Από τις αξιόπιστες πηγές η έκθεση π. Αντώνη Ξυδάκη
Στη θρυλική μάχη της Κρήτης δεν έλαβαν μέρος μόνον οι εναπομείναντες ικανοί να πολεμήσουν μεσήλικες και ηλικιωμένοι, αφού τα στρατευμένα παιδιά μας δεν είχαν προλάβει όλα να γυρίσουν από το μέτωπο μετά την κατάρρευση.
Είχαν και οι ρασοφόροι κυριευθεί από το πάθος να μην επιτρέψουν βεβήλωση της ιερής αυτής γης. Και παραμερίζοντας τα ιερά τους άμφια, πήραν το όπλο τους κι έσπευσαν στο πεδίο της τιμής.
Για τους περισσότερους υπάρχει μια έκθεση από τον μεγάλο αγωνιστή αλλά άγνωστο στους περισσότερους παπά-Αντώνη Ξυδάκη, αρχηγό αντάρτικης ομάδας και από τους στενούς συνεργάτες του Χρίστου Τζιφάκη. Και μόνο ότι η έκθεση που αξιολογεί τη δράση των ρασοφόρων φέρει την υπογραφή του αποδεικνύει πόσο σεβαστή ήταν η γνώμη του και πόσο εμπιστευόταν την κρίση του ο αρχηγός του. Σημαντικό είναι επίσης ότι ο παπά-Αντώνης Ξυδάκης εισηγείται και για τα εύσημα που αξίζουν οι ήρωες αυτοί συλλειτουργοί του, ανάλογα με τη δράση που ανέπτυξαν.
Με βάση την έκθεση αυτή αλλά και από άλλες πηγές θα αναλύσουμε την προσωπικότητα και τη δράση ενός εκάστου από τους ήρωες εκείνους λειτουργούς του Υψίστου και αφοσιωμένους υπερασπιστές της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Παπά Μανόλης Καλλέργης: Μια τραγική μορφή
Ας βάλουμε αρχή από τους μάρτυρες ιερείς, με τρανό παράδειγμα τον παπά-Μανόλη Καλλέργη από τη Λούτρα. Αυτός είναι γεγονός ότι από λάθος συνελήφθη. Αυτός που έβλεπαν οι Γερμανοί στα οπτικά ντοκουμέντα που είχαν συγκεντρώσει να τρέχει στη μάχη δεν ήταν ο παπά-Μανόλης αλλά ο Διονύσιος Ψαρουδάκης. Συνδυάζοντας όμως τόπο και ιδιότητα μπερδεύτηκαν και μπαίνοντας στη Λούτρα για τα αντίποινα που ακολούθησαν μετά τη θρυλική μάχη συνέλαβαν αμέσως τον ιερέα.
Θα μπορούσε βέβαια να σωθεί από την εκτέλεση μετά από μια επαναξιολόγηση των στοιχείων που τον ενοχοποιούσαν. Και αυτό φαινόταν εφικτό, μέχρι και την τελευταία στιγμή που έστηναν στον τοίχο τους συλληφθέντες. Για κακή τύχη όμως του παπά-Μανόλη σηκώθηκε το ράσο του όπως βάδιζε και φάνηκε η χακί γκιλότα που φορούσε.
Τότε ο επικεφαλής Γερμανός τον πλησίασε, σήκωσε το ράσο και του είπε ειρωνικά με τα σπασμένα του ελληνικά: «Απ’ όξω μαντάμ κι από μέσα καπετάν;».
Αμέσως μετά οι «ευγενείς ιππότες» κατά τον κ. Ρίχτερ, έπεσαν πάνω στον γενναίο ιερέα κι άρχισαν να του τραβούν τα γένια και να τον χτυπούν. Με σπρωξιές τον έβαλαν και πάλι στη γραμμή και τον εκτέλεσαν μαζί με τους άλλους.
Διονύσιος Ψαρουδάκης
Από τους πρώτους μαχητές ρασοφόρους στη Μάχη της Κρήτης ήταν ο Διονύσιος Ψαρουδάκης.
Γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1880, στο Κεφαλοχώρι της Πηγής κι ήταν το δεύτερο αγόρι της οικογένειας Νικολάου και Χρυσής Ψαρουδάκη.
Από τα παιδικά του χρόνια τον γαλουχούσε το μεγαλείο του Αρκαδίου, λόγω της καλής γειτονίας με τα αδέλφια Ηρακλή και Μανόλη Μανελάκη που είχαν σωθεί από το ολοκαύτωμα.
Ήταν μόλις 17 χρόνων όταν πήρε μέρος στην τελευταία μάχη που έγινε μεταξύ Τούρκων και Κρητικών στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Πηγή, Μέση, Λούτρα, το 1897 υπό τον οπλαρχηγό Μαραγκουδάκη από τη Λούτρα.
Ο θάνατος της μητέρας του ήταν ένα μεγάλο πλήγμα γι’ αυτόν. Στρέφεται στα θεία με πνευματικό τον Άνθιμο Βαρδάκη ηγούμενο της Μονής Αρσανίου, που τον πήρε μαζί του. Με τη μετατροπή της Μονής σε Γεωργική Σχολή, οι μοναχοί εντάσσονται στη δύναμη της Μονής Αρκαδίου. Κι η συγκυρία αυτή ήταν ευλογία Θεού για τον Διονύσιο που εκπλήρωσε έτσι μια παλιά του επιθυμία.

Στις 24 Αυγούστου του 1904 εκάρη μοναχός, παίρνοντας το όνομα που του έδωσε ο Μητροπολίτης Διονύσιος Καστρινογιαννάκης. Την επομένη ακριβώς χειροτονείται ιεροδιάκονος, δείγμα και αυτοεκτίμησης του επισκόπου.
Εκτός από αποδέκτης των επαναστατικών μηνυμάτων, ο Διονύσιος γίνεται και υπέρμαχος της ιδέας της Ένωσης, ξεσηκώνοντας με τον πύρινο λόγο του τα χωριά του δήμου Αρκαδίου.
Στις 27 Ιανουαρίου του 1909 χειροτονείται ιερομόναχος και το 1910 γίνεται μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου.
Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα ο Διονύσιος βρίσκεται στο κέντρο των επιχειρήσεων με αρχηγό τον Στυλιανό Κλειδή. Κι όταν αυτός πέφτει ηρωικά, εκτελεί τις εντολές του Χρίστου Μακρή και στη συνέχεια του Νίκου Ψαρρού.
Αργότερα τον βλέπουμε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της Βορείου Ηπείρου το 1914 και να ξαναζώνεται τ’ άρματα.
Γυρίζει νικητής και τροπαιούχος στο μοναστήρι, αφήνοντας πίσω του τον ηρωικό οπλαρχηγό. Αρχίζει και πάλι να ζει τον ήρεμο μοναχικό βίο ώσπου στις 14 Απριλίου του 1926 εκλέγεται παμψηφεί ηγούμενος μέχρι το 1930 και μετά το 1930 μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου και με άλλη μία τετραετία ηγούμενος, εκτός από εκείνη της Γερμανοκατοχής που καθαιρέθηκε με απόφαση του Γενικού Στρατιωτικού Διοικητή Φρουρίου Κρήτης. Επί ηγουμενίας του το Αρκάδι αναγεννάται χάρις στις έντονες δραστηριότητές του.
Η Μάχη της Κρήτης τον βρίσκει να ξεσηκώνει πάλι τα χωριά για ν’ αντισταθούν.
Θέλουμε χώρο άπλετο για να περιγράψουμε όλες αυτές τις ιστορικές λεπτομέρειες που δείχνουν τον ηρωισμό του Διονυσίου. Δεν εξηγείται αλλιώς η λύσσα με την οποία οι Ναζί αναζητούσαν το ρασοφόρο που έτρεχε στον κάμπο, ανεμίζοντας τα ράσα του κι έκανε τόσο ζημιά στους στρατιώτες τους. Και πλήρωσε ο ιερέας της Λούτρας επειδή ήταν ο μόνος ρασοφόρος πιο κοντά στην περιοχή των πολεμικών επιχειρήσεων. Όλοι οι πατριώτες κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Κανένας δεν βοήθησε τους Γερμανούς να φθάσουν μέχρι το Διονύσιο.
Ο Διονύσιος Ψαρουδάκης «κοιμήθηκε» γαλήνια στις 8 Δεκεμβρίου του 1972.
Αγαθάγγελος Λαγκουβάρδος
Η θρυλική αυτή μορφή γεννήθηκε το 1887 στους Αποστόλους Αμαρίου.
Διετέλεσε ηγούμενος της μονής Ασωμάτων στο Αμάρι και συμμετείχε στον πόλεμο του 1912-13 ως οπλαρχηγός της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Ο Αγαθάγγελος, υπήρξε τοποτηρητής της επισκοπής Λάμπης και Σφακίων (1928-33), ενώ την περίοδο που η Κρήτη κατεχόταν από τα γερμανικά στρατεύματα, ήταν ηγούμενος της μονής Πρέβελης (1936-44). Την περίοδο εκείνη περίθαλψε πολλούς Άγγλους στρατιωτικούς και τους βοήθησε να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή, δραστηριότητα που προκάλεσε την επικήρυξή του από τους Γερμανούς. Τελικά, ο ηγούμενος κατάφερε να διαφύγει στη Μέση Ανατολή, όπου υπηρέτησε στον εκεί ελληνικό στρατό ως στρατιωτικός ιερέας με τον βαθμό του λοχαγού.
Αξίζει να τονιστεί ότι εκείνες τις μέρες της μάχης της Κρήτης, πλάι στους συνεργάτες και συμπολεμιστές του δε χορηγούσε μόνο υλικά αγαθά για τον αγώνα αυτό, αλλά έδινε θάρρος και ψυχή για την ενίσχυση των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών του εθνικού αγώνα της Κρήτης μας. Και όταν οι Γερμανοί πάτησαν την Κρήτη, ο Ηγούμενος εμψύχωνε τον αγωνιζόμενο λαό, φρόντιζε τους κατατρεγμένους και βοηθούσε όσους κατέφευγαν στο Μοναστήρι ζητώντας προστασία.


Ιωάννης Αλεβυζάκης: Ο Γολγοθάς ενός πατέρα
Ο παπά-Γιάννης Αλεβυζάκης ήταν γιος της αδελφής ενός άλλου ήρωα λευίτη του θρυλικού παπά-Λευτέρη Νουφράκη, που είχε τολμήσει το 1919 να λειτουργήσει στην Αγία Σοφία κι έχει μείνει στην ιστορία σαν ένας μεγάλος αγωνιστής.
Σύμφωνα με τον παπά-Ξυδάκη, δεν έλαβε ενεργά μέρος στη Μάχη της Κρήτης αλλά ήταν από τους πρώτους που οργανώθηκε στην Αντίσταση. Από την αρχή μάλιστα έτυχε να έχει αναπτύξει κοινή δράση, συμμετέχοντας σε κοινές αποστολές με τον Πάτρικ Λι Φέρμορ.
Ο καρπός από τη γη που καλλιεργούσε, σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, ανήκε σε κάθε πεινασμένο και κυνηγημένο. Ένα από τα παιδιά που απέκτησε – με μια γυναίκα φαινόμενο λεβεντιάς, την Αθηνά το γένος Σήφη Δουλαβεράκη – ήταν ο Σήφης που είχε τελειώσει την Ανωτάτη Εμπορική και είχε επιστρέψει στο χωριό και βοηθούσε τον πατέρα του στον αγώνα με δυο ακόμα αδέλφια του. Αυτά ζουν τώρα στον Καναδά.
Σε κάποιο μπλόκο που «έπεσε» με τον εξάδελφό του Ευθύμη Νουφράκη βρέθηκε πάνω του σημείωμα του Λι Φέρμορ στον πατέρα του. Ήταν απλές ευχές για τα Χριστούγεννα. Αν και δεν ήταν τόσο σημαντικό σε περιεχόμενο, οι Γερμανοί συνέλαβαν τους δυο νεαρούς και τους μετέφεραν στο σπίτι του παπά-Αλεβυζάκη. Με βίαιο τρόπο απομόνωσαν την παπαδιά και άρχισαν να βασανίζουν σε άλλο δωμάτιο τα δυο παιδιά για να αποκαλύψουν τους συνεργάτες τους.
Όταν κουράστηκαν οι δήμιοι να βασανίζουν τα δυο παλικάρια, χωρίς να πάρουν λέξη από το στόμα τους, τα μετέφεραν στην Αγιά.
Εκεί μια ομάδα δράσης κατάφερε να τους βάλει σε τρόφιμα (γεμιστά) μια λίμα κι εκείνοι μετά από προσπάθεια κάποιων ημερών κατάφεραν να δημιουργήσουν διέξοδο για να δραπετεύσουν. Για κακή τους τύχη, ενώ ήταν έτοιμοι να ξεφύγουν κάποιος γέρος κρατούμενος αντιλήφθηκε την πρόθεσή τους κι άρχισε να φωνάζει. Το τέλος των δυο παιδιών ήταν το αναμενόμενο. Ο γιος του παπά-Γιάννη εκτελέστηκε, ενώ ο ανιψιός του εστάλη σε στρατόπεδο όπου μάλλον πως άφησε εκεί τα κόκαλά του.
Τη μεγάλη προσφορά του παπά-Γιάννη Αλεβυζάκη τόσο στη Μάχη της Κρήτης όσο και στην Αντίσταση, πιστοποιούν και άλλες πηγές όπως ανακαλύπτουμε ψάχνοντας: Για παράδειγμα ο Γιώργης Ψυχουντάκης στο βιβλίο του ο «Κρητικός Μαντατοφόρος» αναφέρει: «Βρήκαμε τον παπά-Γιάννη Αλεβυζάκη, τον οποίο ρωτήσαμε αν μπορούσαμε να εγκαταστήσουμε τον ασύρματό μας εκεί. Ο παπά-Γιάννης ευθύς εμάζεψε τους πρώτους του χωριού και όλοι δήλωσαν ότι μ’ ευχαρίστηση θα μας φροντίσουν…».

Αντώνιος Ξυδάκης
Ο ιερέας Αντώνιος Ξυδάκης έγραψε τα δικά του σημαντικά κεφάλαια στα χρονικά του τόπου, αλλά από σεμνότητα οι απόγονοί του δεν έδωσαν ποτέ ιδιαίτερη έκταση στην αγωνιστική δράση του ηρωικού τους προγόνου.
Μετά το σχολείο έπιασε δουλειά στο μαγαζί του λαδέμπορου Πολάκη, από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια, πρώτου θείου του γνωστού γιατρού.
Ο εργοδότης του εκτιμώντας τα προσόντα του υπαλλήλου του και κυρίως το ήθος του σκέφτηκε να τον παντρέψει με μια καλή κοπέλα από το χωριό του. Ήταν η Ευαγγελία Δρουλίσκου της γνωστής επίσης οικογένειας των αγωνιστών.
Με την Ευαγγελία ο Αντώνης στέριωσαν ένα καλό σπιτικό γύρω στα 1920, μικροί βέβαια και οι δυο, αλλά με μεγάλη σύνεση που όλοι γνώριζαν και επαινούσαν.
Ο Αντώνης χειροτονήθηκε ιερέας λίγο πριν από την έκρηξη του πολέμου. Υπηρέτησε σε αρκετές ενορίες του Βρύσινα.
Μετά τον πόλεμο υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας στο 44ο Σ.Π.

Στον πόλεμο του 1940, ο ανήσυχος ιερέας παρουσιάστηκε και παρακάλεσε να του επιτρέψουν τη συμμετοχή του στο μέτωπο ως στρατιωτικού ιερέως.
Δεν του το επέτρεψαν όμως γιατί είχε ήδη μια εξαμελή οικογένεια, της οποίας δυο από τα παιδιά ήταν ανήλικα.
Όταν άρχισε η πτώση των αλεξιπτωτιστών, στις 20 Μαΐου 1941, εκείνος βρισκόταν στα Φραντζεσκιανά Μετόχια, το χωριό της γυναίκας του. Από το πρώτο κιόλας άκουσμα της εισβολής, δεν κάθισε άπρακτος. Έσπευσε να επιστρέψει στο Όρος, αφού προηγουμένως στις 10 το βράδυ συναντήθηκε στους Αρμένους με τον Ιωσήφ Πέρρο από τον οποίο έμαθε λεπτομερώς τα γεγονότα και τις αποφάσεις για την αντιμετώπιση του εχθρού.
Στο χωριό του συγκέντρωσε αμέσως έναν αριθμό γενναίων ελεύθερων σκοπευτών και το πρωί της 21 Μαΐου 1941 βρισκόταν στα Μισσίρια και συγκεκριμένα στο Αλμπάν Μετόχι παίρνοντας μέρος στις συμπλοκές με τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές.
Στην οπισθοχώρηση ο παπά-Αντώνης, με τους άνδρες του, παρέλαβαν από τη θέση Αποθαμένου, 21 Άγγλους, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς στρατιώτες, από τους οποίους ένας ήταν ανθυπολοχαγός, δυο επιλοχίες, και δυο δεκανείς.
Τους έφεραν στο Όρος κι εκεί τους έκρυψαν για πέντε μέρες σε μια ρεματιά, όπου δεν τους έλειψε τροφή και φροντίδα χάρις στην αυτοθυσία των κατοίκων της περιοχής.
Έξι μέρες μετά, ο παπά-Αντώνης έστειλε με οδηγό τον Νικόλαο Γ. Βιδιαδάκη τους ξένους στρατιώτες στου Φωτεινού, στον Ιωσήφ Πέρο, που με τη σειρά του, τους οδήγησε στο Σελλί Αγίου Βασιλείου απ’ όπου κατάφεραν αργότερα να φύγουν για τη Μέση Ανατολή.
Αυτό συνεχίστηκε και σε όλη τη διάρκεια της κατοχής. Ο παπά-Αντώνης Ξυδάκης με κίνδυνο της ζωής του, περισυνέλεγε κυνηγημένους στρατιώτες και αφού τους πρόσφερε άσυλο και τροφή μέχρι να ανακτήσουν δυνάμεις, τους προωθούσε στη Μονή Πρέβελη, σε στενή πάντα συνεργασία με τον Ηγούμενο Αγαθάγγελο Λαγκουβάρδο, ο οποίος και τους βοηθούσε να περάσουν στην Μέση Ανατολή, όπου συνεχιζόταν ο αγώνας.
Ήταν μέσα Ιουνίου 1941, όταν ο ηρωικός ρασοφόρος συνάντησε στην κορυφογραμμή του Βρύσινα έξι βαθμοφόρους στρατιώτες περιπλανώμενους. Αμέσως τους πήρε στο χωριό, όπου και τους έκρυψε σε ασφαλές σημείο. Ένα από αυτούς που ήταν βαριά πληγωμένος (και τα δυο πόδια του είχαν σαπίσει από γάγγραινα) τον νοσήλευσε η πρεσβυτέρα που πήρε έτσι και το πρώτο βάπτισμα του πυρός στον αγώνα ενάντια του κατακτητή.
Όλα αυτά βέβαια γίνονταν με μεγάλες προφυλάξεις γιατί οι διαταγές ήταν πολύ αυστηρές και όποιος έκρυβε συμμάχους στρατιώτες τον περίμενε ο θάνατος. Ο ηρωικός παπάς όμως κατάφερε να φυγαδεύσει και αυτούς με τη βοήθεια των χωροφυλάκων που υπηρετούσαν στον αστυνομικό σταθμό Σελλίων, Δημητρίου Ι. Φουρναράκη από τα Γουλεδιανά και Νικόλαο Σ. Σκουλούδη από τους Αρμένους.
Αυτό συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση μέχρι και τον Αύγουστο του 1941. Ο Αντώνιος Ξυδάκης με την πρεσβυτέρα του και τα παιδιά του δεν σταμάτησαν να περισυλλέγουν, να φροντίζουν και να φυγαδεύουν συμμάχους στρατιώτες.
Ο παπά-Αντώνης Ξυδάκης μέχρι τη λήξη του πολέμου, άφησε στην άκρη τα καθήκοντα του εφημερίου και αφοσιώθηκε στον αγώνα για την αποτίναξη του εχθρικού ζυγού. Η ζωή του τέθηκε πολλές φορές σε κίνδυνο. Μα δεν υπέστειλε ούτε λεπτό τη σημαία του αγώνα.
Οι περιπέτειες αντί να φοβίζουν τον παπά-Αντώνη τον όπλιζαν με περισσότερο θάρρος να συνεχίσει τον αγώνα του.
Η ευφυΐα του ήταν από τα μεγαλύτερα όπλα του στις δυσκολότερες στιγμές. Ούτε και ο κατάσκοπος που προσπάθησαν να του στείλουν στο δρόμο του οι Γερμανοί, κατάφερε να του αποσπάσει πληροφορίες, αν και προφασίστηκε ότι ήταν θύμα, ότι είχε συλληφθεί και βασανιστεί, ότι ζητούσε τρόπο να διαφύγει. Ο παπά-Αντώνης κάνοντας δήθεν ότι δεν καταλαβαίνει του έδωσε μερικά χρήματα για να συντηρηθεί και του εξέφρασε τη λύπη του που δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Αλλά, όπως του είπε, οφείλει να πειθαρχήσει στις διατάξεις των Γερμανών και δεν έχει καμιά διάθεση να βρεθεί απέναντί τους.
Κι έτσι τον ξεφορτώθηκε.
Από τις εκθέσεις του παπά-Αντώνη προς τον αρχηγό του Χρίστο Τζιφάκη, έχουμε πολλά να πληροφορηθούμε από την εποχή της Αντίστασης.
Αυτό που μόνον η προφορική μαρτυρία διαφυλάττει είναι η σπάνια διορατικότητα του ηρωικού λευίτη, που στάθηκε πάντα στο ύψος του αγνού πατριώτη.
Κανένας δεν έμαθε ποτέ πόσο συνέβαλε στην ομαλή αποκατάσταση της τάξης μετά τον πόλεμο, τηρώντας μια μετριοπαθή στάση και αποφεύγοντας να ρίχνει λάδι στη φωτιά όταν επικρατούσε ένταση με τις ομάδες που ήταν σε άλλη ιδεολογική όχθη.
Ο ίδιος μάλιστα ως άλλος παπά-Γιάνναρος ζητούσε από όλους να επικρατήσει η λογική και να τυγχάνει σεβασμού κάθε Έλληνας, όπου κι αν ανήκε.
Αυτός ήταν ο παπά-Αντώνης Ξυδάκης, από τους πρωταγωνιστές στη Μάχη της Κρήτης και από τους αντικειμενικούς παρατηρητές που με το αρχείο που μας άφησε έχουμε σημαντικές πληροφορίες για την περίοδο της αντίστασης.
Ευτυχώς η δράση του δεν έμεινε χωρίς επάξιες διακρίσεις που εκείνος ποτέ δεν αναδείκνυε. Απλά το μόνο που τόνιζε αργότερα στα παιδιά και στα εγγόνια του ήταν το χρέος προς την πατρίδα.
Έμεινε ένα αγνός πατριώτης και κήρυκας των αξιών της φυλής, μέχρι το τέλος της ζωής του.
Θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στον εγγονό του κ. Αντώνη Ξυδάκη για τα αποσπάσματα από το πολύτιμο αρχείο του παππού του που μου εμπιστεύθηκε. Σίγουρα χωρίς αυτά δεν θα μπορούσα να ολοκληρώσω το αφιέρωμά μου αυτό.

Πηγές
Έκθεση Αντωνίου Ξυδάκη ιερέως αγωνιστή εθνικής αντίστασης (αρχείο Αντώνη Ξυδάκη εγγονού του ήρωος)
Κώστα Μυγιάκη: Διονύσιος Ψαρουδάκης (αναλυτική βιογραφία)
Εύας Λαδιά: Διονύσιος Ψαρουδάκης ο «ντουφεκόπαπας»
Εμμ. Σκαρσουλή: Αγαθάγγελος Λαγκουβάρδος
Εύας Λαδιά: Παπα-Γιάννης Αλεβυζάκης (politistiko-rethymno.org)













