Το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου το οποίο διεξάγεται μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια και διαρκεί περίπου ένα μήνα μέσα στο καλοκαίρι αποτελούσε ανέκαθεν, εκτός από το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό γεγονός στον πλανήτη, ένα συναπάντημα λαών, πολιτισμών, κουλτουρών και ανθρώπων από διαφορετικά μέρη της γης, οι οποίοι δεν θα είχαν την ευκαιρία να συνυπάρξουν στο ίδιο μέρος, ενδεχομένως υπό κανένα άλλο πρίσμα και καμία άλλη αφορμή. Μία γιορτή, όπου οι διαφορές έμοιαζαν να υποχωρούν μπροστά στην κοινή γλώσσα του ποδοσφαίρου και μία υπόσχεση ότι έστω και για λίγο όλοι μπορούσαν να αισθανθούν μέρος της ίδιας παγκόσμιας εμπειρίας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το Μουντιάλ αποτελούσε ακόμα και σε «σκοτεινές», άκρως συντηρητικές και απομακρυσμένες από τη λογική, την πραγματική ελευθερία και την αναγνώριση των ανθρώπινων δικαιωμάτων εποχές του παρελθόντος, μία εκδήλωση με πρόσχημα τον αθλητισμό και με αντιρατσιστικό και αλληλέγγυο χαρακτήρα. Εξάλλου μπορεί κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού να ακούγονται πολλά και ενίοτε «βαριά» (όχι αυστηρά ελληνικό φαινόμενο άλλωστε), αλλά στο τέλος αυτού και ενδεχομένως και λίγο αργότερα, όταν έχουν κατευνάσει τα πνεύματα, η χαρά του νικητή και η απογοήτευση του ηττημένου συναντώνται στο σημείο της αναγνώρισης, ότι μία μικρή λεπτομέρεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα, αλλά και το ότι ο αθλητισμός αποτελεί πηγή παραγωγής και εκδήλωσης έντονων συναισθημάτων και συγκινήσεων. Το φετινό παγκόσμιο κύπελλο που ξεκινάει σήμερα Πέμπτη κυρίως στα γήπεδα των Η.Π.Α., αλλά και σε αυτά του Μεξικού και του Καναδά, εκτός του ότι διεξάγεται σε έναν τόπο, χωρίς την παραμικρή σύνδεση με τον «βασιλιά των σπορ» σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική, έχει ήδη δημιουργήσει αντιφάσεις που δύσκολα αγνοούνται.
Από τη μία έχουμε μία αποκαλούμενη από τους διοργανωτές «γιορτή», παγκόσμιου χαρακτήρα και με τη συμμετοχή 48 χωρών από έξι ηπείρους και από την άλλη, πριν ακόμα από την επίσημη έναρξη της διοργάνωσης, η πρόσβαση σε αυτή γίνεται με όρους διάκρισης, πολιτικών αποφάσεων και γεωπολιτικών ταυτοτήτων. Πίσω από ένα παγκόσμιο κύπελλο, «λαμπερό», εκτενώς διαφημισμένο και στο επίκεντρο του παγκόσμιου αθλητικού και όχι μόνο κόσμου, για τους εκατομμύρια φιλάθλους στη γη, η παρουσία τους στη «γιορτή» εξαρτάται από το τι αναγράφεται στο διαβατήριό τους, που εκδόθηκε η βίζα τους και αν προέρχονται από τόπους φιλικά διακείμενους στη χώρα φιλοξενίας – διοργάνωσης και συνεπώς στην κυβέρνησή της. Ενδεικτικά, λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την επίσημη σέντρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οι ΗΠΑ αρνήθηκαν την είσοδο κορυφαίου Σομαλού διαιτητή στη χώρα, επικαλούμενες συμμόρφωση με την εθνική μεταναστευτική πολιτική. Νωρίτερα, είχε προηγηθεί η δημοσιοποίηση λίστας χωρών που αντιμετωπίζουν αυξημένους περιορισμούς εισόδου στις ΗΠΑ, ανάμεσα στις οποίες το Ιράν, η Αϊτή, η Σενεγάλη και η Ακτή Ελεφαντοστού, ενώ ακολούθησαν εξαιρετικά αυστηροί έλεγχοι σε αποστολές εθνικών ομάδων κατά την άφιξή τους και άρνηση εισόδου σε αλλοδαπούς φιλάθλους από χώρες της Αφρικής και της Ασίας.
Κατά γενική ομολογία, τις μεγαλύτερες αντιδράσεις στη σύγχρονη ιστορία αναφορικά με μία αθλητική διοργάνωση είχε συγκεντρώσει το ακριβώς προηγούμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, που πραγματοποιήθηκε στο Κατάρ… Αντιδράσεις που σχετίζονταν με τους νεκρούς εργάτες που θυσιάστηκαν για την κατασκευή των αθλητικών εγκαταστάσεων, μέχρι τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις απαρχαιωμένες αντιλήψεις της Μέσης Ανατολής για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία και φυσικά τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Τέσσερα χρόνια αργότερα η μεταφορά της διοργάνωσης σε μία πιο «φιλική» ιδεολογικά, αισθητικά, τουριστικά και πολιτιστικά χώρα, όπως η Αμερική, θα πίστευε κανείς ότι θα δημιουργούσε ευνοϊκές συνθήκες για ένα αθλητικό γεγονός, μακριά από τις πολιτικές, ιδεολογικές και ανθρωπιστικές «σκιές» του παρελθόντος, επικεντρωμένο καθαρά στη χαρά του ποδοσφαίρου. Το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αμερικής ωστόσο έρχεται να επιβεβαιώσει, ενδεχομένως με τον πιο ωμό και κυνικό τρόπο ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι πλέον προσβάσιμο σε όλους και ότι εκεί που τα φώτα λάμπουν πιο δυνατά, παρών δεν είναι ο μέσος φίλαθλος, αλλά ο έχων προνόμια, γνωριμίες και χρήματα… Οι τιμές των εισιτηρίων για τα παιχνίδια του Μουντιάλ 2026 είναι πολλαπλάσιες των προηγούμενων ετών, αγγίζοντας ποσά που φτάνουν τις χιλιάδες ευρώ…όχι για κάποια εμπειρία «first class», αλλά για μία απλή είσοδο στο στάδιο και πιθανότατα θέαση από τα υψηλά διαζώματα. Μία μαρτυρία και απόδειξη ότι ένα άθλημα λαοφιλές, γεννημένο στις φτωχογειτονιές και τις εργατικές συνοικίες, μετατρέπεται από προϊόν, απευθυνόμενο και προσβάσιμο σε όλους, σε θέαμα για λίγους. Από συνάντηση λαών, σε συγκέντρωση συμφερόντων και σε αντικατάσταση της αγνής συμμετοχής και αγάπης του φιλάθλου, σε μία εμπορευματοποιημένη διοργάνωση, με εμφανή κρίση ταυτότητας, πολιτικά εργαλειοποιημένη και άμεσα εξαρτώμενη από το πορτοφόλι των θεατών, οι οποίοι αναγκάζονται να ζυγίσουν το συναίσθημα στην ίδια ζυγαριά με τις οικονομικές τους αντοχές. Σε μία ανοιχτή γιορτή συνήθως καλεσμένοι είναι όλοι, όχι μόνο οι λίγοι, οι εκλεκτοί και οι ευκατάστατοι. Γιατί αλλιώς δεν είναι γιορτή, αλλά κλειστό κλαμπ, σύμβολο κοινωνικών ανισοτήτων και αποκλεισμών και αφορμή αποχής, αντιδράσεων και υποβάθμισης της ίδιας της ουσίας της ύπαρξής του..









