Πολλές χώρες, ακόμη και η διαφωνούσα Ισπανία έσπευσαν ως όφειλαν να στείλουν και τη δική τους παρουσία στην Κύπρο, μετά το χτύπημα κατά της βρετανικής βάσης στο νησί. Μετά την έναρξη που ξεκίνησε ως όφειλε από την Ελλάδα! Έλαμψε δια της απουσίας της η λαλίστατη κατά τα άλλα Γερμανία, η οποία τελικά έστειλε μια φρεγάτα, φοβούμενη μήπως τυχόν και κακοκάρδιζε την Τουρκία. Η Γερμανία προς την εφαρμογή πολιτικής εκτός συμφέροντος Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χαρακτηριστικό επεισόδιο είναι το γερμανικό αίτημα άμεσης εφαρμογής της Συμφωνίας MERCOSUR Μήπως είναι καιρός να ξαναδούμε την συμφωνία αυτή από πιο κοντά; Ας δούμε τα τελευταία δρώμενα!
Η δεξαμενή σκέψης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δημοσίευσε πρόσφατα ανακοίνωση σχετικά με το Δικαστικό έλεγχο διεθνών συμφωνιών από το Δικαστήριο της ΕΕ.1 Πρόκειται για μια ενέργεια η οποία τοποθετεί το θέμα από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε δικαστική διερεύνηση
Το πρόβλημα είναι ότι πλειάδα κρατών μελών έχουν εκφράσει αρνητική προσέγγιση στη συμφωνία αυτή, κυρίως λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που θα αντιμετωπίσουν αρκετοί κλάδοι του γεωργικού και κτηνοτροφικού τομέα. Μεταξύ άλλων η επικινδυνότητα αφορά τη χρήση απαγορευμένων μεθόδων και ενδιάμεσων πρώτων υλών παραγωγής που αυξάνουν σημαντικά τους κινδύνους και τις επιπτώσεις της υγείας των Ευρωπαίων καταναλωτών.
Με αφορμή λοιπόν τη δημοσίευση αυτή είναι δυνατόν να φτάσουμε σε σωστότερα αποτελέσματα για τη συμφωνία ΕΕ-MERCOSUR, τη γερμανική στάση και τη δικαστική διέξοδο που αποζήτησαν οι ευρωβουλευτές.
Η δημοσίευση δεν αφορά αποκλειστικά τη MERCOSUR, αλλά αποκτά άμεση πολιτική σημασία επειδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει από το Δικαστήριο της ΕΕ να εξετάσει αν οι συμφωνίες ΕΕ-MERCOSUR είναι συμβατές με τις Συνθήκες. Ο δικαστικός έλεγχος τέτοιων διεθνών συμφωνιών μπορεί να ασκηθεί με τρεις οδούς:
• Αίτηση γνωμοδότησης πριν από την οριστική σύναψη.
• Προσφυγή ακύρωσης κατά απόφασης του Συμβουλίου και
• Προδικαστικό ερώτημα από εθνικό δικαστήριο.
Εξηγεί επίσης ότι η προσωρινή εφαρμογή μπορεί να αποφασισθεί πριν από την τελική κύρωση, κάτι που είναι κομβικό σημείο στην υπόθεση MERCOSUR.
Η βασικότερη κριτική αφορά τον κίνδυνο άνισου ανταγωνισμού εις βάρος των Ευρωπαίων αγροτών και κτηνοτρόφων. Το πρακτορείο Reuters, η έγκριτη γαλλική Le Monde και άλλα ευρωπαϊκά μέσα περιγράφουν επανειλημμένα τον φόβο ότι η συμφωνία θα αυξήσει τις εισαγωγές φθηνότερων προϊόντων από τη Νότια Αμερική, ιδίως βοείου κρέατος και άλλων ευαίσθητων αγροτικών προϊόντων, τα οποία παράγονται με χαμηλότερο κόστος και υπό διαφορετικούς κανόνες. Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε υποστηρίξει ειδικό κανονισμό διασφαλίσεων για «ευαίσθητα» προϊόντα, ακριβώς επειδή αναγνώριζε τον κίνδυνο ζημίας για τους παραγωγούς της ΕΕ.
Η δεύτερη κριτική συνδέεται με τα πρότυπα υγείας, ασφάλειας τροφίμων και χρήσης ουσιών που είναι απαγορευμένες στην ΕΕ. Στον δημόσιο διάλογο το σημείο αυτό εμφανίζεται ως το πιο πολιτικά εκρηκτικό.
Η τρίτη κριτική αφορά τις περιβαλλοντικές και κλιματικές συνέπειες. Οι επικριτές της συμφωνίας φοβούνται ενίσχυση της αποψίλωσης, ιδίως στον Αμαζόνιο, αύξηση των εκπομπών από τη διεύρυνση του διατλαντικού εμπορίου και περαιτέρω πίεση προς ένα αγροτικό μοντέλο χαμηλότερων περιβαλλοντικών απαιτήσεων. Στον ευρωπαϊκό τύπο αυτό το επιχείρημα δεν προβάλλεται μόνο από περιβαλλοντικές οργανώσεις αλλά και ως στοιχείο ευρύτερης αντίφασης: η ΕΕ επιβάλλει αυστηρούς κανόνες στους δικούς της παραγωγούς, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει την αγορά της σε προϊόντα που θεωρούνται παραγμένα υπό πιο χαλαρές συνθήκες.
Τέλος, η τέταρτη κριτική (περισσότερο θεσμική), δείχνει ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο επιχείρησαν να εφαρμόσουν πολιτικά τη συμφωνία ταχύτερα από την κοινοβουλευτική και δικαστική επεξεργασία της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε στις 21 Ιανουαρίου 2026 να ζητήσει γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για τη συμβατότητα της συμφωνίας με τις Συνθήκες. Παρά ταύτα, η προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας προωθήθηκε χωρίς να αναμένεται το τελικό «ναι» του Κοινοβουλίου, γεγονός που παρουσιάστηκε ως πρόβλημα δημοκρατικής νομιμοποίησης και θεσμικής ισορροπίας.
Σημειώνουμε ότι η δικαστική διερεύνηση που επιζητεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει πραγματική ισχύ αν η αίτηση γνωμοδότησης βάσει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ: οδηγήσει το Δικαστήριο να δώσει αρνητική γνώμη. Στην περίπτωση αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ παρά μόνο αν τροποποιηθεί.
Η Γερμανία, ως κράτος μέλος ιεραρχεί διαφορετικά τα συμφέροντά της από τον προβληματισμό που δημιουργεί η συμφωνία της MERCOSUR. Η γερμανική οικονομία έχει πολύ ισχυρότερη εξαγωγική βιομηχανική βάση από ό,τι αγροτική. Έτσι, το ρεπορτάζ αναφέρει ότι η γεωργία στη Γερμανία αντιστοιχούσε μόλις στο 0,8% του ΑΕΠ το 2024, και έτσι οι προειδοποιήσεις των αγροτικών οργανώσεων είχαν μικρότερη πολιτική απήχηση. Με απλά λόγια: στο Βερολίνο το πολιτικό και οικονομικό βάρος της αυτοκινητοβιομηχανίας, της μηχανολογίας και της χημικής βιομηχανίας είναι πολύ μεγαλύτερο από το βάρος της γεωργίας.
Η γερμανική θέση, επομένως, εδράζεται σε μια γεωοικονομική λογική: Η Συμφωνία MERCOSUR νοείται στο Βερολίνο ως συμφωνία ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας για τη βιομηχανική Ευρώπη. Αυτό όμως σημαίνει ότι το κόστος για αγροτικές περιφέρειες άλλων κρατών-μελών θεωρείται δευτερεύον σε σχέση με τα οφέλη για τις γερμανικές εξαγωγές.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν είναι συμβολική. Μπορεί να καθυστερήσει αποφασιστικά την τελική κύρωση, να εξαναγκάσει θεσμική επανεξέταση της νομικής βάσης και της διάσπασης της συμφωνίας σε επιμέρους νομικά εργαλεία, και στην ακραία περίπτωση να οδηγήσει σε ανάγκη αναδιαπραγμάτευσης. Καιρός είναι οι υπέρμαχοι της εφαρμογής να δουν ξεκάθαρα το ευρωπαϊκό καλό από τη συμφωνία αυτή, και όχι μόνο τα κρατικά τους συμφέροντα.
1 https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/BRIE/2026/785660/EPRS_BRI(2026)785660_EN.pdf








