Επιφανείς Πηγιανοί τίμησαν την πολιτική, τα γράμματα και τις επιστήμες
Από τα στολίδια του ανατολικού Ρεθύμνου η Πηγή, δεσπόζει στην τοπική ιστορία. Κι ενώ αποτελεί κόσμημα του τουριστικού μας χάρτη, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στις μεγάλες της μορφές που τίμησαν τους αγώνες, τις επιστήμες και τα Γράμματα.
Για την Πηγή, γράφει ο μεγάλος μας χρονογράφος του Ρεθύμνου Μιχαήλ Μύρ Παπαδάκης.
Η Πηγή
«Ένα χωριό του Ρεθέμνου που, στην Τουρκοκρατία οι κάτοικοι του, δεν πλήρωναν αυθαίρετο φόρο (τζερεμέ) ούτε έκαναν αγγαρείες.
(Αφιερώνεται στους αγαπητούς μου Πηγιανούς)
Ο ΠΑΣΛΕΥ, ένας Άγγλος οικονομολόγος γλωσσομαθής και με μεγάλη μόρφωσι, περιώδευσε στην Κρήτη στα 1834. Η πατρίδα του η Αγγλία, ήταν τότε κοσμοκράτειρα. Και
οι υπήκοοί της αλώνιζαν πλο τον κόσμο χωρίς δυσκολία. Ακόμη και οι Τούρκοι τουςδιευκόλυναν στα ταξίδια των.
Τις εντυπώσεις του από την Κρήτη έγραψε σε βιβλίο που επιγράφει «Travels Increte» που θα πη «Περιηγήσεις στην Κρήτη». Πολλή εντύπωσι του έκαμε το χωριό Πηγή και γράφει γι’ αυτό περισσότερα από κάθε άλλο χωριό της Κρήτης. Εκεί έφθασε το βράδυτης 21 Φεβρουαρίου 1834. Και λέει στο βιβλίο του: «Το απόγευμα πήγα έφιππος (από το Ρέθεμνος) στην Πηγή, ένα χωριό όπου περί τους 160 Έλληνες πλήρωναν φόρο προ τηςΕπαναστάσεως (1821). Σήμερο ο αριθμός των κατοικημένων σπιτιών, δεν περνά τα 40. Ο Προεστώς Σπυρίδων Παπαδάκις, ένας πολύ φιλόξενος και έξυπνος ηλικιωμένος άνθρωποςμας υπεδέχθη με φιλοφροσύνη. Γρήγορα η σύζυγός του και οικοκυρά παρεσκεύασεν ένα εξαιρετικό δείπνο και το κρασί του ήτο το άριστο που δοκίμασα στην Κρήτη.
Στους επαίνους μου γι’ αυτό και τις ερωτήσεις μου αν υπάρχη άφθονο από το ίδιο, απάντησεν ότι δεν έχει πολύ και δεν πίνει απ’ αυτό ειμή μόνο όταν κανένας ξένος έλθη να τον ιδή.
Σε ποια χώρα της Ευρώπης ημπορούμε να βρούμε αγρότη ή αστό (ευγενή), ναφυλάττη άθικτο το εκλεκτότερο κρασί του για να έχη απ’ αυτό μερίδιο ο περιπλανώμενος ξένος;».
Σε σημείωσί του ο Πάσλευ λέγει πως αυτό «το εκλεκτότερο κρασί παίρνεται από το Μοναστήρι του Αρκαδίου». Και σε άλλη λέει «Το όνομα Πηγή προέρχεται από άφθονη πηγή, που προμηθεύει το χωριό με εκλεκτό νερό».
Και συνεχίζει: «Σε άλλη ευκαιρία άκουσα τις λέξεις κρητικού τραγουδιού που μου το ενθυμίζει η καλωσυνάτη και φιλόξενη υποδοχή μου σε τούτο το χωριό»:
(Το γράφει Ελληνικά, κατά τον τρόπο του, και Αγγλικά)«Χίλια καλώς εκόπιασες του ξένου στο χωριό μας.
Κ’ ημείς τον καμαρώνομεν σανά τον ιδικό μας».
Και συνεχίζει: «Βέβαια είναι πολύ περισσότερο ευχάριστο σε οιονδήποτε ταξειδιώτη να βρη τέτοια ατομική φιλοξενία, όπως τούτη, από του να έχη διαμονή και γεύμα παρασκευασμένο σε πόλι. Έτσι εσυνηθίζετο να γίνεται στην αρχαία Κρήτη».
Πάρα κάτω ο Πάσλευ εκφράζει τη χαρά του γιατί στο χωριό Πηγή, με το αρχαίο όνομα, που διατηρείται ακόμη, συναντά χριστιανική φιλοξενία.
Συνεχίζοντας, αναφέρει πως «Η Σουλτάνα (Σημ. δεν νομίζω ότι εδώ ακριβολογεί ο Πάσλευ. Με το «Σουλτάνα» υποθέτω ότι εννοεί τη χριστιανή Ελένη Βολανοπούλα, τη γυναίκα του Μουσταφά Πασά), έχει στην κυριότητα της χίλια ελαιόδενδρα, στη μια πλευρά του χωριού. Οι Πηγιανοί τα καλλιεργούσαν και κάθε δυο χρόνια, παρέδιδαν το εισόδημα στη «Σουλτάνα» αφ’ ου κρατούσαν για τον εαυτό τους, το μισό. Φαίνεται πως «Σουλτάνα» έμεινεν ευχαριστημένη. Γιατί, όπως σημειώνει ο Πάσλευ οι Πηγιανοί «απήλαυσαν τόσο μεγάλα προνόμοια και ασυδοσίες ώστε η κατάστασις των να μηνημπορή να παραβληθή με εκείνην οιουσδήποτε άλλου ραγιά.
Αυτοί ουδέποτε κόβουν ξύλα, (για τους Τούρκους) δεν πληρώνουν αυθαίρετα πρόστημα (Τζερεμές), δεν κάνουν εργασία στις Τουρκικές αρχές χωρίς να πληρώνονται (αγγαρείαις). Εάν καμμιά φορά κάτι από τα άνω πράγματα ζητηθή από αυτούς στέλνουν αποστολή από τρεις-τέσσερις επιφανείς χωριανούς στο Ρέθεμνος με της Σουλτάνας το Χάτι
– Σερίφ και ο αντιπρόσωπος της τους εφοδιάζει με τα δυο πολύτιμα επίσημα έγγραφα που βεβαιώνουν ότι τα προνόμοια των (των Πηγιανών) ισχύουν. Όσα χωριά έχουν το προνόμιο να υπάρχη στην περιφέρεια των περιουσία της Σουλτάνας, μόνη υποχρέωσι έχουν να συντηρούν το υδραγωγείο ενός από τα τζαμιά της. Ίσως το πολυτιμώτατο από αυτά τα δικαιώματα, συνίσταται στη προσωπική τους ελευθερία και ασφάλεια όταν μέσα στο χωριό τους οι Τούρκοι δεν ετόλμησαν ποτέ να τους πειράξουν ή να τους ενοχλήσουν.
Όταν ταξείδευαν σε οιονδήποτε μέρος της Νήσου εφοβούντο τους Τούρκους, αλλά στο χωριό τους ποτέ. Αυτά τα χωριά μοιάζουν με οάσεις στην έρημο και παρουσιάζουν τα μόνα φωτεινά σημεία μέσα στη φοβερή και σκοτεινή άποψι της αδικίας και της πιέσεως που προμελετημένη εφαρμόζεται εις βάρος όλων των Κρητικών χριστιανών κάτω από την Τουρκική Διοίκησι και την ακολασία του Μωαμεθανικού πληθυσμού».
Ο Σπυρίδων Παπαδάκις περιποιήθηκε τον Πάσλευ στην Πηγή πάρα πολύ. Ακόμη και το ακριβό χαβιάρι δεν έλειπεν από το τραπέζι τους. Και συγχρόνως του έλεγε διάφορα επεισόδια από την Κρητική ιστορία και για άτομα που κατά κάποιο τρόπο έδρασαν στην Κρήτη. Και ο Πάσλευ τα καταγράφει στο βιβλίο του.
Του μίλησεν επί παραδείγματι για τον Καπετάν Μανιά, τον Χατζή Μιχάλη Νταλιάνη (του Φραγκοκαστέλλου) την πυρπόλησι του χωριού Λαμπινή Αγίου Βασιλείου και άλλα που θα διαπραγματευθούμε αργότερα.
Αξίζει όμως τον κόπο να πληροφορηθούν οι φίλοι μου Πηγιανοί, πως δεν είναι μόνο αυτοί εκλεκτοί άνθρωποι, αλλά και οι πρόγονοί των ήσαν σε προνομιούχα θέσι και μάλιστα όταν η άλλη Κρήτη στέναζεν από τη σκληρή, την απάνθρωπη Τουρκική Διοίκησι».

Μιχάλης Παπαδάκις – Σπουδαίοι Πηγιανοί
Η Πηγή αναδείχτηκε μέσα από τον Παντελή Πρεβελάκη που αν και δεν ήταν Πηγιανός,με την τυπική έννοια του όρου έκανε το χωριό σύμβολο μέσα από το έργο του. Ίσως επηρεάστηκε από τον Γεώργιο Αλεβίζου Πρεβελάκη (1844-1866) που έχει συμπεριλάβει ο Τιμόθεος Βενέρης στους φονευθέντες από το Αρκάδι στην Πηγή.
Επιφανέστατος Πηγιανός ο Νικόλαος Ασκούτσης. Κι αυτός πρέπει να είχε καταγωγή από τον Μυλοπόταμο στην Πηγή όμως βρίσκουμε το αρχοντικό του που αποτελεί και ένα μνημείο αρχιτεκτονικής χάρις στο ζεύγος Μοάτσου που το αναστήλωσε.

Ο Νικόλαος Ασκούτσης πέρα από μεγάλος πατριώτης είχε συνείδηση αγνού πολιτικού. Δεν υπήρχε περίπτωση να διεκδικήσει για το Ρέθυμνο ανεβοκατεβαίνοντας στην Αθήνα και να μην έχει αποτέλεσμα.
Γεννήθηκε το 1888 ή, σύμφωνα με άλλες πηγές, το 1890 ή το 1892. Καταγόταν από το Μελιδόνι και ήταν συγγενής της οικογένειας Μοάτσου. Ήταν μικρό παιδί όταν έπεσε από δέντρο και το χτύπημα του στοίχισε το δεξί του χέρι. Η έλλειψη της κατάλληλης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης εκείνης της εποχής ευθύνεται γι’ αυτό. Με τα μέσα της εποχής αργότερα προσπάθησε να καλύψει αυτή την αναπηρία και να ξεπεράσει με θάρρος αυτή τη δοκιμασία για ένα νέο άνθρωπο.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν εκείνος που τον έφερε πολύ κοντά του και τον ενέπνεε ιδεολογικά. Ήταν φυσικό να τον ακολουθήσει από το κίνημα της Θερίσσου μάλιστα.
Σπούδασε νομικά και αρχικά δικηγόρησε στο Ρέθυμνο, όπου και διακρίθηκε ως ποινικολόγος. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν τον άφησε όμως να συνεχίσει τη δικηγορία. Θέλησε να τον έχει κοντά του ως κρατικό λειτουργό. Έτσι το 1917 τον διόρισε νομάρχη Λαμίας και στη συνέχεια νομάρχη Ρεθύμνου. Υπηρέτησε επίσης ως νομάρχης Αττικής.
Όπως αναφέρει ο Σταύρος Βογιατζής στο βιβλίο του, ο Νικόλαος Ασκούτσης περνούσε τις διακοπές του στην Πηγή.
Ο Νικόλαος Ασκούτσης αν και φαινόταν χαμηλών τόνων άνθρωπος έκρυβε μια γενναία ψυχή.
Μερίμνησε ώστε να κατασκευαστούν δρόμοι στο Ρέθυμνο (όπως ο δρόμος Ρεθύμνου-Αμαρίου) και κτίρια όπως των Φυλακών (σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο), το Τελωνείο και ο Οίκος Παιδείας του Γυμνασίου Αρρένων στην πόλη, σημερινό 1ο Γενικό Λύκειο.
Πέθανε στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1955, έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, αλλά η κηδεία του έγινε στο Ρέθυμνο, όπου η σορός του μεταφέρθηκε αεροπορικώς.
Η Πηγή διακρινόταν για τους αρχοντομεγαλωμένους κατοίκους της Πόσοι και πόσοι από αυτούς δεν έγραψαν ιστορία.
Η Πηγή ανέδειξε μεγάλες μορφές όπως τον κορυφαίο των κορυφαίων Κρητολόγο που είναι ο ευεργέτης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς τον Γιώργη Εκκεκάκη που το Ρέθυμνο ευγνωμονεί.

Τον σκιαγραφεί περίτεχνα ο επιστήθιος φίλος του Κωστής Ηλ. Παπαδάκης σε μια βιβλιοπαρουσίαση αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Η φιλία μας με τον Γιώργο γεννήθηκε πριν από σαράντα και πλέον χρόνια (1981), όταν βρεθήκαμε συνάδελφοι στο παλιό 1ο Γυμνάσιο, στον «Οίκο Παιδείας». Από την πρώτη στιγμή, μας ένωσε μια πνευματική συγγένεια, βαθιά και ουσιαστική, που στηριζόταν στην αμοιβαία εκτίμηση και τον σεβασμό και στα κοινά πνευματικά μας ενδιαφέροντα. Ο Γιώργος με εντυπωσίαζε αδιάκοπα με τις πρωτότυπες ιδέες του, τη βαθιά του γνώση και το ανεξάντλητο πάθος του για κρητολογικά – και όχι μόνο – θέματα, τα οποία κατέγραφε επιμελώς, χωρίς όμως και να τα προβάλλει προς τα έξω, να τα δημοσιοποιεί. Στις ατελείωτες συζητήσεις μας, είτε στο σχολείο είτε στις εκδρομές, στο σπίτι μου ή στο εξοχικό του στην Πηγή, συχνά τον «επιτιμούσα» με φιλική αγανάκτηση: «Γράψ’ τα, βρε Γιώργο, όλ’ αυτά τα τόσο ενδιαφέροντα που μου λες! Γιατί να χάνονται μεταξύ μας και να μη βγουν παραέξω!…» Κι εκείνος, με το γνώριμο χαμόγελό του, το ευπροσήγορο και γεμάτο καλοσύνη, μου απαντούσε: «Λες, βρε Κωστή; Λες;». Και δεν ξέχασε ποτέ την παρότρυνσή μου εκείνη και μου το θύμιζε κάθε φορά που μου χάριζε ένα καινούριο βιβλίο του – τεκμήριο της δημιουργικής του συνέπειας και της πνευματικής του γενναιοδωρίας.

Ο Γιώργος Εκκεκάκης υπήρξε ένας πολυτάλαντος και πολυδιάστατος άνθρωπος με ευρύτατο φάσμα γνώσεων, που εκτείνονταν σε πολλούς τομείς του επιστητού, με ιδιαίτερη, πάντως, έμφαση στην Τοπική Ιστορία, ενώ, περαιτέρω, ήταν και ικανός αγιογράφος, ζωγράφος, σκιτσογράφος, καλλιτεχνικός βιβλιοδέτης και συλλέκτης δεινός σπάνιων βιβλίων, χειρογράφων και φυλλαδίων που αφορούσαν, βασικά, στην Κρήτη και στην ιστορία της. Και ο Εκκεκάκης, προκειμένου να ικανοποιήσει αυτό το ακριβοπληρωμένο πάθος του – του συλλέκτη παλιών, κι όχι μόνο, βιβλίων – πουλούσε μόνιμα πολλές από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνούσε.
Οι γνώσεις του αυτές, καρπός μιας ζωής αφιερωμένης στη μελέτη, δεν έμειναν ποτέ εγκλωβισμένες στο προσωπικό του αρχείο· έγιναν πηγή προσφοράς για την πόλη, τον νομό και ολόκληρη την Κρήτη. Ήταν ένας πολυτάλαντος και χαλκέντερος εργάτης του πνεύματος, που από την τρυφερή του νεότητα «μάζευε», σαν τη μέλισσα, και ωρίμαζε μέσα του μια πολύπλευρη και συχνά ετερόκλητη γνώση. Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ήταν έτοιμος και μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, ξάφνιασε τους πάντες, ξεδιπλώνοντας ένα εξαιρετικά πλούσιο συγγραφικό έργο: Βιβλία, μεταφράσεις ξένων περιηγητών, εκατοντάδες άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ένας άθλος. Ένα θαύμα συγγραφικής παραγωγής!
Αυτό που μας κάνει εντύπωση στην Πηγή είναι η προέλευση εκπαιδευτικών που έγραψαν ιστορία όπως Αμαλία Μανουσάκη – Ζαννιδάκη, (1877-1947) η περίφημη κ. Αμαλία με το φημισμένο της σχολειό.

Είναι και οι Παλιεράκηδες
Σύμφωνα με τον Εκκεκάκη ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης (π. 1855-1925), δευτερότοκος [;] γιος του Πηγιανού αγρότη Εμμανουήλ Παλιεράκη υπήρξε ένα πρόσωπο πραγματικά σπουδαίο. Το επίθετο αναφέρεται εδώ τόσο με την αρχική του έννοια (σπουδασμένος) όσο και με τη σημερινή (σημαντικός). Διδάκτορας της φιλολογίας, βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και γλωσσομαθής, ανέπτυξε ασυνήθιστη δράση, εκπαιδευτική και εθνική. Αρκεί να λεχθεί ότι για την εθνική του προσφορά του απονεμήθηκε ο μεγαλόσταυρος της τιμής, κάτι που έχει γίνει για 69 μόνο πρόσωπα από τη σύσταση του ελληνικού κράτους.
Μόλις ο Νικόλαος Παλιεράκης πήρε το διδακτορικό του, ήρθε αμέσως στο Ρέθυμνο (Φεβρουάριος 1883) και το έργο του δεν άργησε να φανεί. Είναι αυτός που πρωτοστάτησε στην ίδρυση του περίφημου Θεατρικού Συλλόγου «Αι Μούσαι», ενός σωματείου με πρωτοφανείς για την εποχή πρωτοβουλίες. Είναι το σωματείο που πρώτο οργάνωσε το 1885 – μέσα στην τουρκοκρατία δηλαδή – τις εκδηλώσεις για την επέτειο του Αρκαδίου, με ομιλίες, καταθέσεις στεφάνων, λαμπαδηδρομίες κ.λπ. Με την επάνοδο του Παλιεράκη στην Κρήτη, παρουσιάζεται το φαινόμενο να τον διεκδικούν πεισματικά για τη θέση του Γυμνασιάρχη οι δύο μεγάλες πόλεις. Με την εν τω μεταξύ θέσπιση της Κρητικής Πολιτείας, και ενώ υπηρετεί στα Χανιά, γίνεται γενικός επιθεωρητής της Εκπαίδευσης στο αυτόνομο νησί (1902). Όταν η Κρήτη έγινε ελληνική, ήταν φυσικό να τον πάρει η Αθήνα, η πρωτεύουσα του κράτους. Εκεί και πέθανε ξαφνικά, λίγο πριν συνταξιοδοτηθεί. Τάφηκε δημοσία δαπάνη, με μεγάλες τιμές, ασυνήθιστες για πρόσωπα που δεν είχαν επίσημη θέση.
Ο αδελφός του Γεώργιος φαίνεται ότι σπούδασε νομικά εντός και εκτός Ελλάδος Ο Γιώργης Εκκεκάκης εντόπισε μια φωτογραφία του σ΄ ένα βιβλίο για τον Ορθέ κι έτσι έχουμε κάτι από τη σημαντική αυτή προσωπικότητα.
Από τους μεγάλους καλλιτέχνες του Ρεθύμνου, που δικαίωσαν την παράδοση της πόλης στις Τέχνες και τα Γράμματα ήταν και ο ζωγράφος – αγιογράφος Γιώργης Γαληνός.
Ο γιος του Νίκος, που πριν γίνει δημοσιογράφος είχε σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, γράφει στα Ρεθεμνιώτικα Νέα της 1 -10-1991: «Τότε στη Σχολή Καλών Τεχνών υπήρχαν Κυριακάτικα τεχνικά τμήματα για τα παιδιά που εργάζονταν. Εκεί πήρε τα πρώτα του βήματα στη ζωγραφική τέχνη. Ο Νικηφόρος Λύτρας ήταν ο δάσκαλος του και γι’ αυτόν μας διηγιόταν. Ο πατέρας μου δηλαδή ήταν ζωγράφος έντεχνος, δεν ήταν αυτοδίδακτος όπως ο Θεόφιλος…
Σιγά σιγά έπεσε σε πενία. Εγώ έζησα και τον θυμάμαι στα χρόνια της μεγάλης του φτώχειας. Έφθασε στο σημείο να ζει με την ελεημοσύνη των φίλων του. Πέθανε 76 ετών, στις 28-6-1934, πάμφτωχος. Τον Παντοκράτορα στον τρούλο της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας τον ‘έχει κάμει ο πατέρας μου. Ο Πρεβελάκης στο «Χρονικό μιας Πολιτείας» γράφει ότι το ζωγράφισε ο Δεσπότης, για να δώσει έμφαση, που δεν ήξερε να πιάνει ούτε το πινέλο».
«Ζωγράφιζε ως κι αγίους με ντουφέκια…»
Τον μεγάλο αυτό καλλιτέχνη δεν θα μπορούσε να αγνοήσει και ο βάρδος του Ρεθύμνου Γιώργης Καλομενόπουλος. Και μας τον περιγράφει ιδανικά μέσα από τον μοναδικό στίχο του:
Ο Γαληνός της τέχνης παλιά δόξα
εις την μικρή μας σκλάβα πολιτεία
σε φάρσες ξαπολούσε και σ’ αστεία
τα τεντωμένα του μυαλού του τόξα.
Το φόβο αψηφώντας του σουλτάνου
ζωγράφιζε ως κι αγίους με τουφέκια
κι αγγέλους ν’ αμολούν αστροπελέκια
μαζί κι αυτοί ενάντια του τυράννου.
Ξορίστηκε γλιτώνοντας το βόλι
μετά τη λευτεριά όμως πάλι νάτος
καλόκεφος, σεμνός, καλοσυνάτος.
Με την ψυχή αμπέλι και περβόλι
στολίδι του ακριβό την είχε κλείσει.
Την ανθρωπιά βαθιά μες στην καρδιά του
κι ως ήταν από τ’ άξια παιδιά του
το Ρέθεμνος τον είχε αγαπήσει.
Κι όπως το πνεύμα του έλαμπε κεφάτο
και σα δροσοπηγής φλέβα κυλούσε
μεσοτιμής τα «ψάρια» του πουλούσε
ο Γαληνός με κέφι ραφινάτο.


Όταν τα 1994 ο αείμνηστος Γιάννης Σπανδάγος (μαρτυρία του ιδίου) δημοσίευσε ένα άρθρο για τον Γαληνό στο περιοδικό «Διάσταση» του Τεχνικού Επιμελητηρίου, με πολλές φωτογραφίες έργων του ο γιος του καλλιτέχνη Νίκος του τηλεφώνησε και ο Γιάννης τον επισκέφθηκε στο σπίτι του στη Φιλοθέη. Του έδειξε ένα κομμάτι καμβά που διασώθηκε από την αυλαία του «Ιδαίον Άντρον». Παρίστανε τις επτά μούσες με τον Απόλλωνα, αν και το μέγεθος τους ήταν πολύ μικρό και δεν θα διακρίνονταν από απόσταση. Ίσως να ήταν προσχέδιο αυτού που έκανε στην αυλαία. Δυστυχώς εκείνη την ημέρα ο Νίκος δεν αισθανόταν καλά και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, γι’ αυτό απλώς κουβέντιασε με τον επισκέπτη του χωρίς να του προσφέρει καμία επιπλέον πληροφορία. Του έδειξε μόνο μια φωτογραφία του ζωγράφου στα τελευταία του, ντυμένου με κουρέλια, σαν επαίτης, τόση ήταν η ένδεια του και του τη χάρισε με την υπόσχεση ότι θα μαζέψει φωτογραφίες και άλλα στοιχεία που θα του χάριζε όταν θα ξανασυναντιόμασταν. Αυτή η συνάντηση δεν έγινε όμως ποτέ, γιατί μετά από λίγο καιρό πέθανε.
Το αφιέρωμά μας στην Πηγή και στους επιφανείς Πηγιανούς συνεχίζεται.














