Συνεχίζονται οι εισαγωγές ασθενών με ιογενείς λοιμώξεις στην Πνευμονολογική κλινική του Γ.Ν.Ρ. – Διανύουμε περίοδο έντονης εκδήλωσης εποχικών αλλεργιών
Σημαντική είναι η επιβάρυνση των ασθενών με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, όπως άτομα που πάσχουν από βρογχικό άσθμα, εποχικές αλλεργίες και αποφρακτική πνευμονοπάθεια από αέρια σωματίδια και ρύπους, όπως αυτούς που μεταφέρει η αφρικανική σκόνη, η οποία έπληξε το νησί τις προηγούμενες ημέρες. Συγκεκριμένα, η σκόνη μπορεί να προκαλέσει αναπνευστικές δυσλειτουργίες τόσο στους χρόνιους ασθενείς, όσο και σε ένα άτομο που δεν πάσχει από κάποιο χρόνιο νόσημα, εντείνοντας τη συμπτωματολογία τους και επιβαρύνοντας τους οργανισμούς τους. Παρά το σημαντικό φορτίο σκόνης που υπήρχε στην ατμόσφαιρα του Ρεθύμνου τις προηγούμενες ημέρες, πρωτοφανές για τα δεδομένα της πόλης, δεν υπήρξε έξαρση σε περιστατικά με αναπνευστικά νοσήματα, ούτε παροξύνσεις βρογχικού άσθματος ασθενών, που να χρειάστηκε να νοσηλευτούν στην Πνευμονολογική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου, όπως τόνισε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο Γιώργος Χρυσοφάκης, διευθυντής της Πνευμονολογικής Κλινικής. Ωστόσο, το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μία χρονική περίοδο αυξημένης εκδήλωσης εποχικών αλλεργιών ή ακόμα και εισαγωγών στο Νοσοκομείο, περιστατικών με ιογενείς λοιμώξεις, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα αφρικανικής σκόνης συνεπάγεται ένα προειδοποιητικό καμπανάκι για τη δημόσια υγεία και κυρίως για τους ασθενείς με ιστορικό εκδήλωσης τέτοιου είδους παθήσεων. Μάλιστα, η υφιστάμενη κατάσταση εγείρει ερωτήματα για τις συνέπειες και τις επιβαρύνσεις της κλιματικής αλλαγής στο αναπνευστικό σύστημα, με τα φαινόμενα να γίνονται όλο και πιο έντονα όσο περνούν τα χρόνια και το κλίμα αναμφίβολα να υπόκειται συχνές αλλαγές, που επηρεάζουν τη σύσταση της ατμόσφαιρας.
Μπορεί τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος να είναι πολλά, ωστόσο η συμπτωματολογία είναι περιορισμένη, εμφανίζοντας συχνά κοινά συμπτώματα ακόμα και για διαφορετικές παθήσεις, σύμφωνα με τον κ. Χρυσοφάκη. «Τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος είναι πάρα πολλά, αλλά τα συμπτώματα είναι λιγοστά, είναι τέσσερα με πέντε. Είναι ο βήχας, το αίσθημα της δύσπνοιας, η δυσκολία στην αναπνοή, ο πόνος στο στήθος, η ρινική καταρροή. Έχουμε πλειάδα νοσημάτων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνονται είναι περιορισμένος και σχετικός με κοινά συμπτώματα. Όταν ερχόμαστε σε επαφή με εξωγενείς παράγοντες, όπως την αφρικανική σκόνη, ένας άρρωστος θα έρθει με βήχα, ρινική καταρροή, αίσθημα βάρους στο στήθος, με δύσπνοια, με συρρίκνια αναπνοή, συριγμό στο στήθος», ανέφερε, συμπληρώνοντας: «Μπορεί αυτό το φορτίο των σωματιδίων από τη σκόνη να συνεισφέρει στην παρόξυνση χρόνιων αναπνευστικών νοσημάτων ή και αλλεργικών καταστάσεων αλλά και να κάνουν παροξύνσεις σε γνωστά νοσήματα, όπως το βρογχικό άσθμα ή σε άτομα που είναι ατοπικά, δηλαδή έχουν αλλεργικές εκδηλώσεις». Όπως τόνισε ο κ. Χρυσοφάκης, «μακροσκοπικά βλέποντας την εικόνα που είχε η πόλη τις τελευταίες μέρες, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τέτοια επιβάρυνση στην ατμόσφαιρα», ενώ αναφορικά με τους λόγους που δεν παρατηρήθηκε έξαρση σε περιστατικά, ο διευθυντής της Πνευμονολογικής κλινικής δήλωσε μεταξύ άλλων: «Τα χρόνια νοσήματα του αναπνευστικού, όπως το βρογχικό άσθμα ή αλλεργίες, πλέον ελέγχονται καλύτερα, δηλαδή όλοι οι ασθενείς, αυτοί που έχουν τέτοιου είδους νοσήματα, παίρνουν την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή».
Περιορισμός των μετακινήσεων, μάσκες και συνέπεια στη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής είναι τα μέτρα που μπορούν να πάρουν τα άτομα που έχουν μεγάλη έκθεση σε αυξημένο φορτίο αφρικανικής σκόνης και οι ασθενείς με χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, προκειμένου να μην έρθουν σε επαφή με τα αλλεργιογόνα. Σύμφωνα με τον κ. Χρυσοφάκη, αυτοί οι ασθενείς επιβαρύνονται περισσότερο από τέτοιου είδους φαινόμενα και καλούνται να λάβουν αντίστοιχα, γενικά μέτρα για να προφυλαχθούν. «Το αναπνευστικό σύστημα, όπως και το δέρμα είναι από τα όργανα και τα συστήματα που έρχονται σε άμεση επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον, άρα όλοι οι ρύποι, τα διάφορα σωματίδια έχουν αρνητική επίδραση στη λειτουργία του αναπνευστικού συστήματος και πολύ περισσότερο σε έναν ασθενή, ο οποίος έχει ένα επιβαρυμένο αναπνευστικό πρόβλημα και μπορεί αυτοί οι ασθενείς να οδηγηθούν σε παρόξυνση του προβλήματός τους», ανέφερε, συμπληρώνοντας ότι ουσιαστικά στην πνευμονολογία υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες νοσημάτων, το βρογχικό άσθμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. «Το βρογχικό άσθμα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά τα παιδιά έχουν αυξημένο επιπολασμό και γι’ αυτό παρατηρούνται συχνότερα και περισσότερα περιστατικά στα παιδιά από ότι στους ενήλικες. Η αποφρακτική πνευμονοπάθεια την παρατηρούμε μόνο σε καπνιστές, που είναι πάνω από 40 και έχουν έκθεση σε εισπνεόμενα τοξικά σωματίδια, όπως ο καπνός του τσιγάρου. Και τα δύο έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: φλεγμονή στους αεραγωγούς, δηλαδή στα σωληνάκια που οδηγούν τον αέρα στους πνεύμονες», συμπλήρωσε.
Αρκετές είναι οι εισαγωγές ιογενών λοιμώξεων στην Πνευμονολογική κλινική του Νοσοκομείου του Ρεθύμνου, με τον κ. Χρυσοφάκη να υποστηρίζει ότι όσο περνούν τα χρόνια παρατείνεται το χρονικό διάστημα που εκδηλώνονται οι ιογενείς λοιμώξεις και αναγκάζονται οι ασθενείς να καταφύγουν στη νοσηλεία. Όπως τόνισε, οι λοιμώξεις οδηγούν σε εξάρσεις των αναπνευστικών νοσημάτων, με αποτέλεσμα η κλινική να υποδέχεται όχι μόνο περιστατικά με αλλεργικές παθήσεις, αλλά και με έντονα συμπτώματα επιβάρυνσης του αναπνευστικού τους συστήματος. «Είμαστε στην εποχή της ανθοφορίας, πιο ειδικά κάποια άτομα που έχουν ατοπικές αλλεργικές εκδηλώσεις επηρεάζονται παραπάνω από άλλα άτομα, από την αφρικανική σκόνη», πρόσθεσε ο κ. Χρυσοφάκης απαντώντας στο ερώτημα για το αν τα άτομα με αλλεργίες εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στα σωματίδια που μεταφέρει η αφρικανική σκόνη.
Τέλος, σημαντικές είναι οι επιδράσεις της αλλαγής της ατμόσφαιρας και του κλίματος, εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, στο αναπνευστικό σύστημα, ειδικά στην Κρήτη, όπου «Το κλίμα αλλάζει και αυτό πρόκειται να τεκμηριωθεί στο μέλλον από μελέτες, αποδεικνύοντας ότι η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στο αναπνευστικό σύστημα είναι εμφανής», όπως τόνισε ο διευθυντής της Πνευμονολογικής κλινικής του ΓΝΡ. Σε πρώτη φάση μπορεί να μην έχει καταγραφεί κάποια εντατικοποίηση των συμπτωμάτων των ασθενών με αναπνευστικά προβλήματα, ούτε και αύξηση της συχνότητας εκδήλωσής τους, προκειμένου να μπορέσουμε να μιλήσουμε για επιβεβαιωμένη και επιστημονική τεκμηριωμένη τάση, ωστόσο σύμφωνα με τον κ. Χρυσοφάκη, «το θέμα δεν είναι βέβαια αν έχεις περισσότερο ή λιγότερο βήχα, αλλά αν θα αυξηθεί ο αριθμός των ασθενών που θα έχουν επιβάρυνση από την κλιματική αλλαγή». Τέλος, όπως σημείωσε, «η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία έχει μία επιστημονική ομάδα περιβάλλοντος, η οποία μελετά τις επιδράσεις της αλλαγής της ατμόσφαιρας και του κλίματος στο αναπνευστικό σύστημα. Είναι επιστημονικά αποδεκτό ότι υπάρχουν παρατηρήσεις και φαινόμενα που τονίζουν την επιβάρυνση της κλιματικής αλλαγής στο αναπνευστικό σύστημα».













