Της ΒΑΛΙΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ – ΜΑΚΡΗ
Το βιβλίο του Γιάννη Μανούσακα Ακροναυπλία: Θρύλος και πραγματικότητα το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε στην αρχή της Μεταπολίτευσης, το είχα διαβάσει πριν από πολλά χρόνια. Ξαναδιαβάζοντάς το τώρα, με τη ματιά του σήμερα, ανακάλυψα μια συγκλονιστική αφήγηση, η οποία μπορεί να συγκινήσει και το σύγχρονο αναγνώστη.
Γιατί το βιβλίο δεν αποτελεί απλώς μια μαρτυρία για τη σύλληψή του, τα βασανιστήρια στην Ειδική Ασφάλεια και τον εκτοπισμό του στην Ακροναυπλία από τη δικτατορία του Μεταξά· και ύστερα μέσα στην Κατοχή σε άλλα στρατόπεδα, αιχμάλωτος των Ιταλών, για να καταλήξει στην Κέρκυρα, απ’ όπου μετά από απίστευτες περιπέτειες, θα απελευθερωθεί. Είναι πολύ περισσότερα: Η ομορφιά και ο πλούτος της γλώσσας, οι ποιητικές περιγραφές της φύσης, η σκιαγράφηση αμέτρητων προσώπων, οι γεμάτες ένταση και συγκίνηση σκηνές, η ποικιλία των αντιθέσεων, ακόμη και το χιούμορ που μερικές φορές επιστρατεύει, συνθέτουν ένα σπουδαίο πεζογράφημα, με αναμφισβήτητη λογοτεχνική αξία. Και το σπουδαιότερο: μέσα από την αφήγηση της προσωπικής του περιπέτειας καταφέρνει να αναδείξει αξίες διαχρονικές, ιδανικά πανανθρώπινα, χωρίς τα οποία η ζωή δεν μπορεί να είναι πολιτισμένη ούτε άξια να βιωθεί.
Ποια είναι αυτά; Θα ξεκινήσω από την αστείρευτη αγάπη του για τη ζωή και τη λατρεία του προς τη φύση. Όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού, είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, όχι επειδή δεν την αγαπά, αλλά επειδή την αγαπά πολύ και τη θέλει ολόκληρη· και ολόκληρη είναι μόνο η ελεύθερη ζωή. «Σε μένα σύντροφε, αρέσει το έξω πιο πολύ. Γι’ αυτό νομίζω είναι που βρέθηκα κλεισμένος εδώ μέσα» λέει σε μια συζήτηση με έναν από τους συντρόφους του.
Χωρίς αυτό το πάθος για ζωή, δεν θα μπορούσε να αντέξει τα ανηλεή βασανιστήρια στην Ειδική Ασφάλεια του Μανιαδάκη επί τρεις μήνες, για να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Βούρδουλας και φάλαγγα ολονυχτίς και ένα χάραμα ημιθανή,τυλιγμένο με μια κουβέρτα, τον πετούν σε ένα κελί. Όταν συνέρχεται, κανένα από τα μέλη του σώματός του δεν μπορεί να μετακινήσει, αλλά η πρώτη σκέψη που κυριαρχεί στο μυαλό του είναι. «Θα γίνω καλά… Θα ζήσω». Και από τον φεγγίτη του κελιού διακρίνει ένα κλαράκι λεμονιάς με τρία καινούργια φύλλα και ανάμεσά τους τρία μπουμπούκια. Περνά τις μέρες του παρέα με τα τρία μπουμπούκια, που σκάνε ένα κάθε νύχτα και γίνονται τρεις πανέμορφοι λεμονανθοί και φέρνουν το φως, τον ήλιο,τον αέρα μέσα στο σκοτεινό κελί. Και τις νύχτες βλέπει όνειρα. Πως τάχα τα χέρια του έχουν γίνει φτερούγες και πετά πάνω από καταπράσινες δροσερές ποταμιές και ανθισμένα λιβάδια…
Η ομορφιά της φύσης τον παρηγορεί και στην απάνθρωπη ζωή των στρατοπέδων. Στην Ακροναυπλία, σε τέσσερις μεγάλους θαλάμους, μένουν πάνω από 600 άνθρωποι. Το κρεββάτι του, 15 καλάμια δεμένα σε τρία κάθετα κομμάτια πάνω σε δυο ξύλινα τρίποδα. Το νοικοκυριό του, μια κουβέρτα, ένα χωμάτινο πιάτο, ένα κουτάλι και ένα κύπελλο. Το κτίριο, μια παλιωμένη στρατώνα, κλεισμένη γύρω-γύρω με μαντρότοιχους. Αλλά από το παράθυρο προβάλλει η ομορφιά της, φύσης που την περιγράφει με εξαιρετικές ποιητικές εικόνες: Ο Αργολικός κόλπος, που τον παρομοιάζει με τεράστια βοϊδόγλωσσα που γύρευε να καταπιεί τη στεριά, ο κάμπος που απλώνεται μισοστρόγγυλος γύρω από τον κόλπο, τα βουνά ασημένια στην ανατολή του ήλιου, χρυσαφιά στη δύση του. «Ένιωθες» γράφει «εντός σου, στο πετσί σου, να είσαι ένα με το σύμπαν και κρατιόσουνα να μην αφήσεις κραυγή, ώσπου κάτι σε γυρνούσε από τη γαλήνια τούτη αποκάρωση στη ζοφερή πραγματικότητα του σκλαβωμένου ανθρώπου». Για τον Μανούσακα η φύση δεν είναι μόνο η παρηγοριά μέσα στη δοκιμασία, η ομορφιά μέσα στην ασκήμια· συμβολίζει και το πλάτεμα της ζωής,το άνοιγμα προς την ελευθερία, το πέταγμα προς ένα κόσμο όπως τον ονειρεύεται και για τον οποίο αγωνίζεται.
Αλλά το βιβλίο, το οποίο ο Μανούσακας αφιερώνει στους υπέροχους, όπως τους χαρακτηρίζει, συντρόφους του, αποτελεί και ύμνο στη συντροφικότητα, σ’ αυτή την άρρηκτη σχέση μεταξύ ανθρώπων, όταν τους ενώνει ένα ιδανικό, ένα όραμα που παλεύουν να το κάνουν αληθινό. Και γράφει πολλές σελίδες αγάπης και θαυμασμού για τους συνοδοιπόρους του. Αξιοπρέπεια, ανθρωπιά, πείσμα, πίστη στο όραμα, αγάπη για τους ανθρώπους και φιλία και συντροφικότητα στις αναμεταξύ τους σχέσεις είναι μερικές από τις ιδιότητες που τους αποδίδει. Και τους συμπονεί για τους κατατρεγμούς, τη δίψα και την ανέχεια του μπουντρουμιού, την πείνα και τις καταπιέσεις του στρατοπέδου και τις καταπιέσεις του εαυτού τους του ίδιου για τη ζωή, για τις χαρές της, για τη γυναίκα, για όλα….
Η ύπαρξη ενός ιδεώδους, μιας κοινής προσδοκίας έχει επίδραση στον τρόπο ζωής και τη συμπεριφορά τους. Ο καθένας ξεπερνά τον εαυτό του ζώντας δίπλα στους άλλους. Η ευγένεια και ο αλληλοσεβασμός συνυπάρχει με την πλήρη ισότητα τόσο στα δικαιώματα όσο και στις υποχρεώσεις. Όλοι κάνουν την υπηρεσία τους στον θάλαμο, στο προαύλιο, στα συνεργεία που έχουν στήσει: Το τσαγκαράδικο, το ραφτάδικο, το μαραγκούδικο, τον φούρνο, το μαγειρείο. Καθένας τηρούσε την καθαριότητα τόσο του στρατοπέδου όσο και του εαυτού του. Στο κάθε μέλος αναλογούσε η ίδια ποσότητα φαγητού και ψωμιού· μόνο οι φυματικοί έπαιρναν διπλή μερίδα και φάρμακα για την περίθαλψή τους. Και υπομένουν τις δοκιμασίες στις οποίες μέσα στην Κατοχή θα προστεθεί και η βασανιστική πείνα, που ρουφά σιγά-σιγά τη δύναμη και την αντοχή τους. Υπομένουν, γιατί το όραμα παραμένει ακέραιο, ακλόνητο, αναμφισβήτητο. Το όραμα είναι η παγκόσμια επανάσταση, ο ελευθερωτής Κόκκινος Στρατός, η κατάληψη της εξουσίας από την εργατιά και την αγροτιά που θα θεμελιώσουν μια κοινωνία πάνω στα ιδανικά της ισότητας και της ελευθερίας. Και είναι τόσο λαμπερό που δεν επιτρέπουν σε καμιά αμφιβολία να το σκιάσει.
Όσα αναφέρει ο Μανούσακας για τους συντρόφους του παίρνουν τραγική διάσταση, αν αναλογιστούμε την κατάληξη αυτών των ξεχωριστών ανθρώπων. Οι μισοί θα τουφεκιστούν από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες και πολλούς απ’ όσους επέζησαν αχρήστευσαν η πείνα, η κακουχία και η απάνθρωπη ζωή των στρατοπέδων.
Πρωταρχική αξία που προβάλλεται με ποικίλους τρόπους στο βιβλίο είναι και η παιδεία. Ο άνθρωπος αυτός που αξιώθηκε να μάθει μόνο λίγα κολλυβογράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού του, αγαπά με πάθος τη γνώση και αγωνίζεται για την απόκτησή της. Είχε βέβαια διαβάσει σε νεαρή ηλικία κάμποσα ληστρικά μυθιστορήματα και τους Άθλιους του Ουγκώ τρεις απανωτές φορές. Τον μηχανισμό όμως της ελληνικής γλώσσας, χημεία, γεωγραφία, πολιτική οικονομία, ιστορία θα μάθει στο σπουδαίο σχολείο που οργάνωσαν οι κρατούμενοι στην Ακροναυπλία. Καταφέρνει να αποκτήσει ένα μπουκάλι μαύρο μελάνι, έναν κοντυλοφόρο, δύο πέννες, δύο κίτρινα τριαντάφυλλα τετράδια, μια πλάκα και ένα κοντύλι και συμμετέχει ανελλιπώς στα μαθήματα, τις διαλέξεις, τις συζητήσεις.
Το σχολείο της Ακροναυπλίας είναι ένα πρωτότυπο αλληλοδιδακτικό σχολείο, στο οποίο όλοι οι μαθητές και όλοι, όσοι έχουν βγάλει έστω κάποιες τάξεις του γυμνασίου ή είχαν μορφωθεί στις φυλακές μπορούν να διδάξουν. Υπάρχουν, βέβαια, και σύντροφοι με πανεπιστημιακή μόρφωση και σημαντικοί διανοούμενοι, όπως ο Δημήτρης Γληνός, που θεωρούσε το αυτοσχέδιο αυτό σχολείο το καλύτερο του κόσμου. Και οι κρατούμενοι, με τη βουλιμία θεριού πεινασμένου, ρίχνονται να αποκτήσουν τη γνώση, γιατί πιστεύουν πως σύντομα θα γίνουν εξουσία του τόπου και η μόρφωση είναι απαραίτητη για να τον κάνουν παράδεισο!
Έτσι αυτοί οι βασανισμένοι και πεινασμένοι άνθρωποι μαθαίνουν πολλά και βλέπουν πολύ πιο καθαρά από την κοντόφθαλμη κομματική ηγεσία τους. Παράδειγμα, οι αντιδράσεις τους στην είδηση ότι το Παρίσι καταλήφθηκε από τα χιτλερική στρατεύματα, τις οποίες με πολύ συγκινητικό τρόπο μεταφέρει ο συγγραφέας. Η καθοδήγηση, λόγω του Συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ της Ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης δεν έχει ακόμη αποφασίσει: Είναι οι Ναζί εχθροί ή σύμμαχοι; Πρέπει να είναι με τη μεριά των Αγγλογάλλων ή όχι; Οι κρατούμενοι, όμως, μαζεύτηκαν και οι εξακόσιοι σε ένα θάλαμο, ένας διάβαζε από εφημερίδα την είδηση και οι υπόλοιποι στο άκουσμά της βουβάθηκαν ολότελα και ύστερα τα μάτια τους άρχισαν να τρέχουν με χοντρά δάκρυα. Και ο Μανούσακας σχολιάζει τις δραματικές αυτές στιγμές με λόγια όπως τα παρακάτω. «Εμείς οι αγράμματοι, που το μέσο επίπεδό μας δεν ξεπερνούσε την τετάρτη του δημοτικού, οι αλυσοδεμένοι ελεύθεροι,διαβάζαμε τότε τον «Επιτάφιο» του Περικλή και την Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης και στις καρδιές μας, που τις φλόγιζαν η έξαρση και τα ιδανικά της δημοκρατίας, η είδηση εκείνη είχε πέσει σαν κεραυνός. Το Παρίσι στα χέρια των βαρβάρων! Η πόλη με την κληρονομιά της Αρχαίας Αθήνας! Το Παρίσι του Μαρά και του Ροβεσπιέρου! Η πόλη των Γιακωβίνων, των Αβράκωτων και των Κομμονάρων! Έμενα με την εντύπωση πως ο κόσμος δεν είχε πια πρωτεύουσα».
Αλλά και μετά το σχολειό της Ακροναυπλίας, όπου και αν βρεθεί, διαβάζει με πάθος κάθε βιβλίο που πέφτει στα χέρια του. Στο στρατόπεδο της Κέρκυρας απολαμβάνει την ανάγνωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Τυχαίνει να βρίσκεται και ο ίδιος στο Ομηρικό νησί των Φαιάκων και να είναι κοντά του το ποταμάκι με τους καλαμιώνες όπου θρυλείται ότι αντάμωσε ο Οδυσσέας τη Ναυσικά. Και έτσι ταξιδεύει με το ποιητικό κείμενο στην αρχαία εποχή, η φαντασία του καλπάζει και γίνεται και ο ίδιος πολεμιστής, μνηστήρας, ναυαγός…. «Έτσι ηθελημένα» γράφει «άφηνα να ξεφεύγω από το δόκανο του αληθινού». Πόσο λιτή και ωραία διατύπωση για τη δύναμη της λογοτεχνίας να μας ταξιδεύει και να μας παρηγορεί!
Αλλά πάνω απ’ όλα, πρώτιστο καθήκον του ανθρώπου είναι για τον Μανούσακα να αγωνίζεται για τη δημοκρατία. Παντού. «Ακόμη και όταν είναι καλόγερος στο μοναστήρι», όπως χαρακτηριστικά λέει. Στην Ακροναυπλία, όμως, δεν υπήρχαν δημοκρατικές διαδικασίες. Βέβαια, τη φρούρηση του στρατοπέδου είχε αναλάβει η χωροφυλακή με κατευθείαν επίβλεψη του Μανιαδάκη, υπουργού Ασφαλείας. Όμως, τη ζωή των κρατουμένων, τις σχέσεις μεταξύ τους τις κανόνιζε η κομματική επιτροπή η οποία δεν εκλεγόταν, αλλά διοριζόταν από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ. Όταν τα αξιώματα είναι δοτά, συνηθέστατα διορίζονται οι πιο μέτριοι, οι πιο υπάκουοι που δε βασανίζουν το μυαλό τους· εκτελούν εντολές και θέλουν να φέρουν όλους τους άλλους στα δικά τους μέτρα.
Έτσι ένα ουμανιστικό κίνημα, που υπόσχεται δικαιοσύνη και ελευθερία, υιοθετεί σιγά-σιγά την καταπίεση και τη βαναυσότητα και ο Μανούσακας αναφέρει πλήθος τέτοιων μεθοδεύσεων. Η γνώμη έπρεπε να είναι σύμφωνη με την πολιτική της ηγεσίας. Η φιλία να είναι κομματική και να καταγγέλλεται ο φίλος που έχει αντίθετη γνώμη. Μέσα στη μαύρη πείνα της Κατοχής οι καθοδηγητές, δίκην ιεροεξεταστών, μοιράζονται στους θαλάμους και επιβάλλουν στους σκελετωμένους ανθρώπους να κάνουν αυτοκριτική για τα λάθη και τις παραλείψεις τους. Ασκείται λογοκρισία σε όσα μαθαίνουν και όσα συζητούν. Ως επικίνδυνη για το κίνημα αποκηρύσσεται ακόμη και η θεωρία του Φρόιντ, από την οποία, λέει ο συγγραφέας, η καθοδήγηση δε γνώριζε γρυ. Ακόμη και την πολιτική συζήτηση μεταξύ των κρατουμένων προσπαθούν να απαγορέψουν και ο Μανούσακας αντιδρά λέγοντας: «Δεν έδεσα τη γλώσσα μου και γι’ αυτό είναι δεμένο το κορμί μου, για να ‘ναι λεύτερη αυτή. Αν δε συζητούμε πολιτικά, γιατί να συζητούμε; Για γκόμενες; Πού ‘ναι τις εδώ;».
Αλλά αυτά που συγκλονίζουν είναι όσα συμβαίνουν όταν οι Γερμανοί φτάνουν στο Ναύπλιο και ο πόλεμος τυλίγει το στρατόπεδο. Οι χωροφύλακες εκλιπαρούν τους κρατούμενους να φύγουν. «Γιατί δε φεύγετε, να φύγουμε και εμείς;». Αλλά εκείνοι δεν είχαν τη δύναμη να αντιδράσουν στις κομματικές επιταγές και παρέμειναν μαντρωμένοι, βορά στην αγριότητα του κατακτητή.
Όπως συμβαίνει με όλα τα αυτοβιογραφικά κείμενα, ο Μανούσακας αφηγείται τα γεγονότα πολλά χρόνια αργότερα σε προχωρημένη πια ηλικία. Ανάμεσα στο συγγραφέα του τώρα και τα γεγονότα του τότε παρεμβάλλεται η σήραγγα του χρόνου και όσα δραματικά έζησε διασχίζοντάς την: εμφύλιο, ήττα του κινήματος, φυγοδικία, φυλακίσεις. Και έτσι, είναι φυσικό να ανασύρει τα συμβάντα του παρελθόντος περισσότερο φωτισμένα απ’ ό,τι στην εποχή που συνέβησαν και να τους αποδίδει σημασίες που τότε δεν είχαν γίνει αντιληπτές. Τώρα τα βλέπει όλα πιο καθαρά και βγάζει το τελικό του συμπέρασμα. «Η έλλειψη της δημοκρατίας» γράφει «μας έκανε να καταντήσουμε άνθρωποι με δίχως δική μας γνώμη. Αν οι κομμουνιστές που βρεθήκαμε στην Ακροναυπλία βρίσκαμε τη δύναμη να αντιδράσουμε στην πολιτική αυτή, το ελληνικό κίνημα δε θα ‘πεφτε ποτέ σε τόσα πολλά και μεγάλα λάθη και χωρίς καμιά αμφιβολία θα νικούσε».
Ας μου επιτραπεί να τελειώσω με την εμπειρία μου από τη γνωριμία με τον Γιάννη Μανούσακα στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Παρέμενε μέχρι το τέλος απίστευτα δυνατός στο σώμα και στο μυαλό. Αιώνιος εραστής της ζωής και της φύσης, αγαπούσε το καλό φαγητό και απολάμβανε τις ανέσεις που μόνο στο τέλος του βίου του αξιώθηκε να αποκτήσει. Και δεν είχε την ψυχολογία του ηττημένου· κάθε άλλο. Αισθανόταν, πιστεύω, την ικανοποίηση του ανθρώπου που ανάλωσε και την τελευταία ικμάδα της ύπαρξής του, για να γίνει ο κόσμος που ζούμε καλύτερος. Γιατί, όπως γράφει: «Κανένας αγώνας δεν πηγαίνει χαμένος. Και η πατρίδα λευτερώθηκε κι ο λαός γλίτωσε κι ο δρόμος για μια καλύτερη ζωή ανοίχτηκε. Άλλοι θα τελειώσουν το έργο που άλλοι από εμάς αρχίνησαν».
Σημ.: Το παραπάνω κείμενο ήταν η ομιλία της Βάλιας Παπαδάκη στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου στις 5/11/2025) όπου πραγματοποιήθηκε εκδήλωση – παρουσίαση του βιβλίου «Ακροναυπλία – Θρύλος και πραγματικότητα» του Γιάννη Μανούσακα. Το βιβλίο επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Ραδάμανθυς, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση.












