Στο πλαίσιο επέκτασης των Οθωμανών μετά την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αρκετές βενετικές κτήσεις περιήλθαν στην κυριαρχία τους. Ανάμεσά τους, η Ρόδος (1522), η Κρήτη (1645-1669) και η Κύπρος (1571). Ωστόσο, καθ’ όλη τη διάρκεια του 16 ου αι. και τις αρχές του 17 ου , μετά από κάθε πολεμική σύγκρουση μεταξύ τους, αμφότερες οι δυο αυτές δυναμεις επιδείκνυαν το ίδιο ενδιαφέρον για αποκατάσταση της ειρήνης και επανασύνδεση των διπλωματικών τους σχέσεων. Για την Κρήτη, πολλοί Οθωμανοί νομομαθείς είχαν διατυπώσει την άποψη ότι ανήκε «αυτοδικαίως» στην αυτοκρατορία τους, όπως όλα τα βυζαντινά, στο παρελθόν, εδάφη. (Γιάννη Γρυντάκη, Η κατάκτηση της δυτικής Κρήτης από τους Τούρκους, Ρεθυμνο 1998). Την εποχή εκείνη, τα βενετσιάνικα πλοία έλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος του διαμετακομιστικού εμπορίου της Ανατολής. Ο Οθωμανικός στόλος, με 416 καράβια και 50.000 στρατό, με επικεφαλής τον Γιουσούφ Πασά, έφτασε στα Χανιά τον Ιούνιο του 1645. Η πόλη καταλήφθηκε μετά από μάχες δύο μηνών. Αρχές του επόμενου χρόνου ο Γιουσούφ Πασάς έπεσε σε δυσμένεια, ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και απαγχονίστηκε. Τον Ιούλιο του 1646, νέα Οθωμανική αρμάδα, με 40.000 στρατό και επικεφαλής τον Γαζή Ντελή Χουσεΐν Πασά, αποβιβάστηκε στη Σούδα.
Ο ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΑΖΗ ΧΟΥΣΕΪΝ ΩΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1646, ένας ειδικός απεσταλμένος της αυτοκρατορικής αυλής φτάνει στο λιμάνι των Χανίων. Φέρνει στον Γαζή Χουσεΐν Πασά ένα βασιλικό διάταγμα, ένα σπαθί διακοσμημένο, δύο τιμητικά ράσα κι ένα ειδικό παλτό με κόκκινη γούνα. Τα αυτοκρατορικά δώρα παρουσιάζονται και παραδίδονται, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης για την περίσταση τελετής. Φορώντας το ράσο και το γούνινο παλτό, και φέροντας το βαρύτιμο σπαθί, ο Πασάς σηκώνεται και, παρουσία των αξιωματικών, διαβάζει το φιρμάνι: ο σουλτάνος τον διόριζε διοικητή της Κρήτης, γι αυτό και ο ίδιος όφειλε να επιδείξει την απαραίτητη επιμέλεια και να καταβάλει την απαιτούμενη προσπάθεια για την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Κρήτης. Έλεγε ακόμη το φιρμάνι ότι οι αναγκαίες προμήθειες για τον στρατό μπορούσαν να ληφθούν από περιοχές στις ακτές της Ρούμελης με πλοία, και ότι είχαν σταλεί ειδικές διαταγές για το θέμα αυτό. Την τελετή διαδέχθηκε γιορτή και γεύμα για τους στρατιώτες, με πιλάφι, κρέας και χαλβά, την οργάνωση του οποίου είχε αναλάβει ο Βελής Κετχουντάς, μετέπειτα ιδρυτής του ομώνυμου τεμένους στο Ρέθυμνο. Μετά τις εορταστικές εκδηλώσεις, συζητήθηκε η συνέχιση της κατάκτησης και συγκεκριμένα η πολιορκία του κάστρου στη νησίδα της Σούδας. Τελικά όμως, αποφασίστηκε να στραφούν προς το κάστρο του Ρεθύμνου, η κατάκτηση του οποίου κρίθηκε πιο σημαντική. Ως βάση των επιχειρήσεων για τις αποστολές προς το Ρέθυμνο, επιλέχτηκε το φρούριο του Αποκόρωνα, το οποίο αποφασίστηκε να οχυρωθεί, να σκαφτούν νέες τάφροι για την άμυνα από τις επιθέσεις των βενετσιάνικων πλοίων, να εγκατασταθούν εκεί στρατιώτες και να επιταχθούν επ᾽αμοιβή βόδια και μουλάρια των υπηκόων, για τη μεταφορά πολεμικού υλικού και βασικών εφοδίων.

Ο στρατός ξεκουράστηκε για πέντε μέρες στην ακτή, κοντά στο χωριό Δράμια. Το πρωί της επομένης, αναχώρησε και έφτασε στους αμπελώνες έξω από την πόλη του Ρεθύμνου (Ιστορία της κατάκτησης της Κρήτης. Ουσταζαδέ Γιουνούς Μπέη, επιμ. Αλή Εκρέμ Ερκάλ).
ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΝΤΕΛΗ ΧΟΥΣΕΪΝ ΠΑΣΑΣ
Ο Ντελή Χουσεΐν Πασάς ήταν στρατιωτικός και κρατικός αξιωματούχος, που είχε διατελέσει κυβερνήτης διαφόρων επαρχιών αλλά και αρχιναύαρχος (kapudan pasa ή kapudan-i derya) του οθωμανικού στόλου κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλτάνου Μουράτ Δ’, τη δεκαετία του 1630. Ο θρύλος λέει ότι κέρδισε την εύνοια του σουλτάνου Μουράτ Δ χάρη στη δύναμη και την επιδεξιότητά του στην τοξοβολία. Ο πρέσβης της Περσίας είχε προσφέρει ως δώρο στον σουλτάνο ένα θαυμάσιο τόξο που είχε φέρει από τη χώρα του, εξαιρετικά δύσκολο όμως στη συναρμολόγηση και τη χρήση του. Σε διαγωνισμό που διοργανώθηκε στο παλάτι, κανείς δεν μπόρεσε να λύσει τη χορδή του, και ο Σουλτάνος διέταξε να κρεμαστεί το τόξο στην Πύλη του Αγά και να αναφερθεί σε αυτόν το άτομο που θα κατάφερνε να το κάνει. Το άτομο αυτό ήταν ο Χουσεΐν, όπως αναφέρθηκε στον Σουλτάνο (σχετικό βίντεο από τηλεοπτικό σήριαλ: https://www.youtube.com/watch?v=f5hgHKt81JM).

Το τόξο εκείνο, που άνοιξε τον δρόμο για τη σταδιοδρομία του Ντελί Χουσεΐν Πασά, φυλάσσεται στο Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. Ο Χουσεΐν είχε γεννηθεί στο Γενισεχίρ, κοντά στην Προύσα της Μ. Ασίας. Υπηρετούσε στο στρατό ως μέλος του σώματος των baltaci, στο παλάτι Τοπ Καπί. Κερδίζοντας, όπως είδαμε, την εύνοια του Μουράτ Δ΄, άρχισε να προάγεται στην ιεραρχία και, αφού υπηρέτησε σε πολλές διαφορετικές θέσεις, έγινε ο έμπιστος του Μουράτ Δ΄. Το 1638, διορίστηκε Κυβερνήτης της Ανατολίας και το 1639, εκτελούσε χρέη βοηθού Μεγάλου Βεζίρη (sadaret kaymakamı). Μετά τον θάνατο του Μουράτ Δ΄, υπηρέτησε ως έμπιστος και του επόμενου σουλτάνου, του Ιμπραήμ. Έφερε τον τίτλο του «Γαζή» (ιερού πολεμιστή, ήρωα) αλλά το προσωνύμιο «Ντελή» (τρελός) λόγω της ατρόμητης στάσης και των πράξεών του. Ήταν γεροδεμένος και θαρραλέος, και είχε δείξει μεγάλο ηρωισμό στις εκστρατείες που έλαβε μέρος, ιδιαίτερα σ᾽αυτες του Γιερεβάν και της Βαγδάτης. Μεγάλη φήμη απέκτησε και λόγω της συμβολής του στην κατάκτηση της Κρήτης, όπου παρέμεινε δώδεκα χρόνια ως διοικητής, επιτυγχάνοντας την κατάληψη του Ρεθύμνου και πολλών άλλων φρουρίων και εδαφών.

Δεν μπόρεσε να καταλάβει, αν και επιχείρησε τρεις φορές, τον Χάνδακα, προετοίμασε ωστόσο το έδαφος για την κατάκτησή του, κατασκευάζοντας το φρούριο Ιναντιγιέ. Έγινε σεβαστός και αγαπητός από τον λαό. Αγωνίστηκε για τη διάδοση του Ισλάμ στην Κρήτη, και η πολιτική του είχε ως αποτέλεσμα μεγάλος μέρος του πληθυσμού να το ασπαστεί μαζικά.

ΕΥΑΓΗ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΑΖΗ ΧΟΥΣΕΪΝ ΠΑΣΑ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΚΡΗΤΗ
Ο Γαζή Χουσεΐν επισκεύασε το φρούριο του Ρεθύμνου, που είχε υποστεί φθορές από τις πολεμικές επιχειρήσεις και έχτισε σ’ αυτό τζαμί στη θέση του ναού του Αγ. Νικολάου στο όνομα του Σουλτάνου Ιμπραήμ. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημιουργία φιλανθρωπικών ιδρυμάτων: στο Ρέθυμνο ίδρυσε ένα ιμαρέτ (πτωχοκομείο, δημόσια κουζίνα) στον ναό του Αγίου Φραγκίσκου, έναν μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), κι ένα χαμάμ.
Ταυτόχρονα, μετέτρεψε σε τζαμί τον ναό της Santa Maria της μονής των Αυγουστινιανών, το γνωστό ως τζαμί της Νερατζές. Στα Χανιά μετέτρεψε μια εκκλησία σε τζαμί, στη σημερινή οδό Μουσούρων και ίδρυσε ένα ακόμα τζαμί στο Καστέλι Κισσάμου. Aκόμη αναφέρεται ότι ίδρυσε τζαμί στο Λαράνι Μονοφατσίου, στο Ηράκλειο. Πολλά χωριά της Κρήτης του παραχωρήθηκαν ως βακουφικά, από τις προσόδους των οποίων συντηρούνταν τα ιδρύματα του.


Για τη συντήρηση του Τζαμιού της Νερατζές χρησιμοποιούνταν οι πρόσοδοι των χωριών Χρωμοναστήρι και Πρασσές, τα οποία είχε δωρίσει ο Σουλτάνος στον Χουσεΐν Πασά, καθώς και τα έσοδα από κάποιους νερόμυλους και άλλα αστικά και αγροτικά ακίνητα του Πασά. Στο ορθογώνιου σχήματος κτίριο, οι Οθωμανοί προσέθεσαν τρεις ημικυκλικούς θόλους. Διατήρησαν, όπως συνήθιζαν, το βενετσιάνικο θύρωμα εισόδου, εξαιρετικό δείγμα αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής.

Ο μιναρές του τζαμιού, με δύο εξώστες, είναι ο ψηλότερος της πόλης. Το μνημείο αναστηλώθηκε το 1986 και σήμερα χρησιμοποιείται ως ωδείο και χώρος εκδηλώσεων.

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΑΖΗ ΧΟΥΣΕΪΝ
Παράλληλα με τις φιλανθρωπικές του δραστηριότητες, ο Ντελή Χουσεΐν Πασάς ξεκίνησε και τις προετοιμασίες για την κατάληψη του οχυρωμένου Κάστρου του Χάνδακα. Ωστόσο, ο οθωμανικός στόλος, που έσπευδε να τον βοηθήσει, ηττήθηκε από τους Βενετούς και έτσι η πολιορκία απέτυχε. Έχοντας παραμείνει στο νησί για μεγάλο χρονικό διάστημα ως διοικητής της Κρήτης, ο Ντελή Χουσεΐν Πασάς έλαβε μέτρα για να εξοικειώσει τον ελληνικό πληθυσμό του νησιού, με την οθωμανική κρατική διοίκηση, από την οποία προσδοκούσε μια δικαιότερη φορολόγηση από αυτή που επέβαλλαν οι Βενετοί.
Ωστόσο, καταγγελίες για οικονομικές παραβάσεις είχαν φτάσει στην Κωνσταντινούπολη και ως εκ τούτου η κεντρική διοίκηση έστειλε επιθεωρητές στο νησί για να διερευνήσουν ιδίως τα έσοδά του. Επιπλέον, δεν υπήρχαν επαρκή έσοδα για να πληρωθούν οι Γενίτσαροι στο νησί και οι μισθοί δεν καταβάλλονταν. Οι στρατιώτες που δεν λάμβαναν τους μισθούς τους επιτέθηκαν στη σκηνή του Ντελή Χουσεΐν Πασά και τη λεηλάτησαν. Ο Ντελή Χουσεΐν Πασά θέλησε να παραιτηθεί, αλλά το αίτημά του δεν έγινε δεκτό. Τον Φεβρουάριο του 1656, όταν ο τότε Μεγάλος Βεζίρης Σουλεϊμάν Πασάς απολύθηκε από τη θέση του, αποφασίστηκε ότι ο Ντελή Χουσεΐν Πασάς θα τον αντικαθιστούσε. Η αυτοκρατορική σφραγίδα του Μεγάλου Βεζίρη του στάλθηκε στην Κρήτη με πλοίο. Ωστόσο, πριν φτάσουν τα νέα στην Κρήτη, ξέσπασε μεγάλη στάση των Γενίτσαρων. Για να τερματιστεί αυτή η εξέγερση, και πριν καν η αυτοκρατορική σφραγίδα φτάσει στην Κρήτη, στην πρωτεύουσα ο Ζουρναζέν Μουσταφά Πασάς (αντίπαλος του Ντελή Χουσεΐν Πασά), είχε καταφέρει να ανατρέψει την απόφαση του σουλτάνου και να διοριστεί εκείνος στη θέση του Μεγάλου Βεζίρη. Έτσι, ο Ντελή Χουσεΐν Πασά θεωρήθηκε απολυμένος αφού υπήρξε Μεγάλος Βεζίρης μόνο για 6 ημέρες και πριν καν ενημερωθεί γι αυτό. Τον Σεπτέμβριο του 1656, Μεγάλος Βεζίρης διορίστηκε ο Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασάς. Εκείνη την εποχή, ο Χουσεΐν ως διοικητής της Κρήτης, συμμετείχε στην πολιορκία του Χάνδακα, που είχε ξεκινήσει από τον Μάιο του 1648 και συνεχιζόταν με αψιμαχίες, διάνοιξη σηράγγων και ναρκοθέτηση. Ο νέος Μεγάλος Βεζίρης, θεώρησε την πολιορκία αυτή αποτυχημένη. Πίστευε
επίσης ότι ο Ντελή Χουσεΐν Πασάς είχε καταχραστεί τα χρήματα που είχαν σταλεί για τις δυνάμεις στην Κρήτη, γι αυτό και τον απέλυσε από τη θέση του διοικητή της Κρήτης. Ο Ντελή Χουσεΐν Πασάς εμφανίστηκε ενώπιον του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ στην Αδριανούπολη.

Ο Μεγάλος Βεζίρης Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασάς ξεκίνησε προσπάθειες για την καθαίρεση του Χουσεΐν Πασά, τον οποίο θεωρούσε αντίπαλο. Δημοφιλής όμως μεταξύ των ηγετικών προσωπικοτήτων του κράτους, ο Χουσεΐν Πασάς διορίστηκε εκ νέου Αρχιναύαρχος τον Δεκέμβριο του 1657. Γνωρίζοντας τις προθέσεις του Μεγάλου Βεζίρη απέναντί του, ήταν πολύ προσεκτικός κατά τη διάρκεια της θητείας του και προσπάθησε να μη δώσει καμία αφορμή για παράπονα. Ένα χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1658, ο Χουσεΐν Πασάς διορίστηκε Μπεϊλέρμπεης της Ρούμελης, με εκτεταμένες εξουσίες. Κατά τη διάρκεια της θητείας αυτής, απαίτησε ένα ορισμένο ποσό φόρων από τον λαό για να καλύψει τα έξοδα του προσωπικού του παλατιού. Κατόπιν αυτού, ο καδής της Φιλιππούπολης, Σουλεϊμάν Εφέντης, έστειλε καταγγελία στην κεντρική κυβέρνηση, ενώ και άλλα παράπονα υποβλήθηκαν από τη Ρούμελη στον σουλτάνο. Ο Μεγάλος Βεζίρης Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασάς, που παρακολουθούσε στενά κάθε ενέργεια του Χουσεΐν Πασά, βρήκε αφορμή από τα παράπονα αυτά, πετυχαίνοντας να ανακληθεί ο Χουσεΐν στην πρωτεύουσα και να υποβληθεί σε ανάκριση παρουσία του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄. Ο Χουσεΐν κρίθηκε ένοχος, φυλακίστηκε στις φυλακές Γεντικουλέ και, παρά τις εκκλήσεις των φίλων του να του απονεμηθεί χάρη, εκτελέστηκε τελικά στις 29 Δεκεμβρίου 1658, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη δημόσια αγανάκτηση. Τάφηκε στον κήπο του Γεντικουλέ, έξω από την πύλη Γιαλντιζλί. Το μνήμα του φέρει επιτύμβια στήλη με κάλυμμα κεφαλής, χωρίς επιγραφή.












