Όπως αναφέραμε και στο προηγούμενο άρθρο, η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει πραγματική πρόοδο, παρά τα δομικά προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο αυτή η ανάπτυξη μεταφράζεται σε μικρότερες ανισότητες και σε μεγαλύτερη συμμετοχή της εργασίας στον πλούτο που παράγεται.
Η εισοδηματική ανισότητα στη χώρα έχει πράγματι μειωθεί. Ο συντελεστής Gini – ο δείκτης που μετρά πόσο άνισα κατανέμεται το διαθέσιμο εισόδημα – υποχώρησε από 34,2 το 2015 σε 31,6 το 2025. Την ίδια περίοδο, ο δείκτης S80/S20, που συγκρίνει το εισόδημα του πλουσιότερου 20% με εκείνο του φτωχότερου 20%, μειώθηκε από 6,51 σε 5,18. Η απόσταση, επομένως, ανάμεσα στα υψηλότερα και στα χαμηλότερα εισοδήματα είναι σήμερα μικρότερη από ό,τι πριν από μία δεκαετία, παρότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει μεγαλύτερη ανισότητα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση: Πόσο από το εισόδημα που παράγει συνολικά η οικονομία καταλήγει στη μισθωτή εργασία. Εδώ τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών είναι αποκαλυπτικά. Από το 2015 έως το 2025 το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε σωρευτικά κατά περίπου 17%, η ανεργία υποχώρησε θεαματικά και η απασχόληση ενισχύθηκε. Παρ’ όλα αυτά, το μερίδιο των συνολικών αμοιβών των εργαζομένων στο ΑΕΠ μετακινήθηκε ελάχιστα, από περίπου 35,5% σε 36,2%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 48% το 2025.
Τα δύο αυτά ευρήματα δεν είναι αντιφατικά. Η απόσταση ανάμεσα στα υψηλά και στα χαμηλά διαθέσιμα εισοδήματα μπορεί να περιορίζεται, ενώ ταυτόχρονα η μισθωτή εργασία εξακολουθεί να λαμβάνει σχετικά μικρό μέρος του συνολικού εισοδήματος που παράγει η οικονομία. Η Ελλάδα, δηλαδή, μπορεί να γίνεται λιγότερο άνιση μεταξύ των νοικοκυριών της, χωρίς να συγκλίνει αντίστοιχα με την Ευρώπη ως προς το μερίδιο του παραγόμενου πλούτου που κατευθύνεται στους εργαζομένους.
Από την άλλη πλευρά, η επιχειρηματική κερδοφορία ενισχύθηκε σημαντικά μετά την πανδημία, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένους κλάδους. Τα περιθώρια κέρδους των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξήθηκαν έντονα την περίοδο 2021-2022 και, παρά την αποκλιμάκωση που ακολούθησε, παρέμειναν υψηλότερα από τα προπανδημικά επίπεδα.
Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα κατά της επιχειρηματικής κερδοφορίας. Το αντίθετο. Θέλουμε ισχυρές τράπεζες, ανταγωνιστικό τουρισμό και εύρωστες βιομηχανίες. Η επιχειρηματική επιτυχία αποτελεί προϋπόθεση της οικονομικής ευημερίας. Το ζητούμενο δεν είναι να μειωθούν τα κέρδη, αλλά η αύξηση της κερδοφορίας, της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης να μεταφράζεται και σε αντίστοιχη βελτίωση του εισοδήματος της εργασίας.
Η Ελλάδα, βέβαια, δεν αποτελεί εξαίρεση. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η πανδημία και κυρίως το ενεργειακό σοκ δημιούργησαν μια περίοδο κατά την οποία τα κέρδη ανέκαμψαν ταχύτερα από τις αμοιβές της εργασίας. Η ελληνική ιδιαιτερότητα είναι ότι η χώρα ξεκίνησε από πολύ χαμηλότερη βάση μισθών, έπειτα από μια δεκαετία βαθιάς απομείωσης του εισοδήματος της εργασίας. Γι’ αυτό και η απόσταση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Όταν οι μακροοικονομικές επιδόσεις βελτιώνονται χωρίς η βελτίωση να αποτυπώνεται με την ίδια ένταση στο εισόδημα της εργασίας, δημιουργείται ένα χάσμα ανάμεσα στην οικονομική πρόοδο και στην καθημερινή ευημερία. Και όσο ενισχύεται η αντίληψη ότι τα οφέλη της ανάπτυξης δεν κατανέμονται ισόρροπα, τόσο περισσότερο έδαφος βρίσκουν ο λαϊκισμός, η απαξίωση των θεσμών και οι ακραίες πολιτικές επιλογές.
Η Ελλάδα έχει ήδη περάσει από την οικονομία της κρίσης στην οικονομία της ανάπτυξης. Η επόμενη πρόκληση είναι δυσκολότερη: να μετατρέψει την ανάπτυξη σε ευρύτερη ευημερία, χωρίς να υπονομεύσει την επιχειρηματικότητα που τη στηρίζει. Αυτό σημαίνει περισσότερη παραγωγικότητα, επενδύσεις και ισχυρές επιχειρήσεις, αλλά και υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και μεγαλύτερη συμμετοχή της εργασίας στο εθνικό εισόδημα.
Γιατί η επιτυχία μιας οικονομίας δεν κρίνεται μόνο από το πόσο πλούτο παράγει, αλλά και από το πόσο ευρύτερα διαχέεται η ευημερία που δημιουργεί.
* Ο Γεώργιος Νάστος είναι πολιτικός επιστήμονας













