Η περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη, εκτός από διασκεδαστική, πολιτικά προκλητική και ηθικά αμφιλεγόμενη (στην καλύτερη των περιπτώσεων) είναι επιπλέον και εξαιρετικά ενδεικτική των καιρών στους οποίους ζούμε.
Η ουσία της υπόθεσης είναι ότι ο κ. Λαζαρίδης με ένα πτυχίο από αμφιλεγόμενο ιδιωτικό κολέγιο διορίστηκε ειδικός σύμβουλος σε υπουργείο, κατά τρόπο πιθανότατα όχι σύννομο.
Εντάξει, κακώς, ουδεμία αντίρρηση. Αλλά μάλλον δεν είναι ο πρώτος και σίγουρα δεν θα είναι ο τελευταίος.
Το ενδεικτικό εν προκειμένω αφορά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε να δικαιολογηθεί. Με συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN, ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης έδωσε πλούσιο περιεχόμενο στις σατιρικές ιστοσελίδες, εκτοξεύοντας την μία σαχλαμάρα μετά την άλλη. Ξεκίνησε λέγοντας ότι προσελήφθη «επειδή ήταν ωραίος» και το τερμάτισε όταν στην ερώτηση γιατί, αφού δεν πήγε ποτέ σε δημόσιο πανεπιστήμιο, ισχυρίστηκε σε ανάρτησή του ότι είχε πάει απάντησε ότι μπέρδεψε το «μ» με το «ν» (κι έτσι έγραψε «όσοι φοιτήσαμε», αντί για «όσοι φοιτήσανε»…).
Πρόκειται βεβαίως για φαιδρές εξηγήσεις που έκαναν την κατάσταση ακόμα χειρότερη και υποχρέωσαν τον κ. Λαζαρίδη να επανέλθει με διορθωτική δήλωση όπου μάλιστα λέει πώς είναι έτοιμος να επιστρέψει τα λεφτά που πήρε ως μετακλητός.
Ανεξάρτητα από την προσπάθεια Λαζαρίδη να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, το ερώτημα τίθεται έτσι κι αλλιώς: Πώς φτάσαμε στο σημείο ένας πολιτικός να νιώθει ότι μπορεί να πετάει τέτοιες προσβλητικές ανοησίες δημόσια; Πότε δηλαδή ο δημόσιος λόγος έχασε εντελώς το βάρος που θα έπρεπε να έχει και μετατράπηκε σε κάτι ελαφρύ και χαζοχαρούμενο, δίχως τον παραμικρό σεβασμό στα προσχήματα, στην αλήθεια, στη νοημοσύνη των ακροατών; Και που οφείλονται όλα τα παραπάνω;
Η άνοδος των social media και η διάσπαση προσοχής των σημερινών ανθρώπων, οι οποίοι χάνουν το ενδιαφέρον τους για ένα θέμα και πάνε στο επόμενο με την ταχύτητα που σκρολάρουν, αποτελεί μια πιθανή εξήγηση. Η πολιτική και επικοινωνιακή κυριαρχία του Ντόναλντ Τραμπ που εισήγαγε το ακαταλόγιστο στον δημόσιο διάλογο (λέει ότι του κατέβει στο κεφάλι, μεταξύ των οποίων και τερατώδη ψέματα ακόμα και για εξαιρετικά σοβαρά θέματα και πηγαίνει παρακάτω σαν να μην συμβαίνει τίποτα) επίσης ενίσχυσε την πλήρη απενοχοποίηση της «παπάτζας» (θα μας επιτρέψετε την έκφραση).
Όπου κι αν οφείλεται πάντως, μπορούμε να συμφωνήσουμε πώς πριν από κάμποσα χρόνια ο κ. Λαζαρίδης θα ντρεπόταν να εμφανιστεί και να πει όσα είπε δημόσια.
Αυτό δεν είναι νοσταλγία του παρελθόντος (όπου βέβαια όσον αφορά στους διορισμούς συνέβαιναν τα ίδια και χειρότερα).
Είναι διαπίστωση για το παρόν και ανησυχία ή ακόμα και φόβος για το μέλλον.










