Όλοι αναγνωρίζουν, εδώ και αιώνες, τη συμβολή των Τριών Ιεραρχών στην εδραίωση του Χριστιανισμού και στην ανάδειξη της χριστιανικής θεολογίας κατά τον πολυποίκιλα μεταβατικό και δύσκολο για την ανθρωπότητα 4ο μ.Χ. αιώνα. Πράγματι, ο αγώνας του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και προσέφερε στην εποχή τους πολλά, αλλά και άφησε ανεξίτηλα ίχνη στα οποία βαδίζουν οι επόμενες γενιές των χριστιανών θεολόγων και των πιστών.
Στη μνήμη τους, λοιπόν, θα αφιερώσουμε, με το παρόν σημείωμα, λίγα λόγια. Και τούτο, διότι ο βίος τους και η διακονία τους προς το Θεό και την ανθρωπότητα του καιρού τους δέον να αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση. Διότι δεν ήσαν μόνον πλήρεις ευσέβειας, ψυχικά εύρωστοι και πνευματικά καλλιεργημένοι, αλλά και ηθικά ακέραιοι και άμεμπτοι.
Οι Τρεις Ιεράρχες με τη διδασκαλία και τη ζωή τους όλη φανερώνουν τη δύναμη της ευλογίας και της αγάπης και του λόγου του Ιησού Χριστού για την ανθρώπινη ζωή. Με τη διδασκαλία και την ερμηνεία της Αγίας Γραφής μετέδωσαν ως ένθερμοι και ακούραστοι αγγελιοφόροι το μήνυμα του χριστιανικού λόγου σε μια εποχή, τον 4ο αιώνα μ.Χ., που το ανθρωπολόι δοκιμάζεται κοινωνικοπολιτικά και βιώνει σημαντικές αλλαγές, με την επικράτηση του Χριστιανισμού αφενός και με τη μεταφορά του διοικητικού κέντρου της παντοδύναμης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τη Ρώμη και τη Δύση στην Ανατολή και την Κωνσταντινούπολη αφετέρου.
Προσέφεραν την ίδια τους την ύπαρξη και τη ζωή στον αγώνα για τη διάδοση του λόγου του Χριστού και την παρά τα εμπόδια που βρήκαν εμπρός τους κήρυξή του. Η θεολογία που οι ίδιοι δίδασκαν δεν ήταν κάτι υπερβατικό και ασύλληπτο για τον ανθρώπινο νου, αλλά φανερώνει ότι – όπως δίδαξε και ο ίδιος ο Χριστός – ο δρόμος της πίστης, της αγάπης και της αλήθειας είναι εκείνος που οδηγεί τον άνθρωπο στη σωτηρία της ψυχής του και τη λύτρωσή της από όλα τα επίγεια δεινά.
Επιπλέον, ας μην παραβλέπουμε το γεγονός ότι η μεγαλύτερη συμβολή τους στα Ελληνικά Γράμματα θεωρήθηκε το ότι γράφοντας και κηρύττοντας στα ελληνικά στάθηκαν πρωτοπόροι της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στην υπό ρωμαϊκή κυριαρχία Ανατολή. Έτσι, δι’ αυτής στάθηκαν σπουδαίοι αναμεταδότες των αγαθών της ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς συνδέοντας τα και με τη χριστιανική παράδοση.
Με αυτές τις σκέψεις ας ολοκληρώσουμε το παρόν κείμενο για τους Τρεις Ιεράρχες και με απέραντη ευγνωμοσύνη και μεγάλο σεβασμό στην προσφορά τους, γιατί, χάρη στο Βασίλειο το Μεγάλο, το Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, η χριστιανοσύνη, στο πέρασμα των καιρών, γνωρίζει και κατανοεί τα δώρα, από τη μια, που μας χάρισε ο Θεός, την αγάπη δηλαδή, την ευλογία του και ένα πελώριο ψυχοπνευματικό πλούτο, και τη σημασία, από την άλλη, της σωστής χρήσης της ελληνικής γλώσσας. Δώρα και γλώσσα, που είναι τόσο σημαντικά και απαραίτητα για την επίγεια, δημόσια και προσωπική, ζωή και απελευθέρωση των ψυχών όχι μόνο της νέας γενιάς, αλλά και όλων μας κάθε στιγμή από όσα μας «αμαυρώνουν ή καταδυναστεύουν» την καθημερινότητα.








