Στην Ελλάδα, η πολιτική συζήτηση για την οικονομία εξακολουθεί να κινείται μεταξύ ωραιοποίησης και καταστροφολογίας. Καμία από τις δύο αναγνώσεις, όμως, δεν αποδίδει ολόκληρη την αλήθεια. Η οικονομία δεν αξιολογείται ούτε με πανηγυρικούς τίτλους ούτε με κραυγές για έναν δυσμενή δείκτη. Αξιολογείται με βάση την κατεύθυνση, την ταχύτητα και την ποιότητα της μεταβολής της. Με αφορμή τη νέα έκδοση Key figures on Europe – 2026 edition της Eurostat και, ειδικότερα, την ενότητά της για την οικονομία και τις επιχειρήσεις, αξίζει να εξετάσουμε πού βρισκόμαστε σήμερα, αλλά και πόση απόσταση διανύσαμε κατά τη δεκαετία 2015-2025.
Η Ελλάδα του 2025 είναι αναμφίβολα ισχυρότερη από την Ελλάδα του 2015. Η ανεργία υποχώρησε από το 25% στο 8,9%. Το ονομαστικό ΑΕΠ αυξήθηκε από 175,4 δισ. ευρώ σε 248,4 δισ. ευρώ. Ακόμη και αν αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού, η ελληνική οικονομία μεγάλωσε σωρευτικά κατά περίπου 17,3%. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από το 179,6% στο 146,1% του ΑΕΠ, ενώ το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη ετήσια αποκλιμάκωση του μεταξύ των κρατών μελών. Το δημοσιονομικό έλλειμμα μετατράπηκε σε πλεόνασμα, παράλληλα με μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Οι τράπεζες εξυγιάνθηκαν και οι επενδύσεις ανέκαμψαν αισθητά από τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα της κρίσης.
Αυτά δεν είναι λογιστικά τεχνάσματα ούτε προπαγάνδα. Πρόκειται για μετρήσιμη πρόοδο, αποτέλεσμα θυσιών, μεταρρυθμίσεων και μιας δημοσιονομικής αξιοπιστίας που ανακτήθηκε δύσκολα.
Όμως η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε πολλούς τομείς. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης παραμένει ουσιαστικά στάσιμο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Βρισκόταν στο 68,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2015 και διαμορφώθηκε στο 68,4% το 2025. Η πραγματική ατομική κατανάλωση φτάνει μόλις στο 80,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η βιομηχανία αντιστοιχεί στο 15,2% της ελληνικής προστιθέμενης αξίας, έναντι 19,1% στην ΕΕ, ενώ οι κατασκευές παραμένουν καθηλωμένες στο 2,5%, λιγότερο από το μισό του ευρωπαϊκού ποσοστού. Η πρόοδος στην έρευνα δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ανάλογη αύξηση της παραγωγικότητας. Και ενώ τα ελληνικά εισοδήματα υπολείπονται σημαντικά, οι τιμές των τροφίμων βρίσκονται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τα αίτια είναι γνωστά. Πρώτα απ’ όλα, καθοριστικό ρόλο παίζει το έδαφος που χάθηκε στη δεκαετία της χρεοκοπίας, όταν άλλες χώρες, ακόμη και όσες ξεκινούσαν από χαμηλότερη βάση, επένδυαν, εξήγαγαν και αύξαναν την παραγωγικότητά τους. Σε αυτό προστίθενται τα διαχρονικά δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία ούτε η χρεοκοπία κατάφερε να εξαλείψει: η υπερβολική εξάρτηση από υπηρεσίες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας, η κατακερματισμένη επιχειρηματική διάρθρωση, που δυσχεραίνει τη μεγέθυνση, τη χρηματοδότηση, τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και τη διεθνοποίηση των επιχειρήσεων, οι καθυστερήσεις της Δικαιοσύνης και η γραφειοκρατία.
Οι λύσεις που προτείνουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι διεθνείς οργανισμοί συγκλίνουν, σε γενικές γραμμές, προς την ίδια κατεύθυνση. Ολοκλήρωση των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης με αυστηρή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους και όχι απλώς της απορρόφησης των πόρων. Ταχύτερη Δικαιοσύνη, σταθεροί κανόνες, ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού και λιγότερα εμπόδια στον ανταγωνισμό. Κίνητρα για τη μεγέθυνση, τις συνεργασίες και την εξωστρέφεια των επιχειρήσεων. Χρηματοδότηση νέων και καινοτόμων επιχειρήσεων, όχι μόνιμη επιδότηση μη παραγωγικών δραστηριοτήτων. Σύνδεση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και αποτελεσματικότερη μεταφορά της γνώσης από τα πανεπιστήμια στην παραγωγή.
Παράλληλα, η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στα δημόσια οικονομικά πρέπει να συνεχιστεί χωρίς πισωγυρίσματα. Η κοινωνική προστασία είναι αναγκαία, ιδιαίτερα απέναντι στην ακρίβεια, αλλά οι προεκλογικές υποσχέσεις επιστροφής σε παλιές συνήθειες δεν αποτελούν κοινωνική πολιτική. Η στήριξη πρέπει να είναι στοχευμένη και να χρηματοδοτείται από μόνιμα έσοδα και υψηλότερη παραγωγή.
Η ελληνική οικονομία, λοιπόν, ούτε καταρρέει ούτε συνιστά οικονομικό θαύμα. Τα τελευταία χρόνια έχει έρθει σε τροχιά σύγκλισης με την ΕΕ σε επιμέρους τομείς, όμως η απόσταση ως προς το βιοτικό επίπεδο παραμένει μεγάλη. Το έδαφος που χάθηκε στη δεκαετία της χρεοκοπίας, ενώ οι άλλες χώρες προχωρούσαν, δεν καλύπτεται με πανηγυρισμούς ή εύκολες λαϊκιστικές υποσχέσεις. Η ανάκτηση του απαιτεί αδιάκοπη προσπάθεια, συνέπεια και υψηλές ταχύτητες για πολλά ακόμη χρόνια.













