Κάποιοι πανηγυρίζουν για την πράσινη μετάβαση. Όμως αποφεύγουν να απαντήσουν σε ένα απλό ερώτημα: Ποιος τελικά κερδίζει και ποιος πληρώνει;
Η Ελλάδα παράγει ολοένα και περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από Ανανεώσιμες Πηγές. Όταν όμως το σύστημα δεν μπορεί να την αποθηκεύσει, η αξία της καταρρέει. Έτσι, μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας εξάγονται σε πολύ χαμηλές – ακόμη και μηδενικές – τιμές μέσω των διασυνδέσεων.
Την ίδια στιγμή, η χώρα εξακολουθεί να μην διαθέτει επαρκείς υποδομές αποθήκευσης. Όταν η παραγωγή των ΑΠΕ μειώνεται και η ζήτηση αυξάνεται, η Ελλάδα αναγκάζεται να καλύπτει τις ανάγκες της με ακριβότερες εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Το ερώτημα είναι αμείλικτο: πώς γίνεται μια χώρα που παράγει τόσο μεγάλη ποσότητα «πράσινης» ενέργειας να συνεχίζει να πληρώνει τόσο ακριβά το ηλεκτρικό της ρεύμα;
Η ενεργειακή πολιτική δεν κρίνεται από τις φωτογραφίες δίπλα σε φωτοβολταϊκά πάρκα ούτε από τα επικοινωνιακά συνθήματα. Κρίνεται από το αν οι πολίτες βλέπουν χαμηλότερους λογαριασμούς και αν η χώρα αξιοποιεί προς όφελός της τον ενεργειακό της πλούτο.
Χωρίς σοβαρές επενδύσεις σε αποθήκευση, η Ελλάδα κινδυνεύει να παραμένει ένας φθηνός παραγωγός πρώτης ύλης, ενώ άλλοι αξιοποιούν καλύτερα την ευελιξία των ενεργειακών τους συστημάτων και αποκομίζουν μεγαλύτερα οφέλη.
Η χώρα χρειάζεται λιγότερη επικοινωνία και περισσότερο σχεδιασμό. Χρειάζεται έργα αποθήκευσης, αντλησιοταμιευτικά, συστήματα μπαταριών και ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θα κρατά την παραγόμενη ενέργεια μέσα στην ελληνική οικονομία.
Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να παράγουμε φθηνή ενέργεια, να τη διαθέτουμε όταν δεν τη χρειαζόμαστε και να την αγοράζουμε ακριβότερα όταν την έχουμε ανάγκη. Και το κόστος αυτού του παράδοξου θα συνεχίσουν να το πληρώνουν οι Έλληνες πολίτες και οι ελληνικές επιχειρήσεις.








