Όταν το μέλλον γεννιέται μέσα στην πιστότητα
Δεν είναι ο πόνος που εξαντλεί περισσότερο τον άνθρωπο. Δεν είναι ούτε η δοκιμασία. Ούτε ακόμη η απώλεια. Είναι η στιγμή κατά την οποία παύει να διακρίνει μπροστά του έναν λόγο για να συνεχίσει.
Τότε ο χρόνος δεν κυλά. Απλώς επαναλαμβάνεται.
Οι ημέρες μοιάζουν ίδιες. Οι κινήσεις γίνονται συνήθεια. Η καρδιά εξακολουθεί να χτυπά, όμως η ψυχή παύει να προσδοκά. Κι όταν η προσδοκία σβήσει, ο άνθρωπος δεν πεθαίνει αμέσως. Αρχίζει, όμως, να ζει χωρίς ορίζοντα. Ίσως γι’ αυτό η εποχή μας, ενώ κατέκτησε σχεδόν τα πάντα, δυσκολεύεται τόσο να ελπίσει.
Ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν διέθετε τόση γνώση για το αύριο. Και ποτέ άλλοτε δεν φοβήθηκε τόσο να το αντικρίσει.
Γιατί, φίλοι μου, η ελπίδα δεν γεννιέται από τη γνώση. Ούτε από τις πιθανότητες, ούτε καν από τις προβλέψεις. Γεννιέται από κάτι πολύ βαθύτερο: από την πιστότητα!
Κι όμως, νιώθω πως εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση. Επιτρέψτε να εξηγήσω την τοποθέτησή μου.
Συχνά ονομάζουμε ελπίδα την αισιοδοξία. Όμως η αισιοδοξία αλλάζει κάθε φορά που αλλάζουν οι συνθήκες. Η ελπίδα παραμένει ακόμη κι όταν οι συνθήκες διαψεύδονται. Η αισιοδοξία στηρίζεται σε αυτό που περιμένει να συμβεί. Η ελπίδα στηρίζεται σε Εκείνον που δεν παύει να είναι παρών. Γι’ αυτό και θεωρώ πως η ελπίδα ΔΕΝ είναι ψυχολογική κατάσταση. Είναι υπαρξιακή στάση. Δεν αρνείται τον πόνο. Δεν ωραιοποιεί τη δοκιμασία. Δεν προσποιείται ότι όλα θα πάνε καλά. Αρνείται, όμως, να παραδώσει τον τελευταίο λόγο στην απόγνωση.
Αγαπητοί μου,
κάθε άνθρωπος που συνεχίζει να αγαπά όταν δεν ανταμείβεται, να συγχωρεί όταν πληγώθηκε, να εργάζεται όταν κουράστηκε, να προσεύχεται όταν όλα μέσα του σωπαίνουν… φέρει ήδη μέσα του την πιο αυθεντική μορφή ελπίδας. Όχι γιατί γνωρίζει πλέον το τέλος της διαδρομής, αλλά γιατί αρνείται να προδώσει το φως που κάποτε γνώρισε.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μυστήριο!
Γιατί η αληθινή ελπίδα δεν γεννιέται από τον ατενισμό του μέλλοντος. Γεννιέται από την πιστότητα σε εκείνο που κάποτε αποδείχθηκε αληθινό μέσα στη ζωή γιατί βιώθηκε, σε αυτό που συνθέτει κάθε στιγμή δίχως ανταμοιβή, δίχως υστεροβουλία, δίχως καν σκέψη τη «μελωδία» της ζωής: Η μητέρα που ξενυχτά δίπλα στο παιδί της. Ο ιατρός που επιστρέφει κάθε πρωί στον θάλαμο. Ο δάσκαλος που επιμένει να μορφώνει. Ο ιερέας που είναι στον ναό ακόμη κι όταν δεν εισέρχεται σε αυτόν σχεδόν κανείς.
Όλοι τούτοι και τόσοι άλλοι «πρότυποι οδηγοί» δεν ζουν από αισιοδοξία, φίλοι μου. Ζουν από πιστότητα. Και κάθε πράξη πιστότητας γεννά λίγο ακόμη μέλλον μέσα στον κόσμο.
Εδώ ακριβώς, η ανθρώπινη εμπειρία συναντά αθόρυβα τη Θεολογία. Η Αγία Γραφή δεν παρουσιάζει ποτέ την ελπίδα ως υπολογισμό. Τουναντίον την παρουσιάζει ως εμπιστοσύνη. Ο Αβραάμ ξεκινά χωρίς να γνωρίζει τον τόπο. Ο Μωυσής βαδίζει προς τη θάλασσα που ακόμη δεν έχει ανοίξει. Οι Μυροφόρες πορεύονται προς τον τάφο χωρίς να γνωρίζουν πως κάποιος θα μετακινήσει τον λίθο. Και όμως προχωρούν. Όχι επειδή γνωρίζουν, αλλά επειδή εμπιστεύονται! Αυτό είναι το παράδοξο της πίστεως, αγαπητοί μου. Η πίστη δεν φωτίζει πρώτα τον δρόμο. Φωτίζει τον άνθρωπο. Και όταν φωτιστεί ο άνθρωπος, βρίσκει τον δρόμο του ακόμη και μες στη νύχτα. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν έμαθε ποτέ να ελπίζει επειδή η ιστορία γίνεται ευκολότερη. Έμαθε να ελπίζει ακριβώς γιατί ο Αναστάς Χριστός παραμένει παρών!
Η ελπίδα, λοιπόν, δεν είναι προσδοκία καλύτερων ημερών. Είναι βεβαιότητα σχέσεως. Είναι η άρνηση της αγάπης να εγκαταλείψει. Η άρνηση της αλήθειας να σιωπήσει. Η άρνηση της παρουσίας να αποχωρήσει. Η άρνηση της μνήμης να παραδοθεί στη λήθη.
Και τότε είναι που όλα όσα μοιάζουν ασύνδετα ενώνονται. Η είσοδος γίνεται μαρτυρία. Η μαρτυρία γίνεται παρουσία. Η παρουσία γίνεται μνήμη. Και η μνήμη γίνεται ελπίδα. Όχι επειδή ο κόσμος άλλαξε αλλά επειδή ο άνθρωπος έμαθε να κατοικεί μέσα του διαφορετικά.
Ίσως, τελικά, αυτό να σημαίνει «ελπίζω». Να συνεχίζω, δηλαδή, να προσφέρω φως χωρίς να γνωρίζω πόσο σκοτάδι απομένει. Να συνεχίζω να αγαπώ χωρίς να απαιτώ ανταπόδοση. Να συνεχίζω να μένω χωρίς να μου εξασφαλίζεται δικαίωση. Να συνεχίζω να εμπιστεύομαι χωρίς να κατέχω αποδείξεις.
Γιατί η ελπίδα δεν είναι η βεβαιότητα ότι αύριο όλα θα είναι καλύτερα.
Είναι η βεβαιότητα ότι το αληθινό δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο. Κι όταν αυτή η βεβαιότητα ριζώσει στην καρδιά, το μέλλον παύει να είναι μια υπόσχεση μακρινή. Γίνεται ένας τρόπος υπάρξεως ήδη από σήμερα!
Λαογραφική – Πολιτισμική Σημείωση
Στην καθημερινή του πράξη, ο παραδοσιακός Έλληνας δε μιλούσε σχεδόν ποτέ για την ελπίδα. Την ενσάρκωνε! στο καντήλι που δεν έσβηνε ποτέ, στο προζύμι που κρατούσε η μάνα «για του χρόνου», στο αμπέλι που φύτευε ο παππούς γνωρίζοντας ότι ίσως δεν θα δοκίμαζε τον καρπό, στην ελιά που φυτευόταν για τα εγγόνια, στο τάξιμο στη Μάνα Παναγιά, στο πρώτο σιτάρι που κρατούσαν για τη νέα σπορά, στον ναυτικό που άφηνε αναμμένο το φως στο σπίτι, στη μάνα που περίμενε ανύστακτη στο κατώφλι…
Ο άνθρωπος της παράδοσης δεν όριζε την ελπίδα ως συναίσθημα. Την οικοδομούσε ως τρόπο ζωής. Κάθε σπόρος που έμπαινε στη γη, κάθε καντήλι που άναβε, κάθε παιδί που βαπτιζόταν, κάθε σπίτι που θεμελιωνόταν ήταν μια σιωπηλή ομολογία ότι ο κόσμος αξίζει να συνεχιστεί. Ίσως γι’ αυτό η ελληνική παράδοση δεν δίδαξε ποτέ την ελπίδα με ορισμούς. Τη δίδαξε με πράξεις που «κοίταζαν» πάντοτε πιο μακριά από τον άνθρωπο που τις πραγματοποιούσε.








