Η συζήτηση για τις επενδύσεις στην Ελλάδα έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια σχεδόν πανηγυρικό χαρακτήρα. Ως έναν βαθμό, όχι άδικα. Μετά από μια δεκαετία αποεπένδυσης, δημοσιονομικής ασφυξίας και παραγωγικής στασιμότητας, η ανάκαμψη τους ήταν κεντρική προϋπόθεση για να σταθεί ξανά η οικονομία στα πόδια της. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν επενδύουμε περισσότερο. Είναι αν επενδύουμε με τρόπο που αλλάζει πραγματικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Στο κυβερνητικό πρόγραμμα για την περίοδο 2023-2027, ο στόχος που είχε διατυπωθεί ήταν η αύξηση των επενδύσεων κατά 70% έως το 2027, μαζί με την ενίσχυση της εξωστρέφειας και των εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής τεχνολογίας. Από ποσοτική άποψη, η πρόοδος είναι αναμφισβήτητη. Η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω την πλήρη επενδυτική ακινησία.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το επενδυτικό κενό της χώρας μειώθηκε σημαντικά, καθώς ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ αυξήθηκε από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Οι καθαρές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων κατέγραψαν, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ισχυρή άνοδο το 2025, φτάνοντας τα 11,4 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 62,2% σε σχέση με το 2024. Αυτό είναι σημαντικό και δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η αύξηση των επενδύσεων ως μέγεθος και άλλο η μεταβολή της παραγωγικής βάσης. Αν ο στόχος ήταν απλώς να αυξηθεί το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ, τότε η χώρα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση. Αν όμως ο στόχος ήταν να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο, τότε η εικόνα κάθε άλλο παρά θριαμβευτική είναι.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι το ύψος των επενδύσεων, αλλά η κατεύθυνσή τους. Το 2023, πάνω από το 40% των άμεσων ξένων επενδύσεων συνδέθηκε με τον κλάδο των ακινήτων. Έτσι, η μετατόπιση των επενδυτικών ροών προς τη μεταποίηση, την τεχνολογία και την καινοτομία παραμένει περιορισμένη. Την ίδια ώρα, η γειτονική Βουλγαρία καταγράφει υψηλότερη αναλογία επενδύσεων προς ΑΕΠ, με 20,1% έναντι 16,9% της Ελλάδας, ενώ στο απόθεμα των άμεσων ξένων επενδύσεων κυριαρχούν παραγωγικοί και τεχνολογικοί κλάδοι, όπως η βιομηχανία, η πληροφορική και οι επικοινωνίες.
Η εικόνα αυτή αντανακλά τη δομή της ελληνικής οικονομίας, όπου κυριαρχούν οι υπηρεσίες και ο τουρισμός. Η Ελλάδα ορθώς αξιοποιεί ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα. Ο τουρισμός φέρνει εισόδημα, θέσεις εργασίας και περιφερειακή ανάπτυξη. Το 2025 οι καθαρές ταξιδιωτικές εισπράξεις κάλυψαν σχεδόν το 60% του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών και αντιστοιχούσαν στο 89% των καθαρών εισπράξεων από υπηρεσίες. Τα μεγέθη αυτά αναδεικνύουν τη δύναμη του τουρισμού, αλλά και την υπερβολική εξάρτηση της χώρας από έναν τομέα που, μαζί με τα οφέλη, δημιουργεί και σημαντικές πιέσεις, όπως περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, πληθωριστικές πιέσεις και στεγαστική κρίση.
Το πρόβλημα δεν είναι ο τουρισμός ή η αγορά ακινήτων. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η αύξηση των επενδύσεων δεν συνοδεύεται από ουσιαστική στροφή προς εξαγώγιμους, τεχνολογικούς κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε ιδιωτικές επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, σε καινοτομία και σε άυλα στοιχεία, γεγονός που περιορίζει την παραγωγικότητα, ενώ η οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από κλάδους χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Αφού η ίδια η κυβερνητική στόχευση μιλά για εξωστρέφεια, εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας, καινοτομία και μεταποίηση, το ουσιαστικό κριτήριο επιτυχίας δεν είναι απλώς η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο επενδύσεων. Είναι το αν αυτές οι επενδύσεις δημιουργούν μια οικονομία λιγότερο ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ, λιγότερο εξαρτημένη από την εποχικότητα του τουρισμού και λιγότερο παγιδευμένη στην υπεραξία της γης.
Την ίδια ώρα, έχουμε μια αντιπολίτευση που, αντί να ασκεί κριτική και να πιέζει την κυβέρνηση για περισσότερες και καλύτερες επενδύσεις, μοιάζει να συμμετέχει σε έναν διαγωνισμό για το ποιος θα διώξει τις περισσότερες επενδύσεις μέσω υψηλότερης φορολογίας.
Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και τις εξαγωγικές δυνατότητες, φέρνοντας τεχνογνωσία και σταθερές θέσεις εργασίας, όχι απλώς αγορές γης, κατοικιών και τουριστικών μονάδων. Εκεί θα κριθεί αν η επενδυτική ανάκαμψη θα μετουσιωθεί σε πραγματικό παραγωγικό μετασχηματισμό ή αν θα μείνει μια ακόμη χαμένη ευκαιρία πίσω από εντυπωσιακούς αριθμούς.
* Ο Γεώργιος Νάστος είναι πολιτικός επιστήμονας











