1 στα 4 κτίρια στον νομό Ρεθύμνου είτε δεν αξιοποιούνται καν, είτε υποχρησιμοποιούνται ως εξοχικές κατοικίες και ερειπωμένες οικίες σε αγροτικούς κυρίως και ορεινούς δήμους
Στο 12% του συνόλου της οι ισχύουσες άδειες της Golden Visa στον νομό Ρεθύμνου
Η ελληνική οικογένεια δαπανά κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός της για στεγαστικές δαπάνες, έναντι μόλις 19,2% στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Οι τιμές κατοικίας αυξήθηκαν κατά 55% την περίοδο 2020-2025 – Το 27% του πληθυσμού διαμένει σήμερα σε κατοικίες που αντιμετωπίζουν στενότητα χώρου – Το 19,0% του πληθυσμού αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό
Γηρασμένο και αναξιοποίητο είναι ένα σημαντικό ποσοστό του διαθέσιμου κτιριακού αποθέματος στον νομό Ρεθύμνου, με σχεδόν 1 στα 4 κτίρια, τόσο εντός του αστικού ιστού, όσο κυρίως σε ορεινές και αγροτικές περιοχές, είτε να μην αξιοποιούνται καθόλου είτε να υποχρησιμοποιούνται, άλλοτε ως εξοχικές κατοικίες και άλλοτε ως ερειπωμένες εγκαταστάσεις. Η στεγαστική κρίση που βιώνει η Ελλάδα, η χειρότερη σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, με βάση τους δείκτες υπολογισμού των στεγαστικών δαπανών, είναι ένα φαινόμενο το οποίο αφορά άμεσα την Κρήτη, όπου παρουσιάζονται έντονες χωρικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις στο οικιστικό απόθεμα, την ώρα που η κοινωνική κατοικία είναι απούσα. Σύμφωνα με στοιχεία του Περιφερειακού Παρατηρητηρίου Κοινωνικής Ένταξης της Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύτηκαν στις αρχές του μήνα, η έλλειψη κοινωνικής κατοικίας, ως αιτία και αποτέλεσμα της στεγαστικής κρίσης σε τοπικό επίπεδο είναι ενδεχομένως η σημαντικότερη κοινωνική παθογένεια στο νησί. Τα υψηλά ποσοστά στις ισχύουσες άδειες Golden Visa στην Κρήτη, η μη αξιοποίηση μεγάλου τμήματος των διαθέσιμων κτιρίων στις περιφερειακές ενότητες του νησιού, η αναντιστοιχία ανάμεσα στην προσφορά και την ζήτηση κατοικίας και η κατανομή της δημόσιας στεγαστικής δαπάνης σχεδόν αποκλειστικά προς την ιδιοκατοίκηση είναι όλοι παράγοντες που εντείνουν την κρίση. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο, ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης στη διαμόρφωση και τον συντονισμό της στεγαστικής πολιτικής σε περιφερειακό επίπεδο είναι σημαντικός, ιδιαίτερα στην Κρήτη, απαιτεί ωστόσο ουσιαστική ενίσχυση της διοικητικής και επιχειρησιακής ικανότητας των δήμων. Πρωτοβουλίες όπως αυτή που υλοποίησε πρόσφατα ο δήμος Αγίου Βασιλείου, ανακαινίζοντας, διαθέτοντας και εν τέλει παραχωρώντας δημοτικές κατοικίες σε εκπαιδευτικούς και γιατρούς κινούνται μεν σε θετικό άξονα, αλλά αποτελούν κομμάτι μόνο μίας αναγκαίας συνολικής λύσης. Η συγκρότηση μόνιμων δομών προώθησης της κοινωνικής στέγασης, η ενεργοποίηση του κοινωνικού στεγαστικού αποθέματος και η ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης της στεγαστικής επισφάλειας είναι προϋποθέσεις για την οικοδόμηση ενός ανθεκτικού τοπικού συστήματος κοινωνικής κατοικίας, που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στο οποίο η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό και άμεσο ρόλο. Η αυτοδιοίκηση καλείται να αξιοποιήσει τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά και εθνικά χρηματοδοτικά εργαλεία, καθώς και να διεκδικήσει χρηματοδοτήσεις μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, καθώς και εθνικών πόρων, όπως του Πράσινου Ταμείου και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, όπως επισημαίνει και προτείνει το Παρατηρητήριο. Ήδη σύμφωνα με πρόσφατες ανακοινώσεις του περιφερειάρχη Κρήτης θα διατεθούν 15 εκ. ευρώ από το ΕΣΠΑ για κοινωνικές κατοικίες στο νησί.
Η στεγαστική κρίση στη χώρα, όπως αποτυπώνεται ενδεικτικά σε ορισμένους δείκτες του Παρατηρητηρίου, δείχνει αρχικά ότι οι πολίτες δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Η επιβάρυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τη ραγδαία άνοδο των τιμών κατοικίας, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 55% την περίοδο (2020-2025), ενώ οι πιέσεις αυτές μεταφράζονται σε σοβαρές επιπτώσεις στις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών. Το 27% του πληθυσμού διαμένει σήμερα σε κατοικίες που αντιμετωπίζουν στενότητα χώρου, ενώ το 19,% του πληθυσμού αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Τέλος, η μέση ηλικία αποχώρησης των νέων από την οικογενειακή κατοικία στην Ελλάδα ανέρχεται στα 30,7 έτη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος περιορίζεται στα 26,2 έτη. Το παρατηρητήριο επίσης καταγράφει την πρόοδο υλοποίησης των υφιστάμενων προγραμμάτων στεγαστικής πολιτικής, από την οποία προκύπτει χαμηλή απορροφησιμότητα, παρά τους χιλιάδες δικαιούχους. Συγκεκριμένα, στο «Σπίτι μου Ι» , πρόγραμμα προϋπολογισμού με 1 δισεκατομμύριο ευρώ και 8.978 δικαιούχους, η απορροφησιμότητα αγγίζει το 87,4%, ενώ στο «Σπίτι μου ΙΙ», με προϋπολογισμό 2 δις. Ευρώ και 11.025 δικαιούχους έχουμε 68,4% απορροφησιμότητα. Το πρόγραμμα «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου» προϋπολογισμού 4 εκ. ευρώ έχει απορροφησιμότητα μόλις 15,3%, το πρόγραμμα «Ανακαινίζω Ενοικιάζω», 50 εκ. ευρώ, 62%, το πρόγραμμα «ΚΑΛΥΨΗ» 23,2% και τέλος το πρόγραμμα «Στέγασης και Εργασίας για αστέγους ΙΙΙ», 20 εκ. ευρώ, 42%. Αντίθετα στα προγράμματα για επιδόματα στέγασης, στέγασης φοιτητών και στέγασης ανασφάλιστων υπερηλίκων η απορροφησιμότητα είναι στο 100%. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο, ιδιαίτερα στρεβλή είναι και η κατανομή της δημόσιας στεγαστικής δαπάνης στην Ελλάδα, καθώς το 83,48% των πόρων κατευθύνεται σε επιδοτήσεις για ιδιοκατοίκους, ενώ μόλις 7,8% αφορά επιδοτήσεις για ενοικιαστές και 7,1% μικτά σχήματα για ενοικιαστές και ιδιοκτήτες. Μάλιστα, τα κοινωνικά στεγαστικά προγράμματα των δήμων απορροφούν μόλις το 1,57% της συνολικής δαπάνης, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική στεγαστική πολιτική παραμένει δομικά προσανατολισμένη σε ατομικές, επιδοματικού τύπου λύσεις και όχι στη συγκρότηση μόνιμου κοινωνικού στεγαστικού αποθέματος σε τοπικό επίπεδο.
«Στην ύπαιθρο υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός κενών κατοικιών»
Υψηλά επίπεδα ενεργειακής φτώχειας, μία συνθήκη άμεσα συνδεδεμένη με το γηρασμένο κτιριακό απόθεμα του νησιού, καταγράφεται ιδιαίτερα στη νότια Κρήτη, καθώς και έλλειψη βασικών ανέσεων, όπως και χαμηλά εισοδήματα. Αντίστοιχα, στα αστικά κέντρα εντοπίζονται θύλακες στεγαστικής επισφάλειας και ενεργειακής φτώχειας, όπως και τουριστικοποίηση λαϊκών γειτονιών. Όλα τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα την άνοδο στις τιμές των ενοικίων, τον περιορισμό της κατοικίας για μόνιμη χρήση, την όξυνση της στεγαστικής στενότητας καθώς και στον σταδιακό εκτοπισμό των κατοίκων. Στην Κρήτη και ειδικά στο Ρέθυμνο καταγράφεται μεγάλος αριθμός κενών ή υποχρησιμοποιημένων κατοικιών, που συνιστούν κρίσιμο απόθεμα προς αξιοποίηση για κοινωνική στέγαση. Σύμφωνα με τους δείκτες του παρατηρητηρίου, οι υποχρησιμοποιημένες ή κενές κατοικίες στον νομό Ρεθύμνου μέχρι το 2021, κατανέμονται ως εξής: Δήμος Ρεθύμνης, από 24,9-27,6%, Δήμος Μυλοποτάμου από 42,5% έως 52%, Δήμος Αγίου Βασιλείου από 52% έως 60,2%, Δήμος Αμαρίου από 42,5% έως 52% και ο Δήμος Ανωγείων από 27,6% έως 42,5%. «Στην ύπαιθρο υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός κενών κατοικιών. Κάποια από αυτά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν. Ιδιαίτερο πρόβλημα βλέπουμε στις ορεινές περιοχές, που εκεί βλέπουμε πάρα πολλές κατοικίες και εκεί μπορούν εφαρμοστούν προγράμματα κοινωνικής κατοικίας, σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση. Θα μπορούσαν σε οικισμούς που υπάρχουν πολλά κτίρια, να δοθούν κίνητρα σε εκπαιδευτικούς ή ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν εκεί, με πολύ γενναίο τρόπο να έχουν παροχές», ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Ιωάννης Ζαϊμάκης καθηγητής Κοινωνιολογίας, διευθυντής του Εργαστηρίου Κοινωνικής Ανάλυσης και Εφαρμοσμένης Κοινωνικής Έρευνας του τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης που συνεργάζεται με το Παρατηρητήριο Κοινωνικής Ένταξης Περιφέρειας Κρήτης.

Όπως σχολίασε μάλιστα, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει και εντός της πόλης του Ρεθύμνου. «Μέσα στην πόλη τα ενοίκια είναι πανάκριβα για ανθρώπους που εργάζονται περιστασιακά στον τουρισμό, στην εκπαίδευση κ.λπ. Και εκεί θα μπορούσαμε να έχουμε οργανωμένα προγράμματα. Δεν είναι βέβαια εύκολο, γιατί η κατοικία αποδίδει σήμερα πόρους και πολλοί την αξιοποιούν μέσω του AirBNB. Πρέπει όμως να βρεθούν ενδιάμεσες λύσεις. Ειδικά στον αστικό ιστό και στις πόλεις της Κρήτης χρειάζονται εστιασμένα και προσεγμένα προγράμματα και καινοτόμες λύσεις». Παράλληλα, ο μαζικός τουρισμός, η επέκταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και οι πολιτικές διεθνούς μετακίνησης κεφαλαίων μέσω της Golden Visa αποτελούν βασικούς παράγοντες αύξησης των τιμών της προσφερόμενης κατοικίας. Σύμφωνα με στοιχεία του Παρατηρητηρίου, οι ισχύουσες άδειες Golden Visa, ανά Περιφερειακή Ενότητα στην Κρήτη έχουν εξής: Το 65% αφορά τα Χανιά, το 14% το Ηράκλειο, το 9% το Λασίθι και το 12% το Ρέθυμνο. Τα εμπειρικά δεδομένα του παρατηρητηρίου καταγράφουν συνεπώς μία έντονη αντίδραση των τοπικών κοινωνιών απέναντι στην αλλοίωση του κοινωνικού χαρακτήρα των γειτονιών, με αίτημα για ζωντανές, βιώσιμες κοινότητες αντί μονολειτουργικών τουριστικών ζωνών. Όπως αναφέρει η έκθεση του Παρατηρητηρίου, η στεγαστική κρίση τροφοδοτείται και από έναν συνδυασμό παραγόντων προσφοράς και ζήτησης. Από την πλευρά της προσφοράς, το γηρασμένο οικιστικό απόθεμα, η περιορισμένη ανανέωση κατοικιών κύριας χρήσης, η ανισόρροπη κατανομή της οικοδομικής δραστηριότητας προς τουριστικές επενδύσεις, η αύξηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η ύπαρξη μεγάλου αριθμού κενών αλλά ανενεργών κατοικιών εκτός αγοράς περιορίζουν τη διαθεσιμότητα κατοικιών για μόνιμη διαμονή και από την πλευρά της ζήτησης, η αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών, η μείωση του μεγέθους τους, η καθυστερημένη στεγαστική αυτονομία των νέων και η αυξημένη επενδυτική ζήτηση σε οικιστικά ακίνητα εντείνουν περαιτέρω την πίεση στην αγορά.

Ο ρόλος και οι δυνατότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Καθοριστικός, κρίνει το Παρατηρητήριο, ότι είναι ο ρόλος των περιφερειών στη διαμόρφωση και τον συντονισμό της στεγαστικής πολιτικής σε περιφερειακό επίπεδο, συνδέοντας την εθνική πολιτική με τις ανάγκες σε τοπικό επίπεδο. Η συμβολή των δήμων στη χαρτογράφηση της στεγαστικής επισφάλειας και στην αξιοποίηση της δημοτικής ακίνητης περιουσίας, καθώς και στη διασφάλιση της σύνδεσης της στέγης με υπηρεσίες κοινωνικής υποστήριξης, απασχόλησης και ένταξης είναι επίσης βαρύνουσας σημασίας. Η Περιφέρεια Κρήτης καλείται να προωθήσει ολοκληρωμένες παρεμβάσεις κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, όπως αυτή που ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα ο περιφερειάρχης Κρήτης, Σταύρος Αρναουτάκης (15 εκ. ευρώ για συμμετοχή δήμων της Κρήτης σε προγράμματα κατασκευής κοινωνικής κατοικίας) και ο ρόλος τους καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμος σε περιοχές με έντονες ενδοπεριφερειακές ανισότητες, όπως η Κρήτη. Η αποτελεσματικότητα του στεγαστικού σχεδιασμού εξαρτάται, συνεπώς, από τη λειτουργική σύμπραξη περιφερειών και δήμων, με σαφή κατανομή ρόλων και κοινό πλαίσιο στόχων. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο, ο σχεδιασμός πρέπει να εστιάζει στην αξιοποίηση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έμφαση στην αγορά, αναβάθμιση και επαναδιάθεση εγκαταλελειμμένων ή ανενεργών κτιρίων, καθώς και στην ανάπτυξη φοιτητικών κατοικιών μέσω Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο. «Δεν είναι εύκολο η τοπική αυτοδιοίκηση να ενεργήσει μόνη της, θέλει συνεργασία με κρατικά προγράμματα. Ό,τι γίνεται σε σχέση με την κατοικία απαιτεί μεγάλους πόρους, οπότε η τοπική αυτοδιοίκηση επικουρικά μπορεί να βοηθήσει. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ένας οργανισμός εργατικής, λαϊκής κατοικίας, που θα αναλάβει να διαχειριστεί το θέμα με τα αυξημένα ενοίκια, το ενεργειακό κόστος, τις αυξημένες δαπάνες στέγασης, που είμαστε πρώτοι στην Ευρώπη, όλα αυτά είναι θέματα κοινωνικής πολιτικής που πρέπει να αντιμετωπίσει το κράτος, βεβαίως σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, που ξέρει καλύτερα τα τοπικά προβλήματα και μπορεί να βάλει μέσα και τη χωρική διάσταση, δηλαδή που πρέπει να αναπτυχθούν κοινωνικές κατοικίες, σε ποιες περιοχές και τι εργαλεία απαιτούνται», σχολίασε επίσης ο κ. Ζαϊμάκης. Οι δυνατότητες χρηματοδότησης για την ανάπτυξη κοινωνικής και οικονομικά προσιτής κατοικίας διαμορφώνονται τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προβλέπεται η λειτουργία Γραφείων Κοινωνικής Στέγασης ενταγμένων σε πέντε Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα της περιόδου 2021-2027, ενώ στο Κοινωνικό Κλιματικό Σχέδιο της Ελλάδας προβλέπονται πόροι ύψους 250 εκ. ευρώ για την ανάπτυξη περίπου 1.000 κοινωνικών κατοικιών. Παράλληλα, η τροποποίηση του κανονισμού των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργεί τη δυνατότητα αύξησης των κονδυλίων για επενδύσεις που προωθούν την οικονομικά προσιτή στέγαση στην τρέχουσα προγραμματική περίοδο, τόσο μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου όσο και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν οι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί των Ευρωπαϊκών Αναπτυξιακών Τραπεζών, όπως το InvestEU και τα εργαλεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και της Τράπεζας Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Σε εθνικό επίπεδο, διερευνώνται δυνητικές πηγές χρηματοδότησης όπως το αποθεματικό του πρώην Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, το Πράσινο Ταμείο και άλλοι εθνικοί πόροι.
Ενεργοποίηση στεγαστικού αποθέματος και ενίσχυση μηχανισμών πρόληψης
Με γνώμονα όλα τα παραπάνω, η στεγαστική πολιτική σε τοπικό επίπεδο, σύμφωνα πάντα με το Παρατηρητήριο οφείλει καταρχάς να εστιάσει στην ουσιαστική ενίσχυση της διοικητικής και επιχειρησιακής ικανότητας των δήμων. Αρχικά κρίνεται αναγκαία η συγκρότηση μόνιμων δομών, όπως το Γραφείο Κοινωνικής Στέγασης, με σαφείς ρόλους τεχνικής, κοινωνικής και διοικητικής υποστήριξης, ως προϋπόθεση για τη μετάβαση από αποσπασματικές παρεμβάσεις σε συνεκτικό σχεδιασμό και συστηματική εφαρμογή στεγαστικών προγραμμάτων. Επιπλέον, η αύξηση και η ενεργοποίηση του κοινωνικού στεγαστικού αποθέματος μέσω της αξιοποίησης της δημοτικής, δημόσιας και αδρανούς περιουσίας, με ταυτόχρονη αναβάθμιση και διασφάλιση της βιωσιμότητας του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος είναι μία προσέγγιση που πρέπει να υιοθετηθεί για την ταχεία παραγωγή κοινωνικών κατοικιών εκτός ελεύθερης αγοράς, τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας μέσω παρεμβάσεων ενεργειακής αναβάθμισης και την αποτροπή περαιτέρω υποβάθμισης γειτονιών που πλήττονται από στεγαστική επισφάλεια ή μονολειτουργικές τουριστικές χρήσεις. Σύμφωνα με τον κ. Ζαϊμάκη: «Το ότι υπάρχουν σπίτια, υπάρχουν. Το θέμα είναι πώς θα βγουν αυτά στην αγορά και θα διατεθούν στους ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη. Εκεί θέλει ένα προσεκτικό σχεδιασμό κατοικίας, οργανωμένο, στον οποίο θα συνεργαστεί και ο δήμος και το κράτος, που θα μπορεί να ενισχύσει με συγκεκριμένα προγράμματα. Ή ακόμα μπορούν να υπάρξουν και ρυθμίσεις, δηλαδή σε μία λαϊκή συνοικία μπορεί να μην επιτραπεί να δοθούν σε AirBNB παραπάνω από έναν αριθμό σπιτιών, αν θέλουμε να διατηρήσουμε τις ταυτότητες των γειτονιών μας». Τέλος, καθοριστικής σημασίας είναι η ενίσχυση μηχανισμών πρόληψης και υποστήριξης απέναντι στη στεγαστική επισφάλεια, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ενός ευρύτερου οικοσυστήματος κοινωνικού διαλόγου και συνεργασιών εκτός αγοράς. Η λειτουργία δομών συμβουλευτικής, διαμεσολάβησης και κοινωνικής παρακολούθησης, καθώς και η θεσμική συνεργασία δήμων, περιφερειών, κοινωνικών φορέων και μη κερδοσκοπικών οργανισμών, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την οικοδόμηση ενός ανθεκτικού τοπικού συστήματος κοινωνικής κατοικίας, ικανού να ανταποκριθεί τόσο στις άμεσες ανάγκες στέγασης όσο και στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις κοινωνικής συνοχής και βιώσιμης ανάπτυξης.











