Νοέμβριο του 1884 ξεκινούν οι παραδόσεις στο Πανεπιστήμιο του Γεωργίου εΧατζηδάκη
Στη δύση του 20ου αιώνα η καθημερινότητα του Ρεθύμνου μέσα από τον τύπο αναδεικνύεται σε ρακένδυτη κατάσταση. Τα χρέη κατακλύζουν τον ταλαίπωρο λαό του και το κρητικό ζήτημα παραμένει ο μεγάλος πονοκέφαλος της Ελληνικής Κυβέρνησης.
Οι Ρεθεμνιώτες όμως συνεχίζουν να προκαλούν την τύχη τους και κάποιοι που κατάφεραν να αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες στις μεγαλουπόλεις διαπρέπουν.
Ο Εμμανουήλ Πετυχάκης υποπρόξενος της Ελλάδος στο Ρέθυμνο είναι από τους παράγοντες που μένουν και αγωνίζονται στον τόπο τους. Και διακρίνεται. Όταν του απονέμεται το παράσημο των Ιπποτών του Ιταλικού στέμματος, με Βασιλικό Διάταγμα του επιτρέπεται να το φέρει.
Ο Πετυχάκης, σύμφωνα με τον Γιώργη Εκκεκάκη, διαδέχτηκε στη θέση αυτή τον μεγαλύτερο αδελφό του Χαράλαμπο, δάσκαλο και δημογέροντα.
Η Χριστιανική Δημογεροντία κάνει επίσης τα πάντα για την ανακούφιση της κοινότητας. Η Παιδεία απασχολεί την Πόλη των Γραμμάτων.
Τέλη του Σεπτέμβρη 1884, προσκαλούν οι δημογέροντες τους ηγουμένους των Μονών και τους πείθουν να διαθέσουν για κείνη τη χρονιά χίλιες λύρες για τον σκοπό αυτό.
Στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των Ρεθεμνιωτών βλέπουμε να συμβάλει και ο Εμμανουήλ Χαμαράκης. Όπως ενημερώνει τους πελάτες του, με ανακοίνωσή του στην εφημερίδα «Αρκάδιον» θα σερβίρει στο εξής στο καφενείο του στο λιμάνι και ευρωπαϊκά ποτά. Έφερε μάλιστα και μπύρα βαρελιού από τη Βιέννη. Κάθε ποτήρι 30 παράδες.
Φυσικά για ό,τι άλλο δημοσιευόταν και τον αφορούσε κανένας δεν θα έδινε σημασία καθώς επρόκειτο για τον περίφημο «Κόκκινο» από την Πηγή, τον αδιαφιλονίκητο «Μιγχάουζεν» του Ρεθύμνου. Αλλά την προσφορά του αυτή καθένας θα μπορούσε να διαπιστώσει.

Σκάνδαλο κατάχρησης δημοσίου χρήματος
Το μεγάλο γεγονός όμως αυτής της περιόδου είναι το σκάνδαλο κατάχρησης χρημάτων που ξέσπασε στο Εφκαφικό Ταμείο Ρεθύμνης. Ήταν η υπηρεσία που διαχειριζόταν τις προσόδους από τα κτήματα των Μωαμεθανών και την αφιερωμένη δεκάτη.
Οι πρώτες υπόνοιες άρχισαν να δημιουργούνται από την περίεργη και σθεναρή αντίδραση των παραγόντων του ταμείου στο αίτημα της χριστιανικής κοινότητας για την κατάργηση της δεκάτης. Και οι υποψίες βεβαιώθηκαν όταν επιλήφθηκε του θέματος ο Ομέρ εφένδης Ατφή Ομεράκης μετά τον διορισμό του ως νέος ταμίας.
Αυτό που παραξένεψε τον Ομέρ, ήταν κάποια ξύσματα σε ορισμένα νούμερα, σαν να ήθελε κάποιος να τα παραποιήσει. Ξεκινά αμέσως έλεγχο στη διαχείριση του προκατόχου του και ανακαλύπτει έλλειμμα πάνω από 40.000 γρόσια. Και το ζήτημα πήρε την οδό της δικαιοσύνης.
Έτοιμη και η γέφυρα Πλατανιά
Τέλος του Σεπτέμβρη 1884 ολοκληρώθηκε και η κατασκευή της γέφυρας Πλατανιά που στοίχισε τουλάχιστον 1.500 λίρες.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για μικρό διάστημα χτυποκάρδισαν οι τοπικοί παράγοντες αν θα περάσει το νερό του ποταμού. Μπήκαν μάλιστα και στοιχήματα αν και ήταν γνωστές οι ικανότητες του μηχανικού Βολανάκη που τελικά δικαίωσε όσους τον εμπιστεύθηκαν «μόλις μπήκε το νερό στ’ αυλάκι».
Την ίδια περίοδο αναχωρεί για τη νέα του θέση του διοικητή Λασιθίου ο Λεωνίδας Βαρούχας και το «Αρκάδιον» δημοσιεύει ρεπορτάζ της υποδοχής του.
Όπως αναφέρει ο Γιώργης Εκκεκάκης στους Ρεθεμνιώτες που άφησαν ίχνη ο Λεωνίδας Στ. Βαρούχας (1834-1885) ήταν σημαντικός παράγοντας της Χριστιανικής Κοινότητας και πριν διοριστεί διοικητής Λασιθίου, διετέλεσε σχολικός έφορος το 1860 και Διοικητικός Σύμβουλος το 1871.
Γεννήθηκε στα Χανιά όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως Αντιπρόσωπος της επαρχίας Αμαρίου στο Συμβούλιο της Γενικής Διοίκησης και στη συνέχεια ταμίας του Τελωνείου Χανίων. Ήταν δημοφιλέστατος κι όταν πέθανε στη Νεάπολη το 1885 η εφημερίδα «Αρκάδιον» ανήγγειλε τον θάνατό του κυκλοφορώντας με πένθιμο πλαίσιο.
Αίτημα για δημιουργία προαστίου
Εκείνη την εποχή η πόλη αρχίζει να ασφυκτιά. Και ο Γενικός Διοικητής Κρήτης δέχεται υπόμνημα με 125 υπογραφές Ρεθεμνιωτών που ζητούν την άδεια να επιτραπεί σχηματισμός προαστίου εκτός των τειχών της πόλης.
Μερικά ακόμα αξιοσημείωτα που διαβάζουμε στον τύπο της εποχής είναι η ανάθεση της στρατιωτικής εκπαίδευσης του διαδόχου Κωνσταντίνου στον «δικό» μας Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη. Ήταν ο γιος του Βασιλείου (Ρέθυμνο 1811-Αθήνα 1890) υπουργού Στρατιωτικών της Ελλάδος το 1878. Να σημειωθεί ότι ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρώτος Διοικητής ΓΕΣ όταν δημιουργήθηκε το επιτελείο το 1906.

Αυτή την περίοδο παίρνει πτυχίο της φιλεκπαιδευτικής εταιρείας με «Άριστα» η Αριάδνη Μ. Δαμβέργη.
Ο θάνατος του Δημητρίου Καλομενόπουλου προκαλεί θλίψη στην τοπική κοινωνία. Τον νεκρολογεί ο διδάκτορας της Νομικής Γεώργιος Σκουλούδης εξάροντας τις αρετές του νεκρού. Ο Καλομενόπουλος αυτός ήταν στέλεχος της χριστιανικής κοινότητας και έφορος των κοινών καταστημάτων το 1864. Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν αγωνιστής στην επανάσταση του 1821.
Τέλη Νοεμβρίου του 1884 σημειώνονται στην πόλη τέσσερα κρούσματα ευλογιάς και ζητείται η παρέμβαση της Διοίκησης για τη λήψη μέτρων.
Η κακοκαιρία επίσης ταλαιπωρεί τον νομό καθώς για πέντε ολόκληρα μερόνυκτα «άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού». Η βροχή προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στη γεωργία και ιδιαίτερα στον ελαιόκαρπο. Σε απόγνωση οι ενοικιαστές της δεκάτης του λαδιού άρχισαν τις αναφορές στη Διοίκηση προκειμένου να τους στηρίξει.
Η Διοίκηση Ρεθύμνης ξεκινά την επιθεώρηση δήμων. Οι δήμοι Ατσιποπούλου και Ρεθύμνης δεν «παίρνουν καλό βαθμό» λόγω της σύγχυσης και αταξίας που επικρατεί. Αντίθετα ο δήμος Πηγής διακρίνεται για την εύρυθμη λειτουργία του προς μεγάλη χαρά του δημάρχου Π. Μανωλιτσάκη που παίρνει και τα εύσημα.
Εορτασμός της Αρκαδικής Εθελοθυσίας
Την Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 1884, τιμάται στο Ρέθυμνο η επέτειος της Αρκαδικής Εθελοθυσίας Από τις 9 το πρωί, μισή ώρα μετά τη Θεία Λειτουργία άρχισαν οι καμπάνες να χτυπούν πένθιμα. Στον καθεδρικό ναό είχε δημιουργηθεί ένα κενοτάφιο με αφιερώματα στους ήρωες του Αρκαδιού με περίτεχνη διακόσμηση.
Μετά την επιμνημόσυνη δέηση ακολούθησε κατάθεση στεφάνων. Τελευταία κατέθεσε στεφάνι και η εφημερίδα «Αρκάδιον».
Ακολούθησε το απόγευμα καλλιτεχνική εκδήλωση στη δημοτική των αρρένων σχολή που παρακολούθησαν και όσοι είχαν μεταβεί στο μοναστήρι για προσκύνημα. Κανένας δεν ήθελα να χάσει τη γιορτή στη διάρκεια της οποίας ακούστηκε το ποίημα του Δ. Παπαρρηγόπουλου το «Aρκάδιον».
Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε ο δικηγόρος Ευάγγελος Δ Σταυρουλάκης.
Με μεγαλοπρέπεια τιμήθηκε η επέτειος και στο μοναστήρι, από την παραμονή της επετείου, με έναν καιρό παράξενο φιλικό για την εποχή, παρουσία αρχών. Ανάμεσα στους προσκυνητές ήταν και κάποιοι που βίωσαν τα συγκλονιστικά γεγονότα. Η παρουσία τους μάλιστα είχε φορτίσει συναισθηματικά την εκδήλωση, ιδιαίτερα όταν είχαν την ευκαιρία να αναφερθούν σ’ αυτά.
Την επομένη έγινε στην Ιερά Μονή, η καθιερωμένη επιμνημόσυνη δέηση. Κεντρικός ομιλητής ήταν ο Ιεροδιάκονος Ιάκωβος Πλουμής. Ακολούθησε το καθιερωμένο γεύμα στο οποίο και παρεκάθισαν όλοι οι προσκυνητές.
Γραμματοδιδασκαλείο στις φυλακές
Μια σημαντική ανακοίνωση δεσπόζει στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Αρκάδιον» (17/11/1884).
Με πρωτοβουλία του προέδρου Πρωτοδικών Π. Ταταράκη, θα λειτουργούσε γραμματοδιδασκαλείο στις φυλακές. Είχαν ήδη συγκεντρωθεί και τα απαιτούμενα χρήματα για αγορά βιβλίων και γραφικής ύλης.
Ο μέγιστος γλωσσολόγος Γ. Χατζηδάκις
Αισθήματα βαθειάς περηφάνιας δημιούργησε στους Ρεθεμνιώτες η είδηση της έναρξης παραδόσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών του μεγάλου μας γλωσσολόγου Γεωργίου Χατζιδάκι με τη μυθιστορηματική ζωή.
Ήταν σοφός πράγματι ο Γεώργιος Χατζηδάκις. Αναρίθμητες πηγές στο διαδίκτυο το επιβεβαιώνουν με εκτενέστατες αναφορές.
Σύμφωνα με τον επίσης μεγάλο γλωσσολόγο Γεώργιο Κουρμούλη η προσφορά τού Γ. Χατζιδάκι στην επιστήμη δεν συνίσταται τόσο στο ότι πρώτος αυτός εισήγαγε τη γλωσσική επιστήμη στην Ελλάδα, πράγμα επίσης σημαντικό, όσο κυρίως στο ότι ήταν ο πρώτος που θεμελίωσε τον νεοελληνικό λόγο, καθορίζοντας τη βάση και τη μεθοδολογία ερεύνης του.
Ο Γεώργιος Νικολάου Χατζιδάκις ο θεμελιωτής της επιστήμης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα και πρώτος καθηγητής της Γλωσσολογίας και της Ινδικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γεννήθηκε στη Μύρθιο Αγίου Βασιλείου, στις 12 Νοεμβρίου 1848.

Το επώνυμο της οικογένειας ήταν «Χατζή Χαρκιάς», αλλά σύμφωνα με τον καθηγητή Μπαμπινιώτη από την ιδιορρυθμία κάποιου σχολάρχη του Ρεθύμνου μετατράπηκε σε «Χατζιδάκις» και γενικεύτηκε για όλη την οικογένεια.
Τα πρώτα γράμματα που έλαβε, ήταν στο μικρό σχολείο της πατρίδας του. Όμως, το 1869 ως μετανάστης στην Αθήνα, λόγω της επανάστασης, φοιτά στο ιδιωτικό σχολείο Μανούσου και έπειτα στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών, όπου δέχτηκε μεγάλη επιρροή από τους καθηγητές του και άρχισε να αντιλαμβάνεται την κλίση του για τη γλωσσολογία.
Πώς όμως έφθασε στην Αθήνα; Αναφέρει σχετικά ο Μανόλης Κούνουπας: «Κάποια μέρα στα μέσα της δεκαετίας του 1860-70, στην απομονωμένη εκείνα τα χρόνια, αλλά πάντοτε μαγευτική παραλία του Πλακιά, ένα μεγάλο καΐκι ξεφόρτωνε εισαγώγιμα, εδώδιμα προϊόντα και φόρτωνε εξαγόμενα κρητικά.
Ένα παιδί από τη Μύρθιο το πολύ μέχρι δεκαπέντε ετών στεκόταν στην προβλήτα και χάζευε το ασυνήθιστο θέαμα της φορτοεκφόρτωσης και τον κοπιαστικό μόχθο των μεροκαματιάρηδων.
Όταν αργά το βράδυ έφτασε το τέλος του ωραρίου και οι εργάτες είχαν σχολάσει, το παιδί αφού έριξε μια ερευνητική ματιά γύρω και σιγουρεύτηκε ότι δε υπήρχε ψυχή ζώσα, σάλταρε πάνω από την κουπαστή του καϊκιού και τρύπωσε εν ριπή οφθαλμού στα ενδότερα».
Και ο κ. Κούνουπας με το γνωστό του λογοτεχνικό ύφος περιγράφει τον εντοπισμό την επομένη του μικρού λαθρεπιβάτη και τον τρόμο του όταν βρέθηκε μπροστά στον καπετάνιο συρόμενος από το γιακά. Την αγωνία του, στη συνέχεια, μέχρι να επιτύχει χάρη και να βρεθεί στον Πειραιά όπου απαξιωτικά τον παράτησαν ολομόναχο, ενώ ο καπετάνιος τον αποχαιρετούσε με τα λόγια, μαχαιριές, στην καρδιά του περήφανου Κρητικόπουλου.
«Ο Γεώργιος Χατζιδάκις σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με αφάνταστες στερήσεις. Το 1877, μετά από νίκη του σε πανεπιστημιακό γλωσσολογικό διαγωνισμό, του χορηγήθηκε υποτροφία από το Πανεπιστήμιο Αθηνών για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Ο Χατζιδάκις ταξίδεψε στην Γερμανία (Πανεπιστήμια Λειψίας, Ιένας και Βερολίνου) και μαθήτευσε για τρία περίπου χρόνια δίπλα σε Γλωσσολόγους τεράστιου ακαδημαϊκού διαμετρήματος όπως ο Georg Curtius και ο μαθητής του στην Λειψία Karl Brugmann, ο Eduard Sievers και ο Berthold Delbrück στην Ιένα. Το 1880 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου αρχικά εργάστηκε στο Διδασκαλείο Αθηνών. Ένα χρόνο αργότερα, το 1881, και σε ηλικία 33 ετών, ο Χατζιδάκις ανακηρύσσεται διδάκτορας (ο ίδιος μάλιστα, γι’ αυτό το λόγο, χαρακτήριζε τον εαυτό του «οψιμαθή») με την διατριβή: «Περὶ τῶν εἰς -ους Συνηρημένων τῆς Β΄ Κλίσεως καὶ τῶν εἰς -ος Οὐδετέρων Ὀνομάτων τῆς Γ΄ ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλληνικῇ». Το ίδιο έτος διορίστηκε υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1885 προήχθη σε έκτακτο καθηγητή, ενώ το 1890 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Γλωσσολογίας και της Ινδικής Φιλολογίας και ανέλαβε την ομώνυμη έδρα. Το 1906 εξελέγη Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Μαζί με τον Κωνσταντίνο Κόντο ίδρυσε το περιοδικό «Αθηνά», όπου δημοσίευσε τις περισσότερες εργασίες του. Εισήγαγε στην Ελλάδα την επιστημονική ιστορικοσυγκριτική μελέτη των γλωσσών και υπήρξε ο πρώτος καθηγητής γλωσσολογίας σε ελληνικό πανεπιστήμιο και από κοινού με τους Κωνσταντίνο Κοντό, Σπύρο Βάση και τον Πέτρο Παπαγεωργίου ίδρυσαν το 1888 την «Επιστημονική Εταιρεία Αθηνών», ενώ ήταν από τους ιδρυτές του συλλόγου «Αδαμάντιος Κοραής», που είχε στόχο τη συλλογή γλωσσικής ύλης.
Αποσύρθηκε το 1923.
Πολέμησε δύο φορές στις κρητικές εξεγέρσεις, τη μία σε νεαρή ηλικία το 1866 και την άλλη το 1897, ήδη καθηγητής της έδρας της Γλωσσολογίας και της Ινδικής Φιλολογίας. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο Ιταλός ναύαρχος Canevaro έκπληκτος από την παρουσία ενός Πανεπιστημιακού καθηγητή στις τάξεις των επαναστατών, ζήτησε να γίνει ανακωχή για να τον γνωρίσει και με συνοδεία οδηγήθηκε στο Ιταλικό πλοίο. Η συνάντηση βοήθησε στην υπογραφή συνθηκολογήσεως και στην άρση του ναυτικού αποκλεισμού του νησιού.
Κάτι διαφορετικό διαβάζουμε στον ιστότοπο Ερευνητικών Εργασιών μαθητών του Αρσάκειου Γενικού Λυκείου Ψυχικού αλλά εξίσου ενδιαφέρον.
«Ο αρχηγός του γερμανικού στόλου, ο όποιος έκπληκτος άκουσε τον Γεώργιο Χατζιδάκι, γέροντα πλέον με την παραδοσιακή κρητική στολή, να του απευθύνει τον λόγο λέγοντάς του, σε άπταιστα γερμανικά, ότι θεωρεί ντροπή το γερμανικό έθνος να φέρεται με αυτόν τον τρόπο απέναντι στον κρητικό λαό που διεκδικεί την ελευθερία του, με αποτέλεσμα να αποσύρει τον γερμανικό στόλο».
Το επιστημονικό έργο του υπήρξε μεγάλο σε όγκο και τεράστιο σε σημασία. Δημοσίευσε περί τις 650 λογοτεχνικές μελέτες, σε ξένα και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά, όπως η «Εστία», η «Εβδομάδα» και ο «Παρνασσός».
Τιμήθηκε από το κράτος με:
• Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.
• Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.
• Σταυρό των Ανώτερων Ταξιαρχιών του Τάγματος του Φοίνικα, ενώ ανακηρύχθηκε
• «Άρχων Μέγιστος Διδάσκαλος του Γένους» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το πόσο σημαντικός ήταν ο Γεώργιος Χατζηδάκις αποδεικνύεται από τα παρακάτω περιστατικά:
«Το 1928», αναφέρει ο κ. Μανόλης Κούνουπας, στο σχετικό του αφιέρωμα, «όταν ο Χατζηδάκις μεταβαίνει στο Α’ Διεθνές Γλωσσολογικό Συνέδριο της Χάγης, στο οποίο προεδρεύει ο μέγιστος γίγας της γλωσσικής επιστήμης ο πολύς Paul Kretschemer, αναγγέλλεται ως εξής η είσοδός του από τον πρόεδρο: «Αυτή τη στιγμή καταφθάνει ο Νέστωρ των γλωσσολόγων». Αμέσως μετά δημιουργείται μια ενθουσιώδης ατμόσφαιρα με το ακροατήριο να χειροκροτεί με ενθουσιασμό και ρίγη συγκίνησης τον σοφό καθηγητή».
Ένα άλλο επίσης σημαντικό περιστατικό αναφέρει ο καθηγητής Γιώργος Μπαμπινιώτης:
«Στις 29 Φεβρουαρίου τού 1929, στην Αίθουσα της Ακαδημίας Αθηνών, το καύχημα της Κρήτης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε της χώρας, με σεβασμό και με φωνή παλλόμενη από συγκίνηση προσφωνούσε μιαν από τις μεγαλύτερες μορφές του Νέου Ελληνισμού, τον Γεώργιο Χατζιδάκι, μ’ αυτά τα λόγια:
«Σεβαστὲ διδάσκαλε, πολύτιμε φίλε,
Δὲν ἔχεις ἀνάγκην νὰ σὲ βεβαιώσω μὲ πόσην ἐξαιρετικὴν χαρὰν ἐδέχθην τὴν πρόσκλησιν τῆς Ἀκαδημίας, ὅπως παραστῶ εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασίν της, ἵνα ἐπὶ τῇ ευκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ὀγδοηκοστῆς ἐπετηρίδος σου σοῦ φέρω τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ μέγα ἐπιστημονικὸν ἔργον σου καὶ τῆς ευλαβείας με τὴν οποίαν χαιρετίζει αύτη τὴν ἐπὶ τόσας δεκάδας ἐτών ἐξαίρετον διδακτικήν σου δράσιν…».
Αυτό το σοφό δάσκαλο μας περιγράφει από τη δική του οπτική ο Κώστας Μαμαλάκης στο αφιέρωμά του: «Η πόλη που δεν σβήνει».
«Ένα κοντό, συνεσταλμένο γεροντάκι, με τρόπους απλούς, ανεπιτήδευτους, αγαθού, άσημου ανθρώπου. Δεν προκαλεί την προσοχή. Απαρατήρητη περνά η παρουσία του. Τίποτα δεν δείχνει τη μεγαλοσύνη του!
Αθόρυβα δειλά προχωρούσε, σύριζα τοίχο τοίχο όπως συνήθιζε και ο Παλαμάς.
Σε κάθε χαιρετισμό απαντούσε με τη λεπτή, αδύνατη, χαρακτηριστική φωνή του όλο ευγένεια:
«Τι κάνετε κύριε Καθηγητά;».
«Γηράσκω αεί διδασκόμενος».
«Τι νεότερα;».
«Εν οίδα ότι ουδέν οίδα».
Λιτή, απέριττη, απλή ήταν η ζωή του. Μια φορά την εβδομάδα έμενε νηστικός. Πίστευε ότι έτσι ξεκούραζε τον οργανισμό του και τον αποτοξίνωνε. «Αυτό να κάνετε συμβούλευε» «για να γίνετε μακρόβιοι επί της γης».
Και έφθασε σε γήρας βαθύ, με πλήρη διαύγεια πνεύματος και χωρίς κατάπτωση των σωματικών του δυνάμεων.
Είχε βρει την ουσία της ζωής, είχε ανακαλύψει την ευτυχία και τον προορισμό του ανθρώπου κατά το πρόσκαιρο αυτό πέρασμα από την κοιλάδα των οδυρμών» όπως μας τόνιζε, όταν μας έκανε την τιμή να μας δεχτεί εδώ και χρόνια στο σπίτι του στην Αθήνα.
«Σε έβλαψαν;» συνέχιζε. «Ανταπόδωσε με το καλό. Έτσι κατά τρόπο χριστιανικού μεγαλείου τιμωρείς τον εχθρό σου. Ενώ συγχρόνως τον διδάσκεις και τον κάνεις να χαμηλώνει τα μάτια από ντροπή και συντριβή άμα σε συναντήσει.
Απλή και λιτή διαβίωση. Όλα αυτά παιδιά μου δίνουν τη λύτρωση και την αληθινή ευτυχία και την τελείωση στον άνθρωπο. Μετά το θεό πρέπει να λατρεύουμε τη φύση που είναι πηγή τόσων αγνών ηδονών του βίου. «Όχι στην Επικούρειο φιλοσοφία και τους δακτύλους λείχειν εκ της ηδονής».
Την ηδονή την βρίσκω όταν πίνω νεράκι του Θεού, κατάκρυο από φυσικού του από το σιδερένιο τάσι που βρίσκεται κρεμασμένο με αλυσιδίτσα στη βρύση του χωριού για το διψασμένο περάτη, δεν την αισθάνομαι στο πιο ακριβό κρυστάλλινο ποτήρι. Στα «Μαστραπαδάκια της μακρινής εποχής που είχε το φτωχικό πατρικό σπίτι στο χωριό μου εύρισκα την αληθινή χαρά και όχι τα κρυστάλλινα ποτήρια και σερβίτσια του τραπεζιού αυτού που βλέπεις του σπιτιού μου της Αθήνας».
Ο Γεώργιος Χατζηδάκις πέθανε στην Αθήνα το 1941, σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο, που πρόσφερε το μέγιστο στον ελληνικό λαό και πολιτισμό, απολαμβάνοντας τις τιμές ενός μεγάλου δασκάλου που υπηρέτησε με πάθος την επιστήμη του κατακτώντας τον οικουμενικό σεβασμό και την απόλυτη καταξίωση από τους διεθνείς ακαδημαϊκούς κύκλους.













