Όταν άνοιξαν οι πόρτες, δεν έγινε θόρυβος. Μόνο μια φράση ακούστηκε: «Είστε ελεύθεροι».
Βγήκαν έξω σιγά. Όχι από φόβο· από συνήθεια.
Για πολλά χρόνια ήξεραν, ή τους είχαν ορίσει, πού τελειώνει ο τοίχος και πού αρχίζει ο εαυτός τους. Τα μάτια τους, μαθημένα στο ημίφως, πονούσαν κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Η ελευθερία απλωνόταν μπροστά τους σαν υπόσχεση και απειλή μαζί.
Τώρα δεν υπήρχε τίποτα να τους κρατά.
Κι αυτό τους βάραινε πιο πολύ.
Πέρασαν μέρες. Ίσως και χρόνια· κανείς δεν μέτρησε. Κάποιοι έτρεξαν, άλλοι στάθηκαν ακίνητοι. Μα όλοι, όπου κι αν βρίσκονταν, ένιωθαν το ίδιο βάρος: την απουσία ορίων.
Στην αρχή, περπάτησαν μακριά. Πολύ μακριά. Είδαν δρόμους, πόλεις, θάλασσες, πλήθη. Μιλούσαν για «επιλογές» και «ευκαιρίες»· λέξεις μεγάλες, που δεν χωρούσαν πουθενά.
Όσο άνοιγε ο κόσμος, τόσο στένευαν μέσα τους. Έφτασαν, όπως έλεγαν, «στα πέρατα της γης». Κι όμως, κάτι μέσα τους παρέμενε ανήσυχο, σαν να είχαν χάσει κάτι πιο πολύτιμο από τα δεσμά τους.
Κάποιο ασέληνο βράδυ, ένας από αυτούς στάθηκε και είπε:
«Εδώ είναι καλά».
Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Ούτε τοίχος, ούτε πόρτα. Μόνο μια ανάγκη να σταματήσει να ψάχνει.
Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν. Όχι γιατί συμφώνησαν. Αλλά επειδή κουράστηκαν.
Άρχισαν να χτίζουν μικρούς, αόρατους τοίχους. Όχι από πέτρα ή σίδερο, αλλά από βλέμματα.
Έστηναν τον εαυτό τους μέσα σε κάδρα. Χαμογελούσαν σε αόρατους θεατές και περίμεναν επιβεβαίωση.
Οι φυλακές επέστρεψαν. Όχι πια επιβεβλημένες, αλλά επιλεγμένες.
Χαμογελούσαν λίγο παραπάνω απ’ όσο ένιωθαν. Έλεγαν λιγότερα απ’ όσα σκέφτονταν. Και περίμεναν.
Πάντα περίμεναν.
Δεν υπήρχαν πια δεσμοφύλακες. Μόνο βλέμματα. Και αυτά ήταν πιο αυστηρά. Δεν συγχωρούσαν τίποτα, ούτε σιωπή, ούτε αλήθεια.
Λίγοι προσπάθησαν να φύγουν ξανά. Να περπατήσουν χωρίς να φαίνονται. Μα γύρισαν γρήγορα. Έξω δεν υπήρχε κοινό.
Στο τέλος έμαθαν να ζουν μέσα στα πλαίσια. Τα φρόντιζαν. Τα καθάριζαν. Τα βελτίωναν. Τα αγαπούσαν σχεδόν. Σαν να ήταν το πρόσωπό τους.
Κάποτε, ένας γέρος που είχε μείνει πίσω στην παλιά φυλακή, ψιθύρισε:
«Η ελευθερία δεν είναι να φύγεις. Είναι να αντέξεις να μη χρειάζεσαι τοίχους».
Κανείς δεν τον άκουσε.
Ή, πιθανότατα, δεν άντεξε να τον πιστέψει.
* Το παρόν και αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα…
** Ο Γεώργιος Η. Ορφανός είναι φιλόλογος, Msc Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαχείρισης Πληροφοριακών συστημάτων











