυτοί που ενδιαφέρονται κυρίως είναι από Ολλανδία, Γερμανία, Βέλγιο, Σκανδιναβία και γενικότερα από την Κεντρική Ευρώπη». Η μεσαία τάξη των Ευρωπαίων δεν διαθέτει πλέον το ίδιο κεφάλαιο, επηρεασμένη από διεθνείς πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, όπως οι πόλεμοι και η άνοδος του κόστους ζωής. Το ενδιαφέρον των ξένων επικεντρώνεται σε παλιά σπίτια με μπάτζετ περίπου 200.000 ευρώ για έτοιμα ακίνητα και σε νεόδμητες κατοικίες για κεφάλαια έως 500.000 ευρώ, κυρίως λόγω της ποιότητας κατασκευής και των σύγχρονων ανέσεων. Ο κ. Κασωτάκης τόνισε ότι «Το κόστος κατασκευής είναι στα 2.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, οπότε αναγκαστικά τα μπάτζετ ανεβαίνουν στα νεόκτιστα και έχουμε λιγότερους αγοραστές». Παρά τις διακυμάνσεις βέβαια στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια και τις διεθνείς κρίσεις, η αγορά του Ρεθύμνου έχει εμφανίσει αξιοσημείωτη σταθερότητα, σύμφωνα με όσα σημείωσε ο κ. Ανδρουλιδάκης: «Όταν η αγορά στα χρόνια της κρίσης έπεσε σε άλλα μέρη της Ελλάδας, το Ρέθυμνο κράτησε τις τιμές του και είχε μικρή μόνο μείωση». Το γεγονός αυτό οφείλεται στο αμείωτο ενδιαφέρον των αγοραστών, το οποίο διατηρεί ή αυξάνει τις τιμές, ωστόσο, η σταθερότητα δεν σημαίνει πλήρη προσβασιμότητα για όλους, καθώς η διαφορά μεταξύ μισθών και τιμών ακινήτων δημιουργεί ένα «κενό» που δυσχεραίνει την πρόσβαση των ντόπιων στην αγορά. Η αύξηση των τιμών, παράλληλα με την έλλειψη κατάλληλων ακινήτων, οδηγεί πολλούς Έλληνες να στραφούν σε περιαστικούς οικισμούς ή σε γειτονικές περιοχές, μακριά από το κέντρο της πόλης. Το Ρέθυμνο συνεχίζει να προσελκύει ξένους επενδυτές που ενδιαφέρονται για συνδυασμό ποιότητας ζωής και επενδυτικής δυνατότητας και η ζήτηση επικεντρώνεται σε περιαστικούς οικισμούς με θέα στη θάλασσα, όπου η έλλειψη προσφοράς δημιουργεί προκλήσεις για τους ενδιαφερόμενους. Οι νεόκτιστες κατοικίες, αν και πιο ακριβές, προσφέρουν καλύτερη ποιότητα κατασκευής και μεγαλύτερη αξιοπιστία μακροπρόθεσμα. Σύμφωνα με τον κ. Ανδρουλιδάκη, «Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον είναι αμείωτο, γεγονός που κρατά ή αυξάνει τις τιμές». Ωστόσο, η αγορά καλείται να αντιμετωπίσει τη διαφορά μεταξύ μισθών και τιμών, την περιορισμένη προσφορά ακινήτων και την αυξανόμενη ζήτηση από ξένους συνταξιούχους, προκειμένου να παραμείνει βιώσιμη και προσιτή για τους ντόπιους.












