Σημαντικά εξακολουθούν να είναι τα κενά σε οργανικές θέσεις γιατρών στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου, με την υποστελέχωση και την αναγκαστική υπερεφημέρευση να υπονομεύουν τη λειτουργία βασικών τμημάτων και κλινικών του νοσοκομείου, θέτοντας ζητήματα ασφαλείας για τους ασθενείς και δυσχεραίνοντας την εκπαίδευση των ειδικευόμενων γιατρών. Παρότι στις θέσεις των ειδικευόμενων, έχει καταγραφεί μία πρόσφατη σχετική αύξηση, έχοντας φτάσει συνολικά τους 28, που απασχολούνται στη χειρουργική, παθολογική και ορθοπεδική κλινική, τα προβλήματα στο Νοσοκομείο της πόλης δεν έχουν αντιμετωπιστεί. Η δημόσια υγεία βάλλεται από εξουθενωτικούς ρυθμούς εργασίας για τους γιατρούς και το υπόλοιπο προσωπικό, από ένα ιδιαίτερο πιεστικό εργασιακό περιβάλλον και μία απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού για την αποτελεσματική λειτουργία των Νοσοκομείων. Παρότι οι ειδικευόμενοι βρίσκονται σε φάση εκπαίδευσης, συχνά καλούνται να αναλάβουν καθήκοντα και ευθύνες που ξεπερνούν την εμπειρία και τις δυνατότητές τους, προκειμένου να καλυφθούν τα κενά που υπάρχουν στις κλινικές και στα τμήματα του νοσοκομείου. Το ωράριο εργασίας τους επίσης ξεπερνά τα προβλεπόμενα όρια, αγγίζοντας ακόμα και τις 70 ή τις 80 ώρες την εβδομάδα, την ώρα που οι οικονομικές τους απολαβές παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές. Συγκεκριμένα, η εφημεριακή εργασία αποζημιώνεται με 5,6 ευρώ την ώρα, καταγράφοντας ουσιαστικά μία μεγάλη απόκλιση από τα δεδομένα της αγοράς και ουσιαστικά από τις υψηλές αμοιβές του ιδιωτικού τομέα. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές, που ειδικευόμενοι γιατροί έχουν κληθεί να βοηθήσουν στη λειτουργία του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών, αναλαμβάνοντας αρμοδιότητες, που ούτε τους αναλογούν, αλλά και στις οποίες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν, Παράλληλα, οι ειδικευόμενοι στερούνται και οικονομικών κινήτρων για τη συμμετοχή τους σε επιστημονικά συνέδρια και σεμινάρια, έτσι ώστε να ενισχύσουν τις γνώσεις τους. Η έλλειψη χρηματοδότησης αναγκάζει τους ειδικευόμενους να καλύπτουν το κόστος για εκπαιδευτικά εγχειρίδια και για τη μεταφορά τους σε συνέδρια από την τσέπη τους. Η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, η ενίσχυση των νοσοκομείων με μόνιμο προσωπικό και η ουσιαστική εκπόνηση της ιατρικής εκπαίδευσης είναι όλα αιτήματα των ειδικευόμενων γιατρών, οι οποίοι, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, αποτελούν τις μελλοντικές γενιές των γιατρών που θα στελεχώσουν το Νοσοκομείο.
Εξουθενωτική η δουλειά των ειδικευόμενων γιατρών
Σε αυτό το πλαίσιο και με γνώμονα τις παραπάνω συνθήκες, με αφορμή την Πανελλήνια ημέρα δράσης για τους ειδικευόμενους γιατρούς, η Ένωση Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου κήρυξε τρίωρη στάση εργασίας χθες, από τις 12, έως και τις 15:00 το μεσημέρι και πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πύλη του ΓΝΡ. Η Ένωση, σε μία ένδειξη στήριξης των νέων γιατρών, εξέδωσε ανακοίνωση κάνοντας λόγο για την αναγκαιότητα για ένα δωρεάν δημόσιο σύστημα υγείας, που θα μπορεί να καλύψει τις ανάγκες όλων των ασθενών. Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων σε δηλώσεις της, η Πέλλα Νεονάκη, πρόεδρος της Ένωσης: «Η υποβάθμιση και υποστελέχωση των νοσοκομείων και των δομών υγείας δυστυχώς έχει μεγάλο αντίκτυπο και στους ειδικευόμενους γιατρούς στην εκπαίδευση και στις συνθήκες εργασίας τους, που το ένα αλληλεπιδρά με το άλλο. Είναι ιδιαίτερα εξουθενωτική η δουλειά τους, αναγκάζονται σε υπερ εφημέρευση, παίρνουν ελάχιστα ρεπό κάτι που έχει επίπτωση στην εκπαίδευσή τους και ταυτόχρονα οι ειδικευμένοι γιατροί είναι σε υπερεργασία οπότε δεν έχουν χρόνο να τους εκπαιδεύσουν». Όπως τόνισε η κ. Νεονάκη, απουσιάζει ένα ενιαίο πλαίσιο εκπαίδευσης και οι ειδικευόμενοι αναγκάζονται να εξαρτώνται από χορηγίες, για να μπορούν να συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά σεμινάρια. «Ταυτόχρονα οι νέοι γιατροί εργάζονται με ημερομίσθιο εφημερίας 5,6 ευρώ μεικτά, είναι δηλαδή ιδιαίτερα χαμηλά αμειβόμενοι και χρησιμοποιούνται στην ουσία για να «μπαλώνουν» τρύπες εκεί που υπάρχουν ελλείψεις – και υπάρχουν μεγάλες – στα Νοσοκομεία, πολύ συχνά κάνουν αλλότρια καθήκοντα – αναλαμβάνουν ευθύνες που δεν τους αναλογούν, λόγω της υποστελέχωσης με ειδικευμένους γιατρούς και αυτό γίνεται και επικίνδυνο πόσο μάλλον μη εκπαιδευτικό», συμπλήρωσε.
Αναφορικά τώρα με το πολύπαθο τμήμα των αναισθησιολόγων του Νοσοκομείου, για το οποίο προ λίγων εβδομάδων, η Ένωση Γιατρών είχε ενημερώσει τον εισαγγελέα για την επισφαλή λειτουργία του, η κ. Νεονάκη σημείωσε: «Δεν έχει αλλάξει κάτι στο καθεστώς εφημέρευσης στους αναισθησιολόγους , υπάρχει μια μικρή βοήθεια με μετακινούμενους γιατρούς στο σκέλος των ειδικευμένων. Οι ειδικευόμενοι συνεχίζουν να έχουν αυξημένο ωράριο εργασίας, να κάνουν παραπάνω εφημερίες απ ότι θα έπρεπε και να κοστίζει αυτό και στην εκπαίδευσή τους. Επίσης έχει γίνει απόπειρα να αναγκαστούν να εφημερεύσουν και στο ΤΕΠ όπου υπάρχει τραγική υποστελέχωση και επομένως να κάνουν δουλειά διαφορετική απ το εκπαιδευτικό τους κομμάτι και την ειδικότητα στην οποία εκπαιδεύονται». Σε κάθε περίπτωση, όπως ξεκαθάρισε η κ. Νεονάκη, το Νοσοκομείο δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ειδικευόμενους και υπάρχει ανάγκη να εκπαιδευτούν σωστά, γιατί θα αποτελέσουν την επόμενη γενιά γιατρών που θα στελεχώσουν τα νοσοκομεία. «Επομένως θα πρέπει να κάνουν ότι γίνεται καλύτερο για να προσελκύσουμε τους ειδικευόμενους και δυστυχώς με την πολιτική αυτή που εμπορευματοποιεί την υγεία, που υποστελεχώνει και υποβαθμίζει τα νοσοκομεία, δεν είναι ελκυστικό το σύστημα υγείας, για να προσελκύσει ειδικευόμενους γι’ αυτό και φεύγουν πολλοί στο εξωτερικό να κάνουν την ειδικότητά τους», κατέληξε.
«Ζητάμε να μας δώσουν τον χώρο και τον χρόνο και να νιώσουμε ότι μας σέβονται μέσα στον χώρο εργασίας»
Την δική του εμπειρία, ως ειδικευόμενος γιατρός στο τμήμα αναισθησιολογίας του Νοσοκομείου περιέγραψε σε δηλώσεις του, ο Δημήτρης Αποστολίδης, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε: «Το βασικό μας θέμα είναι ότι ενώ ερχόμαστε να εκπαιδευτούμε, είτε σε μικρά είτε σε μεγαλύτερα νοσοκομεία, η υποστελέχωση και η γενικότερη μη ύπαρξη μακροπρόθεσμου πλάνου στον τρόπο οργάνωσης των νοσοκομείων, μας φέρνει σε μία πάρα πολύ δύσκολη θέση, καθώς η εκπαίδευσή μας μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, χάνουμε πάρα πολύ χρόνο όντας εξουθενωμένοι λόγω των ωραρίων, δεδομένου ότι καθόμαστε πάρα πολλές ώρες μέσα στο νοσοκομείο και ο βασικός λόγος για αυτό είναι ότι είμαστε ο πάτος της ιεραρχίας και κατ’ επέκταση αναγκασμένοι στο πλαίσιό του να βοηθάμε τους ειδικούς μας και το νοσοκομείο, ώστε να μπορούν να καλύπτουν κενά και ευθύνες που δεν αναλογούν ουσιαστικά στη θέση μας και στην εμπειρία που έχουμε». Όπως τόνισε ο κ. Αποστολίδης: «Ζητάμε να μας δώσουν τον χώρο και τον χρόνο και να νιώσουμε ότι μας σέβονται μέσα στον χώρο εργασίας. Ναι μεν είμαστε εκπαιδευόμενοι γιατροί, αλλά είναι αδύνατον να μπορέσουμε να είμαστε παραγωγικοί και νιώσουμε ότι δίνουμε ασφάλεια στους ασθενείς, όταν δουλεύουμε 24 ώρες και μετά είμαστε αναγκασμένοι, λόγω των αναγκών του νοσοκομείου, να φτάνουμε να δουλεύουμε πάνω από 30 ώρες σερί. Η κούραση πλέον πάει σε άλλα επίπεδα και τίθεται πλέον ζήτημα ασφαλείας των ασθενών. Θέλουμε την εκπαίδευση που μας αναλογεί και να είναι ίδια η ποιότητα της εκπαίδευσής μας». Όπως τόνισε, οι ειδικευόμενοι γιατροί στηρίζουν όλες τις βαθμίδες του νοσοκομείου και τους μόνιμους γιατρούς, ώστε να εξυπηρετηθούν αποτελεσματικά οι ασθενείς. «Πρέπει να βοηθήσουμε και το νοσηλευτικό προσωπικό που αυτήν τη στιγμή περνάει πάρα πολύ δύσκολα και τους τραυματιοφορείς και όλες τις βαθμίδες του νοσοκομείου, γιατί ειδικά οι συνάδελφοι που δουλεύουν στα επείγοντα κάνουν την ίδια στιγμή τον γιατρό, τον νοσηλευτή, τον τραυματιοφορέα και ό,τι άλλο χρειαστεί προκειμένου να βγει η βάρδια. Δεν μας αναγκάζουν, αλλά είμαστε αλληλέγγυοι στους συναδέλφους μας, δηλαδή δουλεύουμε εκείνη την ώρα όλοι μαζί, δεν θα αφήσω εγώ τον συνάδελφό μου να ταλαιπωριέται δίπλα και εγώ να κάθομαι, επειδή δεν είναι στο καθηκοντολόγιό μου», ανέφερε.
Τέλος, σχετικά με το αναισθησιολογικό τμήμα, ο κ. Αποστολίδης τόνισε ότι οι γιατροί καταβάλλουν τα μέγιστα για να μπορούν να βοηθήσουν την εκπαίδευση των ειδικευόμενων: «Τόσο ο κ. Χρονάκης, όσο και οι άλλοι δύο γιατροί μας προσπαθούν συνέχεια να μας κάνουν μαθήματα, να μας εκπαιδεύουν και να δουλεύουμε σε όσο το δυνατόν περισσότερες χειρουργικές αίθουσες. Τους έχουν όμως φτάσει στο αμήν και αυτό ρίχνει και την ποιότητα του τμήματος. Όσο και να παλεύουν αυτοί οι άνθρωποι, πέφτει η ποιότητα. Το νοσοκομείο έχει ποιότητα. Το αναισθησιολογικό τμήμα προσπαθεί πάρα πολύ να μην μας εκθέτει σε ευθύνες που δεν είναι ανάλογες της θέσης μας, είναι συνέχεια δίπλα μας, τα τηλέφωνά τους είναι πάντα ανοιχτά για εμάς, προσπαθούν να μας δώσουν ό,τι καλύτερο μπορούν και για εμάς και για το τμήμα κατ’ επέκταση».












