Ανάμεσά τους και ο Σουκατζίδης αλλά χωρίς δική του πρωτοβουλία
Μικρό μεν το Ρεθυμνάκι μας αλλά πόλος έλξης προσωπικοτήτων ανέκαθεν.
Βέβαια δεν παραληρούσε η τοπική κοινωνία σε όλους όπως συνέβαινε όταν ερχόταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος αλλά ποτέ κανένας επίσημος ξένος μας δεν έφυγε απογοητευμένος.
Ας επιχειρήσουμε μια πρώτη προσέγγιση της ιστορικής αυτής διαδρομής, γιατί η έρευνα ποτέ δεν τελειώνει, ανοίγοντας τον κατάλογο των υψηλών επισκεπτών μας από το 1900 μέχρι το 2000. Αργότερα θα συνεχίσουμε με όσους έχουμε παραλείψει.
Επίσκεψη Γεωργίου
Η επίσκεψη του Πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδας στο Ρέθυμνο αποτελεί μία από τις πιο πανηγυρικές και ιστορικές στιγμές της πόλης στην αυγή του 20ού αιώνα. Ως ο πρώτος Ύπατος Αρμοστής της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, πραγματοποίησε μια άκρως συμβολική τριήμερη επίσκεψη στο Ρέθυμνο τον Ιανουάριο του 1899 (λίγες μόλις εβδομάδες μετά την άφιξή του στην Κρήτη), ενώ επέστρεψε ξανά και κατά τα έτη 1900-1901.
Όταν το πλοίο που μετέφερε τον Πρίγκιπα προσέγγισε το Ρέθυμνο, η πόλη είχε φορέσει τα γιορτινά της. Χιλιάδες πολίτες από την πόλη και τα γύρω χωριά είχαν κατακλύσει την προκυμαία. Η αποβίβασή του έγινε μέσα σε θύελλα χειροκροτημάτων, κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών και ζητωκραυγές. Για τους Ρεθεμνιώτες, ο Γεώργιος δεν ήταν απλώς ένας διοικητής, αλλά το πρόσωπο που ενσάρκωνε την ελευθερία από τον οθωμανικό ζυγό και το πρώτο μεγάλο βήμα προς την Ένωση με την Ελλάδα.
Στο πλαίσιο της περιοδείας του στον νομό, ο Γεώργιος και η συνοδεία του επισκέφθηκαν την ιστορική Μονή Αρκαδίου. Η επίσκεψη εκεί είχε βαθύτατα φορτισμένο εθνικό χαρακτήρα, καθώς ο Αρμοστής απέδωσε φόρο τιμής στη θυσία των αγωνιστών του 1866, γεγονός που συγκίνησε βαθιά το ρεθεμνιώτικο κοινό.
Την ευθύνη για την ασφάλεια και την οργάνωση των εκδηλώσεων κατά την άφιξή του είχε η Ρωσική Διοίκηση, καθώς το Ρέθυμνο αποτελούσε τον «ρωσικό τομέα» ευθύνης των Μεγάλων Δυνάμεων στο νησί.
Αλέξανδρος Ζαΐμης
Η επίσκεψη του Αλέξανδρου Ζαΐμη στο Ρέθυμνο έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία, καθώς διέφερε ριζικά σε ύφος και σκοπό από εκείνη του προκατόχου του, Πρίγκιπα Γεωργίου.
Ο Ζαΐμης, ένας έμπειρος, μετριοπαθής και χαμηλών τόνων πολιτικός, ανέλαβε Ύπατος Αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας τον Σεπτέμβριο του 1906, αμέσως μετά την παραίτηση του Πρίγκιπα και την έντονη πολιτική κρίση που είχε προκαλέσει η Επανάσταση του Θερίσου.
Οι επίσημες εμφανίσεις του στο Ρέθυμνο πραγματοποιήθηκαν το 1907 και το 1908, με σκοπό να εμπεδώσει το αίσθημα της πολιτικής ομαλότητας και να επιβλέψει την αναδιοργάνωση του κράτους.
Στις 3 Οκτωβρίου 1907, ακριβώς στις 11:30 το πρωί, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης αποβιβάστηκε επίσημα στο Ρέθυμνο. Σε αντίθεση με τις λαοθάλασσες και τον ενθουσιασμό της εποχής του Πρίγκιπα, η υποδοχή του Ζαΐμη είχε έναν πιο θεσμικό και πειθαρχημένο χαρακτήρα. Με την άφιξή του, πραγματοποίησε επίσημη επιθεώρηση του τιμητικού αγήματος στην προκυμαία της πόλης, στέλνοντας το μήνυμα ότι η Κρήτη περνούσε πλέον σε μια φάση ευνομίας, οργάνωσης και σοβαρής δημόσιας διοίκησης.
Κατά τις επαφές του με τους τοπικούς φορείς, τους δικαστικούς και τους προκρίτους του Ρεθύμνου, ο Ζαΐμης εστίασε σε πρακτικά ζητήματα που ταλαιπωρούσαν την περιοχή:
– Την αναδιοργάνωση της δημόσιας υγείας και της παιδείας.
– Την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς, καθώς το Ρέθυμνο είχε βιώσει έντονα τις διχαστικές συνέπειες ανάμεσα σε «πριγκιπικούς» και «βενιζελικούς».
Λόγω του κατευναστικού του χαρακτήρα, κατάφερε να κερδίσει τον σεβασμό και των δύο πλευρών.
Η αρμοστεία του Ζαΐμη έληξε ουσιαστικά λίγες ημέρες μετά την τελευταία του επίσκεψη στο Ρέθυμνο, τον Οκτώβριο του 1908, όταν οι Κρήτες εκμεταλλεύτηκαν τις διεθνείς συγκυρίες, κήρυξαν μονομερώς την Ένωση με την Ελλάδα και το αξίωμα του Ύπατου Αρμοστή καταργήθηκε. Ο ίδιος πληροφορήθηκε τις εξελίξεις ενώ έκανε τις διακοπές του στην Αίγινα.
Ιστορικές επισκέψεις αρχαιολόγων
Από τους σημαντικούς ξένους αρχαιολόγους που μας επισκέφθηκαν ο Ιταλός Giuseppe Gerola.
Ο Γκερόλα που θεωρείται μια από τις εμβληματικότερες μορφές για την ιστορία της πόλης επισκέφθηκε το Ρέθυμνο στις αρχές του 20ού αιώνα (1900-1902), σταλμένος από το Ινστιτούτο Επιστημών της Βενετίας.
Φωτογράφισε, σχεδίασε και κατέγραψε με απόλυτη λεπτομέρεια όλα τα ενετικά μνημεία της πόλης του Ρεθύμνου (τη Φορτέτζα, την Κρήνη Ριμόντι, τις πύλες, τα οικόσημα και τα αρχοντικά).
Το μνημειώδες τετράτομο έργο του αποτελεί μέχρι σήμερα τον απόλυτο οδηγό για την αποκατάσταση της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου.
Φεντερίκο Χάλμπχερ
Στο Ρέθυμνο όμως βρέθηκε και ο «πατέρας» της ιταλικής αρχαιολογίας Φεντερίκο Χάλμπχερ στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ήταν από τους πρώτους – αλλού αναφέρεται ως ο πρώτος -, που πραγματοποίησαν ανασκαφικές έρευνες στο Ιδαίον Άντρον στον Ψηλορείτη (το 1884), το ιερό σπήλαιο όπου σύμφωνα με τη μυθολογία ανατράφηκε ο Δίας. Επίσης, περιηγήθηκε και κατέγραψε επιγραφές και αρχαιότητες στην Αρχαία Ελεύθερνα και στην Αξό.
Επισκέφθηκε την περιοχή του Ρεθύμνου, μελετώντας τη γεωγραφία του νησιού και αναζητώντας σφραγιδόλιθους και ίχνη μινωικών δρόμων που συνέδεαν την κεντρική με τη δυτική Κρήτη.
Η σκαπάνη του έφερε στο φως ανεκτίμητους θησαυρούς που επιβεβαίωσαν την τεράστια λατρευτική αξία του χώρου κατά την αρχαιότητα. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν οι περίφημες χάλκινες ασπίδες του 7ου και 8ου αιώνα π.Χ. με ανάγλυφες παραστάσεις, οι οποίες σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Ως κορυφαίος επιγραφολόγος, ο Χάλμπχερ επισκέφθηκε και την αρχαία Ελεύθερνα στα τέλη του 19ου αιώνα.
Μελέτησε, αντέγραψε και διέσωσε σημαντικές αρχαίες επιγραφές που ήταν διάσπαρτες στους λόφους της περιοχής (κυρίως στο Πυργί και στο Νησί). Οι δημοσιεύσεις του βοήθησαν τη διεθνή επιστημονική κοινότητα να κατανοήσει τη διοικητική δομή, τη γλώσσα και την ιστορία αυτής της σπουδαίας δωρικής πόλης-κράτους.
Λάτρης της Κρήτης
Λάτρης της Κρήτης ήταν ο Βρετανός αρχαιολόγος Τζον Πέντλμπερι.
Πριν από τον πόλεμο, γύρισε ολόκληρο τον νομό Ρεθύμνου με τα πόδια, καταγράφοντας κάθε πιθανή αρχαιολογική θέση για το κλασικό του βιβλίο «Η Αρχαιολογία της Κρήτης».
Ο Πέντλμπερι έστησε τον μηχανισμό και το δίκτυο της Αντίστασης προληπτικά, μήνες πριν εισβάλουν οι Γερμανοί.
Η δράση του συνοψίζεται στα εξής σημεία:
Από το 1940, η βρετανική μυστική υπηρεσία SOE (Special Operations Executive) έστειλε τον Πέντλμπερι στην Κρήτη με τον βαθμό του Λοχαγού (ως στρατιωτικό ακόλουθο του βρετανικού προξενείου). Η αποστολή του ήταν μυστική:
– Γύριζε τα χωριά (και το Αμάρι) δημιουργώντας κρυφές αποθήκες με πυρομαχικά και ασυρμάτους στα βουνά.
– Ήρθε σε επαφή με καπετάνιους και έμπιστους Κρητικούς, δημιουργώντας έναν κατάλογο ανθρώπων που θα μπορούσαν να πολεμήσουν ως αντάρτες αν έπεφτε το νησί.
– Κατέγραψε περάσματα και μονοπάτια ιδανικά για κλεφτοπόλεμο.
Όταν ξεκίνησε η γερμανική εισβολή (20 Μαΐου 1941), ο Πέντλμπερι προσπάθησε να θέσει αυτό το δίκτυο σε λειτουργία. Ηγήθηκε ομάδων Κρητικών αμάχων και χωροφυλάκων στην περιοχή του Ηρακλείου, προσπαθώντας να αποκρούσει τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Τραυματίστηκε στο στήθος, μεταφέρθηκε σε ένα σπίτι για τις πρώτες βοήθειες, αλλά το σημείο καταλήφθηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι τον έβγαλαν έξω και τον εκτέλεσαν επί τόπου.
Για κάποιους θεωρείται ο «πατέρας» της Κρητικής Αντίστασης αν και ο ίδιος δεν πρόλαβε να βγει στα βουνά ως αντάρτης, επειδή το δίκτυο, οι χάρτες, οι κρυμμένοι ασύρματοι και οι άνθρωποι που ο ίδιος είχε οργανώσει και επιλέξει, αποτέλεσαν τη μαγιά για να ξεκινήσει η Κρητική Αντίσταση αμέσως μετά την αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων. Οι Βρετανοί σύνδεσμοι που έφτασαν κρυφά στο νησί αργότερα (όπως ο Πάτρικ Λη Φέρμορ), πάτησαν πάνω στα δικά του βήματα.
Κάθετα αντίθετος ο δρ Γιώργος Καλογεράκης καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων τονίζει ότι η Κρητική Αντίσταση ήταν υπόθεση του Κρητικού λαού και κανενός άλλου. Ιδιαίτερα ξένου που εξυπηρετούσε πολιτικά συμφέροντα.
Επισκέψεις Σπύρου Μαρινάτου
Ο Σπυρίδων Μαρινάτος μία από τις πιο πληθωρικές, ηγετικές και ταυτόχρονα αντιφατικές προσωπικότητες της ελληνικής αρχαιολογίας του 20ού αιώνα άφησε έντονο το αποτύπωμά του στο Ρέθυμνο.

Ο Μαρινάτος έφτασε στην Κρήτη το 1925 σε ηλικία μόλις 24 ετών, όταν διορίστηκε Έφορος Αρχαιοτήτων του νησιού. Το 1929 διαδέχθηκε τον σπουδαίο Στέφανο Ξανθουδίδη στη διεύθυνση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου.
Κατά τη διάρκεια αυτής της μεσοπολεμικής περιόδου, όργωνε κυριολεκτικά όλη την Κρήτη – από το Ρέθυμνο μέχρι τη Σητεία – για να σώσει αρχαιότητες από τη λαθρανασκαφή, να καταγράψει τυχαία ευρήματα χωρικών και να οργανώσει τις πρώτες κρατικές προστασίες βενετσιάνικων και οθωμανικών μνημείων.
Το 1927 αποκάλυψε είσοδο προϊστορικού σπηλαίου κοντά στο χωριό Ελένες Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου, το οποίο έγινε γνωστό ως τρύπα του Μαργελέ. Το βάθος του είναι ανεξερεύνητο ακόμα.
Το 1932, επισκεπτόμενος το Παγκαλοχώρι πραγματοποίησε ανασκαφή στην περιοχή, καθώς είχαν εντοπιστεί τυχαία αρχαιότητες από κατοίκους. Έφερε στο φως Υστερομινωικούς τάφους (περίπου του 1400-1200 π.Χ.) με σημαντικά κτερίσματα, κυρίως πήλινα αγγεία και σκεύη της εποχής.
Η ανασκαφή αυτή απέδειξε ότι η παραθαλάσσια και ημιορεινή ζώνη του Ρεθύμνου δεν ήταν απομονωμένη, αλλά διέθετε ακμάζοντες μινωικούς οικισμούς που επικοινωνούσαν με τα μεγάλα κέντρα της κεντρικής Κρήτης (όπως η Κνωσός και η Φαιστός).
Το 1934 έφερε στο φως μεγάλο οίκημα του τέλους της Μεσομινωικής περιόδου στην περιοχή του Αποδούλου.
Η Κάθοδος Μεταξά
Από τις ιστορικές επισκέψεις ήταν και του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά που δεν μας επισκέφθηκε βέβαια από εκτίμηση. Ήξερε καλά τις διαθέσεις και τις θέσεις των Ρεθυμνιωτών απέναντί του. Όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι συνόδευε τον Γεώργιο τον Β’ στο νησί είχε ως κύριο στόχο την προβολή του «δυαδικού» σχήματος της εξουσίας. Το καθεστώς προσπαθούσε να δείξει ότι βασιλιάς και κυβέρνηση πορεύονταν ενωμένοι.
Γνωστή η δυσκολία που αντιμετώπιζε το καθεστώς στην Κρήτη, έναν τόπο με βαθιές βενιζελικές, δημοκρατικές και αντιμοναρχικές καταβολές. Η περιοδεία (που πέρασε από το Ρέθυμνο τον Μάρτιο του 1937) σχεδιάστηκε ακριβώς για να καμφθούν αυτές οι αντιστάσεις και να έρθει το καθεστώς σε επαφή με τον τοπικό πληθυσμό.
Ο Μεταξάς χρησιμοποιούσε τις ομιλίες του στην Κρήτη για να περάσει τα μηνύματα του καθεστώτος. Στις δημόσιες εμφανίσεις του επέμενε ιδιαίτερα στην ανάγκη για εθνική πειθαρχία, πίστη στον βασιλιά και στήριξη της 4ης Αυγούστου.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης
Ο κορυφαίος αντιστασιακός βρέθηκε στο Ρέθυμνο τον Ιούνιο του 1936 σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ζωής του.
Ο λόγος της παρουσίας του δεν ήταν εθελοντικός, αλλά πολιτική δίωξη και μεταγωγή προς την εξορία.
Ως κορυφαίος κομμουνιστής συνδικαλιστής και πρόεδρος των Εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου, η δράση του οποίου είχε μπει στο στόχαστρο των αρχών ασφαλείας ήδη πριν από την επίσημη κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά.
Τον Ιούνιο του 1936, ο Σουκατζίδης συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Μεταγωγών Ρεθύμνου. Το Ρέθυμνο αποτελούσε ενδιάμεσο σταθμό κράτησης για τους πολιτικούς κρατούμενους και τους διωκόμενους αριστερούς της Κρήτης πριν αυτοί σταλούν σε απομονωμένα νησιά-τόπους εξορίας.
Από εκείνη ακριβώς την περίοδο (Ιούνιος 1936) διασώζεται μια εμβληματική και ιστορική φωτογραφία. Δείχνει τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη στο μέσον μιας ομάδας συντρόφων του, στον δρόμο, έξω από το Τμήμα Μεταγωγών Ρεθύμνου, δεμένο με χειροπέδες, λίγο πριν την επιβίβασή του για το νησί της εξορίας του (αρχικά στον Άγιο Ευστράτιο).
Από εκείνη τη σύλληψη και τη μεταγωγή του μέσω Ρεθύμνου, ο Σουκατζίδης δεν αφέθηκε ποτέ ελεύθερος. Μεταφερόταν από φυλακή σε φυλακή και από εξορία σε εξορία (Άγιος Ευστράτιος, Ανάφη, Ακροναυπλία), μέχρι που το ελληνικό κράτος τον παρέδωσε στους Γερμανούς κατακτητές, καταλήγοντας στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου και, τελικά, στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Η ιστορική φωτογραφία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη με τις χειροπέδες έξω από το Τμήμα Μεταγωγών Ρεθύμνου (Ιούνιος 1936) διασώθηκε, εντοπίστηκε και ήρθε στο φως της δημοσιότητας χάρη στην προσωπική συλλογή και το αρχείο της αρραβωνιαστικιάς του, Χαράς Λιουδάκη (αργότερα Λιουδάκη – Κυπραίου).
Το χρονικό της διάσωσης και της διαδρομής της φωτογραφίας περιλαμβάνει συγκεκριμένα στάδια:
Η Χαρά Λιουδάκη, σύντροφος και αρραβωνιαστικιά του Σουκατζίδη, κράτησε ως «ιερό κειμήλιο» οτιδήποτε είχε σχέση με τον Ναπολέοντα μετά την εκτέλεσή του την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή. Στο προσωπικό της αρχείο υπήρχαν γράμματα, σημειώματα, προσωπικά αντικείμενα και σπάνιες φωτογραφίες, ανάμεσα στις οποίες και το συγκεκριμένο στιγμιότυπο από το Ρέθυμνο.
Το πολύτιμο αυτό υλικό διατηρήθηκε από την οικογένειά της (την κόρη της Μαρία Κυπραίου και τον γαμπρό της Μανώλη Βασιλάκη). Στη συνέχεια, η φωτογραφία από το Ρέθυμνο – μαζί με άλλα τεκμήρια – συνεισφέρθηκε επίσημα από την οικογένεια στο Ιστορικό Αρχείο του ΚΚΕ, όπου και φυλάσσεται πλέον ψηφιοποιημένη και προσβάσιμη για τους ιστορικούς ερευνητές.
Η φωτογραφία έγινε ευρέως γνωστή μέσα από ιστορικές εκδόσεις, επετειακά αφιερώματα, εκθέσεις ντοκουμέντων και την έκδοση του βιβλίου της ίδιας της Χαράς Λιουδάκη – Κυπραίου με τίτλο «Ο Ναπολέων μού έγραφε…».
Χάρη σε αυτή τη συγκλονιστική οικογενειακή και συλλογική προσπάθεια, η στιγμή που ο αλύγιστος συνδικαλιστής οδηγείται σιδηροδέσμιος στην εξορία, περνώντας από το Ρέθυμνο, έμεινε για πάντα αποτυπωμένη στην ιστορική μνήμη.

Η επίσκεψη Μακαρίου
Από τις πλέον ιστορικές ήταν η επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου τον Νοέμβριο του 1966, με αφορμή τους επίσημους εορτασμούς για την εκατονταετηρίδα της Αρκαδικής Εθελοθυσίας (1866-1966). Είχε προηγηθεί ακόμη μία επίσκεψή του το 1955). Χιλιάδες Ρεθεμνιώτες επιφύλαξαν ενθουσιώδη και θερμή υποδοχή στον Μακάριο κατά την άφιξή του στην πόλη.
Πραγματοποιήθηκε επίσημη κατάθεση στεφάνων στο άγαλμα του Αγνώστου Στρατιώτη, ενώ ακολούθησε μεγαλειώδης παρέλαση μαθητών, παραδοσιακών συλλόγων και στρατιωτικών τμημάτων.
Κατά την ομιλία του στο ιστορικό μοναστήρι, ο Μακάριος τόνισε τους ισχυρούς δεσμούς Κρήτης και Κύπρου.

Χαρακτηριστικά είχε αναφέρει: «Εις τον βωμόν του Αρκαδίου προσέρχεται σήμερον και η μαχομένη Κύπρος καταθέτουσα ευλαβώς και τον ιδικόν της φόρον τιμής, προσέρχεται για να αντλήση έμπνευσιν και δύναμιν, πίστην και φως από τη φλόγα του ολοκαυτώματος δια την συνέχισιν του αγώνος της…».
Η σημασία της επίσκεψης αποτυπώνεται και στα επίσημα αναμνηστικά δώρα της εποχής. Στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στη Λευκωσία φυλάσσεται ειδικό δώρο-κειμήλιο που προσφέρθηκε στον Αρχιεπίσκοπο κατά την παραμονή του στο Ρέθυμνο στις 8/11/1955 (σημείωση: Ο Μακάριος είχε επισκεφθεί την Κρήτη και το 1955, προτού ανακηρυχθεί η ανεξαρτησία της Κύπρου, ενισχύοντας το κλίμα για τον αγώνα της Ένωσης).
Το αφιέρωμά μας συνεχίζεται.












