Υπόμνημα κατέθεσε στην Επιτροπή Δεοντολογίας ο ρεθεμνιώτης βουλευτής Ιωάννης Κεφαλογιάννης υποστηρίζοντας ότι το αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για άρση της ασυλίας του στερείται νομικής και πραγματικής θεμελίωσης. Κεντρικός ισχυρισμός του είναι πως δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να συνδέει το πρόσωπό του με την ερευνώμενη υπόθεση και ότι η κατηγορία στηρίζεται ουσιαστικά σε δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες, στις οποίες ο ίδιος δεν συμμετέχει.
Επιμένει ακόμη ότι του αποδίδεται αυθαίρετα ρόλος υποκινητή ή ωφελούμενου από παράνομες παρεμβάσεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ αντιτείνει πως η διαχρονική δημόσια και πολιτική του στάση είναι ασύμβατη με τέτοιες πρακτικές. Μάλιστα επικαλείται αποσπάσματα συνομιλιών της δικογραφίας για να δείξει, όπως λέει, ότι οι εμπλεκόμενοι παραπονιούνται για τη μη ανταπόκρισή του και όχι για κάποια παρέμβασή του υπέρ τους.
Ένα ακόμη βασικό του επιχείρημα είναι ότι από το περιεχόμενο των συνομιλιών δεν προκύπτει ούτε γνώση, ούτε εντολή, ούτε καθοδήγηση εκ μέρους του. Υποστηρίζει ότι οι συνομιλίες δείχνουν απλώς οικειότητα μεταξύ τρίτων προσώπων και όχι εμπλοκή του ίδιου σε αξιόποινη πράξη. Παράλληλα απορρίπτει τη λογική ότι ένας βουλευτής ευθύνεται αυτομάτως για κάθε ενέργεια συνεργάτη του, θεωρώντας ότι αυτό παραβιάζει βασικές αρχές του ποινικού δικαίου.
Απορρίπτει επίσης το υποτιθέμενο εκλογικό κίνητρο, λέγοντας ότι τα πραγματικά εκλογικά δεδομένα δείχνουν το αντίθετο: στις περιοχές που συνδέονται με την υπόθεση, όπως υποστηρίζει, δεν προκύπτει ότι ο ίδιος αποκόμισε εκλογικό όφελος· αντίθετα αναφέρει στοιχεία που, κατά την επιχειρηματολογία του, δείχνουν εκλογική αποδυνάμωση ή απουσία ωφέλειας.
Στο τέλος, καταλήγει ότι η υπόθεση πρέπει να κριθεί από την τακτική Δικαιοσύνη επί της ουσίας και γι’ αυτό ζητεί από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή να εισηγηθεί υπέρ της άρσης της ασυλίας του, ώστε, όπως σημειώνει,
να αποκατασταθεί πλήρως η αλήθεια και η τιμή του.
Αναφέρει χαρακτηριστικά στο υπόμνημα του:
“Το εν λόγω αίτημα, (της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την άρση της ασυλίας) όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της σχετικής δικογραφίας όσο και από τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στο παράρτημα που το συνοδεύει, στερείται παντελώς νομικής και πραγματολογικής θεμελίωσης, καθόσον δεν εδράζεται σε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει, έστω και κατ’ ένδειξη, σύνδεση του προσώπου μου με την ερευνώμενη υπόθεση.
Ειδικότερα, το αδίκημα, για τη διερεύνηση του οποίου ζητείται η άρση της ασυλίας μου, βασίζεται σε δύο (2) τηλεφωνικές επικοινωνίες, στις οποίες δεν μετέχω και από τις οποίες δεν προκύπτει το ελάχιστο στοιχείο που θα καταδείκνυε δική μου γνώση για το αντικείμενό τους. Μολαταύτα, φέρομαι να έχω προκαλέσει την απόφαση στον τότε Πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ, Δημήτριο Μελά, να τελέσει την πράξη της απιστίας σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συγκεκριμένα, μου αποδίδεται ότι την 02.10.2021 και την 24.11.2021, ενεργώντας από κοινού με τον τότε συνεργάτη –και, στην πραγματικότητα, ουδέποτε Διευθυντή καθ’ οιονδήποτε ουσιαστικό ή τυπικό τρόπο– του πολιτικού μου γραφείου, Ι. Τ., προκάλεσα την απόφαση στον Δημήτριο Μελά να εμποδίσει την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων σε παραγωγούς χρηματικών ποσών, επιφέροντας ζημία στην περιουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Καθώς, όμως, ελλείπει οιοσδήποτε ενδείκτης δικής μου εμπλοκής, γίνεται καταφυγή σε παντελώς εξωνομικές έννοιες, όπως είναι ο δήθεν «μηχανισμός πολιτικής παρέμβασης» του γραφείου μου και η δήθεν θέλησή μου να ωφελήσω με τρόπο παράνομο την «εκλογική μου πελατεία». Τούτες χρησιμοποιούνται ως βάσεις της κατηγορίας σε βάρος μου, παρά το ότι είναι –και αυτές– αυθαίρετες, ως μη υποστηριζόμενες από οιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάφασή τους.
Πριν, όμως, την αξιολόγηση των διαλαμβανομένων στο παράρτημα του αιτήματος της άρσης της ασυλίας μου, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:
Πρωτίστως, η επιχειρούμενη απόδοση σε εμένα ρόλου υποκινητή ή ωφελούμενου από παράνομες παρεμβάσεις στη Διοίκηση προσκρούει ευθέως στη σταθερή και διαχρονική στάση που έχω τηρήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων μου. Η πολιτική μου παρουσία από το 2012 μέχρι και σήμερα ουδέποτε συνδέθηκε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, με πρακτικές παρασκηνιακής μεσολάβησης, αθέμιτης επιρροής ή εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά αντιθέτως εδράζεται στην πάγια αντίληψη ότι ο πολιτικός, όπως και κάθε πολίτης, οφείλει να κινείται αποκλειστικά εντός των ορίων της νομιμότητας και να σέβεται τη λειτουργική αυτοτέλεια της διοίκησης.
Πρόκειται για διαχρονικό γνώρισμα της δημόσιας στάσης μου, το οποίο επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την πολιτική μου διαδρομή, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο με αντιλαμβάνονταν ακόμη και πρόσωπα που επεδίωκαν, για δικούς τους σκοπούς, το αντίθετο.
Προς επίρρωση των ανωτέρω, είναι χαρακτηριστικοί οι διάλογοι που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, η οποία διαβιβάστηκε στη Βουλή των Ελλήνων τον Ιούνιο του 2025. Σε αυτήν γίνονται αναφορές στο όνομά μου εμπλεκομένων προσώπων, που σχετίζονται με ελέγχους του ΟΠΕΚΕΠΕ για την ορθότητα της καταβολής κοινοτικών ενισχύσεων, και αποτυπώνεται με καθαρότητα η δυσφορία , ο εκνευρισμός και η αγανάκτησή τους, εξαιτίας της δικής μου μη ανταπόκρισης σε ικανοποίηση σχετικών αιτημάτων τους.
Ματαιωμένοι, μάλιστα, από τη στάση μου που δεν τους επιτρέπει να εξασφαλίσουν πολιτική συνδρομή ή παρέμβαση, οι εμπλεκόμενοι αποδίδουν στο πρόσωπό μου «απάθεια», με χλευάζουν με εκφράσεις όπως «ο Κεφαλογιάννης να μην πω τι κάνει, κοιμάται όλοόρθιος…», «κοιμάται τον ύπνο του δικαίου», «ο Κεφαλογιάννης μρέ, εγώ έχω πάει τρεις φορές. Δεν έχω στη ζουή μου (ακατάλειπτο περιεχόμενο…) το σπίτι, ένα ρουσφέτι δεξιό. Τρία του ζήτησα οπέρυσι στο γραφείο του. Ούτε ένα. Είναι το γραφείο του βιτρίνα. Εγώ είμαι, έχω μεγάλα παράπονα από τη Νέα Δημοκρατία […]», χρησιμοποιούν ανοίκειες εκφράσεις («είναι άλλε γκουάλλα ) και συμπεραίνουν ότι «θα γυρεύει τσι ψήφους» του, υπονοώντας ότι θα «τιμωρηθώ» εκλογικά, ακριβώς διότι δεν ικανοποιούνται τα αιτήματά τους.
Ιδιαίτερη δε βαρύτητα έχει το γεγονός ότι, μέσα στο ίδιο πλαίσιο συνομιλιών, αποτυπώνεται και μια κρίσιμη παραδοχή, η οποία φωτίζει με εξαιρετική καθαρότητα τον τρόπο με τον οποίο γινόταν αντιληπτή η δική μου στάση. Συγκεκριμένα, η δημοσιοποιημένη αναφορά του τότε Αντιπροέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ «τι να πει ο άνθρωπος, νομικός είναι· να μου πει μην κάνεις έλεγχο;» δεν αποτελεί ρητορικό σχόλιο άνευ αξιολόγησης. Αποτελεί, αντιθέτως, ευθεία αναγνώριση ότι το πρόσωπό μου ήταν συνδεδεμένο με μια αξιακή και ηθική αντίληψη για τα πράγματα, η οποία ουδέποτε θα μου επέτρεπε να υποδείξω ποτέ την αναστολή ή τη ματαίωση ελέγχου ή θα με έκανε να νομιμοποιήσω παρεμβάσεις εκτός πλαισίου και να λειτουργήσω κατά τρόπο αντίθετο προς τη νομιμότητα.
Εξάλλου, κρίσιμο είναι ότι, όταν τον Ιούνιο του 2025 έλαβα γνώση συνομιλιών του τότε συνεργάτη μου, οι οποίες εμπεριέχονται στη δικογραφία αυτή και θα μπορούσαν να προκαλέσουν υπόνοιες για το πρόσωπό μου, αποφάσισα άμεσα τη διακοπή της συνεργασίας μας.
Υπό το φως των ανωτέρω πραγματικών δεδομένων και σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα της ποινικής προκαταρκτικής δικογραφίας, επί της οποίας ερείδεται το υποβληθέν αίτημα άρσεως της ασυλίας μου, επισημαίνονται τα ακόλουθα:
Είναι προφανές πως η παράθεση της πλήρους επιχειρηματολογίας που θα καταδείκνυε τη νομική και ουσιαστική αβασιμότητα της κατηγορίας που μου αποδίδεται δεν έχει νόημα να γίνει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, στην οποία κρίνεται η σύνδεση ή μη του αποδιδόμενου σε εμένα αδικήματος με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική μου δραστηριότητα.
Ως εκ τούτου, περιορίζομαι, εν προκειμένω, να επισημάνω ότι δεν υπάρχει η ελάχιστη ένδειξη πως οι δύο (2) τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ του Ι. Τ και του Δημητρίου Μελά πραγματοποιήθηκαν κατόπιν δικής μου απόφασης ή ότι ο ίδιος υπέδειξα, παρακίνησα, επέβαλα, έπεισα ή μετήλθα τα μέσα της πειθούς και της φορτικότητας σε οιονδήποτε προς την κατεύθυνση τέλεσης αξιόποινης πράξης.
Καμία, άλλωστε, δική μου απόφαση ή παραίνεση δεν χρειαζόταν για την πραγματοποίηση αυτών των επικοινωνιών, καθώς από το περιεχόμενό τους αποδεικνύεται άνευ άλλου τινός η προηγούμενη γνωριμία, η οικειότητα και η άνεση στην επικοινωνία μεταξύ του Δημητρίου Μελά και του .Ι.Τ.
Ως προς τούτο, παραπέμπω –όλως ενδεικτικώς– στο περιεχόμενο της επικοινωνίας τους την 02.10.2021 και ώρα από 20:55:18, το οποίο έχει ως εξής:
«Τ. Ι: Καλώς τόνα
Μελάς Δημήτριος: Έλα Γιαννάκο μου, καλά είσαι;
Τ. Ι: Τι κάνεις;
Μελάς Δημήτριος: Μπορείς;
Τ. Ι: Μπορώ, μπορώ, αλλά θέλεις να σε πάρω από το σταθερό σε πέντε λεπτά για να σε ακούω και πιο καλά; Θα μπορείς;
Μελάς Δημήτριος: Ναι, ναι, ναι, ναι
Τ. Ις: Ωραία, σε παίρνω, έλα φιλιά.»
Το ίδιο ακριβώς κλίμα προκύπτει και από το περιεχόμενο των δύο (2) διαλόγων τους, που θεμελιώνουν την κατηγορία για την οποία ζητείται να ερευνηθώ, η διάρκεια των οποίων θα αρκούσε από μόνη της να αποδείξει την οικειότητα μεταξύ τους (3.034 δευτερόλεπτα διαρκεί η επικοινωνία τους την 02.10.2021 και 3.301 δευτερόλεπτα …)διαρκεί η επικοινωνία τους την 24.11.2021). Το ίδιο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αμφότερες οι συνομιλίες πραγματοποιούνται σε καταφανώς μη εργάσιμες ώρες (η συνομιλία της 02.10.2021 πραγματοποιείται την ώρα 21:02:26 και η συνομιλία της 24.11.2021 πραγματοποιείται ώρα 22:32:05), και από το ότι η πρώτη εξ αυτών πραγματοποιείται ημέρα Σάββατο.
Σε κάθε περίπτωση, στους διαλόγους αυτούς δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάφαση ενδείξεων περί του ότι ο ίδιος τελώ σε γνώση των υποθέσεων για τις οποίες οι ανωτέρω συνομιλούν και ότι ο Ι. Τ επικοινώνησε με τον Δημήτριο Μελά για την επίλυσή τους μετά από κοινή μας απόφαση ή ενεργώντας κατ’ εντολή μου. Πολλώ δε μάλλον, δεν υπάρχει η ελάχιστη αναφορά που θα μπορούσε να θεμελιώσει ένδειξη περί του ότι προκάλεσα την απόφαση στον Δημήτριο Μελά να επιλύσει τις εν λόγω υποθέσεις, παραβαίνοντας τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης και προκαλώντας βέβαιη ζημία στους πόρους του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τελώντας –δηλαδή– το αδίκημα της απιστίας.
Απόδειξη τούτου είναι το ότι οι αναφορές περί του ότι εγώ «ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο με τον […] Ι. Τ του Κ, με πρόθεση προκάλεσα σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε» εκφέρονται μεν ωσάν να ήταν δεδομένα, χωρίς όμως την επίκληση οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να γεννήσει υπόνοιες για την αλήθεια τους.
Όσον αφορά δε τη γενικότερη παραδοχή που γίνεται στο παράρτημα, το οποίο συνοδεύει το αίτημα άρσης της ασυλίας μου, περί του ότι «[…] στην προκειμένη υπόθεση, εάν ο βουλευτής έδωσε την εντολή ή κατεύθυνση στον συνεργάτη του (ο οποίος λειτούργησε ως ενδιάμεσος ηθικός αυτουργός) να επικοινωνήσει με τον φυσικό αυτουργό – Πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ για να προωθήσει το παράνομο αίτημα, ο βουλευτής παραμένει ποινικά υπεύθυνος στο ακέραιο ως ηθικός αυτουργός της τελικής πράξης», είναι σαφές πως αυτή δεν συνιστά παρά μόνο μία υπόθεση.
Η εν λόγω υπόθεση, όμως, δεν κατατείνει σε οτιδήποτε ποινικά ενδιαφέρον, στον βαθμό που δεν συνοδεύεται από την παράθεση οιουδήποτε πραγματικού περιστατικού που να ενδεικνύει ότι πράγματι «έδωσα την εντολή ή κατεύθυνση στον συνεργάτη μου (ο οποίος λειτούργησε ως ενδιάμεσος ηθικός αυτουργός) να επικοινωνήσει με τον φυσικό αυτουργό – Πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ για να προωθήσει το παράνομο αίτημα».
Συναφώς σχετικά με τις αναφορές ότι «[…] οι ερευνώμενοι ως ύποπτοι συνεργάτες, τον ρόλο αυτόν δεν επικοινωνούν με τον Πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ ως ιδιώτες, αλλά λειτουργούν υπό τον μανδύα και το θεσμικό βάρος του βουλευτικού γραφείου, και ότι «η κλήση από τον συνεργάτη αντλεί την πειστικότητα και τη φορτικότητα της αποκλειστικά από την πολιτική ισχύ του ονόματος του βουλευτή – εντολέα του , μέσω της οποίας κάμπτεται η βούληση του φυσικού αυτουργού», θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής: οι εν λόγω κρίσεις δεν συμπλέουν με βασικές αρχές του ποινικού δικαίου, όπως είναι η αρχή της ενοχής, η οποία απαιτεί γνώση των στοιχείων αξιόποινης πράξης από τον δράστη της και θέλησή του να τα παράγει («nullum crimen sine culpa»). Σε επίπεδο δεδομένων ενοχής, η εφαρμογή της αρχής αυτής θα προϋπέθετε αναφορά του Ι. Τ. προς τον Δημήτρη Μελά όπως – ενδεικτικά – ότι μεταφέρει δικά μου αιτήματα προς αυτόν ή έστω ότι ο ίδιος αναφέρομαι για την παντί τρόπω επίλυση των ζητημάτων που συζητούν. Τέτοια αναφορά, όμως, δεν υπάρχει και η συλλογιστική περί «πολιτικού μανδύα» και «πολιτικής ισχύος» είναι ατελέσφορη να υποκαταστήσει τα συγκεκριμένα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 46 παρ. 1 ΠΚ, και ειδικότερα, α) την πρόκληση σε άλλον της απόφασης διάπραξης συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, β) την διάπραξη από άλλον της πράξης αυτής και γ) την ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για διάπραξη από άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή των αποτελεσμάτων.
Σημειωτέον, επίσης, ότι οι ως άνω κρίσεις που εκφέρονται, και δη κατά τρόπο αξιωματικό, παραγνωρίζουν πλήρως τον τρόπο λειτουργίας ενός πολιτικού γραφείου, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο το παντελώς ανέφικτο για κάθε βουλευτή, ήτοι το οτι γίνεται ο ίδιος είναι κοινωνός κάθε αιτήματος κάθε ψηφοφόρου του και είναι αυτός που ενεργεί είτε αυτοπροσώπως είτε δίνοντας εντολές και κατευθύνσεις στους συνεργάτες του για την επίλυση του. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι απλώς πραγματολογικά εσφαλμένη, αλλά και νομικά επικίνδυνη, καθόσον οδηγεί σε μια απαράδεκτη γενίκευση που μετατρέπει την πολιτική ιδιότητα σε τεκμήριο ενοχής, καθώς κάθε ενέργεια συνεργάτη αποδίδεται αυτομάτως στον βουλευτή, ανεξαρτήτως γνώσης, βούλησης ή συμμετοχής αυτού.
Περαιτέρω, σχετικά με ην αποδιδόμενη σε εμένα σκοπιμότητα περί δήθεν επιδίωξης ενίσχυσης της «εκλογικής μου πελατείας», αυτή στερείται όχι μόνο αποδεικτικής βάσης, αλλά και στοιχειώδους λογικής συνοχής, καθόσον καταρρίπτεται ευθέως από τα ίδια τα αντικειμενικά εκλογικά δεδομένα. Και τούτο διότι το αποδιδόμενο κίνητρο οφείλει να παρουσιάζει ελάχιστη αντιστοιχία προς το αποτέλεσμα που φέρεται ότι επιδιώχθηκε, η οποία εν προκειμένω δεν υφίσταται.
Ιδιαιτέρως ενδεικτική είναι, κατ’ αρχάς, η προσωπική μου εκλογική επίδοση. Συγκεκριμένα, σε περιοχές με άμεση συνάφεια προς τα εξεταζόμενα πραγματικά περιστατικά, οι σταυροί προτίμησης που έλαβα κατά την εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου 2023 ανήλθαν σε 119 (από 217 που είχα λάβει το 2019), επί της συνολικής προσωπικής επίδοσης 11.364 στον Νομό Ρεθύμνου, καταγράφοντας σαφή μείωση σε σχέση με την εκλογική αναμέτρηση του 2019. Το στοιχείο αυτό όχι απλώς δεν συνάδει, ούτε κατ’ ελάχιστον, με την εικόνα πολιτικού προσώπου που φέρεται ότι αποκόμισε εκλογικό όφελος από τις αποδιδόμενες πράξεις, αλλά αντιθέτως αποτυπώνει εκλογική αποδυνάμωση και, συνακόλουθα, σημαίνει την πλήρη έλλειψη οποιασδήποτε ωφέλειας.
Σε επίπεδο κομματικής επιρροής τα δεδομένα οδηγούν στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα. Στον Νομό Ρεθύμνου, η Νέα Δημοκρατία κατά την εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου 2023 καταγράφει στασιμότητα, καθώς έλαβε ποσοστό 37,0%, σημαντικά χαμηλότερο του πανελλαδικού μέσου όρου και μόλις κατά 0,55% αυξημένο σε σχέση με το 2019, ενώ κατά την εκλογική αναμέτρηση του Ιουνίου του 2023 το ποσοστό αυτό διαμορφώθηκε στο 36,67%,ήτοι μόλις κατά 0,12% υψηλότερο έναντι της προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Η εικόνα καθίσταται ακόμη πιο αποκαλυπτική σε συγκριτικό επίπεδο, καθώς στους λοιπούς νομούς της Κρήτης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα καταγράφεται σαφώς μεγαλύτερη εκλογική άνοδος της Νέας Δημοκρατίας, ήτοι +7,16% στα Χανιά, +5,32%στο Ηράκλειο και +5,66% στο Λασίθι. Συνεπώς η μόνη περιφερειακή ενότητας στην οποία εάν η κατηγορία ευσταθούσε θα ανέμενε κανείς να αποτυπωθεί το υποτιθέμενο αποτέλεσμα της αποδιδόμενης συμπεριφοράς, είναι ακριβώς εκείνη στην οποία τέτοιο αποτέλεσμα δεν προκύπτει.
Περαιτέρω, σε επίπεδο επιμέρους τοπικών κοινωνιών, τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν απλώς την απουσία ωφέλειας, αλλά καταδεικνύουν και την ενίσχυση άλλων πολιτικών δυνάμεων.
Στον Δήμο Μυλοποτάμου, το ΠΑΣΟΚ, από ποσοστό 9,82% το 2019 ανήλθε στο 21,47% τον Μάιο του 2023 και εν συνεχεία στο 42,44% τον Ιούνιο του 2023, αναδεικνυόμενο σε πρώτο κόμμα, ενώ στα Ζωνιανά, κατά την εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου 2023, πρώτο κόμμα αναδείχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστό 40,45%, έναντι 38,55% της Νέας Δημοκρατίας.
Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω, καθίσταται προφανές ότι η αποδιδόμενη σε εμένα πράξη στερείται παντελώς τόσο νομικής όσο και πραγματικής θεμελίωσης. Δεν υφίσταται ούτε η ελάχιστη ένδειξη προσωπικής μου εμπλοκής, ούτε αποδεικνύεται γνώση, βούληση ή οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής μου στις αποδιδόμενες πράξεις, ενώ, περαιτέρω, η ίδια η επιχειρούμενη θεμελίωση κινήτρου καταρρέει υπό το βάρος αντικειμενικών δεδομένων. Η υπό κρίση κατηγορία δεν συνιστά παρά μία ερμηνευτική κατασκευή, αποσυνδεδεμένη από τα πραγματικά περιστατικά και ασύμβατη με τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου.
Καθώς όμως η κατασκευή αυτή δύναται να πλήττει την ηθική μου υπόσταση, η προσφυγή στη δικαστική κρίση συνιστά τη μόνη πρόσφορη οδό για την πλήρη αποκατάσταση της τιμής και της υπόληψής μου. Η δημόσια ζωή, και ιδίως η άσκηση κοινοβουλευτικών καθηκόντων, προϋποθέτει όχι μόνο την τήρηση της νομιμότητας, αλλά και την ύπαρξη αισθήματος της πλήρους εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς. Αυτή επιβάλλει την πλήρη απομάκρυνση κάθε σκιάς, μέσω της προσήκουσας δικαστικής διαδικασίας.
Διά ταύτα, ζητώ από την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας να εισηγηθεί υπέρ της άρσης της ασυλίας μου, προκειμένου η υπόθεση να αχθεί ενώπιον της τακτικής Δικαιοσύνης και να κριθεί επί της ουσίας της, με μοναδικό γνώμονα την αλήθεια και την εφαρμογή του νόμου”.
Δείτε ΕΔΩ το υπόμνημα του Γιάννη Κεφαλογιάννη









