Για την Τανζού Ιζμπέκ δεν γνώριζα και πολλά, έξω απ᾽όσα είχα διαβάσει στο βιβλίο της Μαρίας Τσιριμονάκη Αυτοί που έφυγαν, αυτοί που ήρθαν, και μια εισήγησή της σε ένα μουσικολογικό συνέδριο στο Ηράκλειο, την οποία, εντελώς τυχαία, εντόπισα σε μια αναζήτησή μου στο διαδίκτυο. Μου είχε κάνει εντύπωση η αναφορά της σε μια γυναίκα από τα Καπεδιανά, τη Νασιχά, φίλη και γειτόνισσα της γιαγιάς της και, καθώς έκανα μια έρευνα για τον αμιγώς μουσουλμανικό αυτό οικισμό, της είχα ζητήσει μια φωτογραφία της Νασιχά, την οποία και μου έστειλε. Την είχα επίσης ρωτήσει αν ήξερε κάποια στοιχεία για τον Νουμανάκη και τον Αλή Ονάυ, τους γνωστούς λόγιους Ρεθύμνιους μουσουλμάνους και ορισμένες πληροφορίες ακόμη. Με τον Αλή Ονάυ μάλιστα ήταν συμπέθεροι, καθώς ένας γιός του είχε παντρευτεί την αδελφή της.
Συνάντηση στη Σμύρνη
Στο πρόσφατο ταξίδι μου στη Σμύρνη, της είχα ζητήσει να συναντηθούμε, και δέχτηκε με χαρά. Η Τανζού διαβάζει τα άρθρα μου, μου είχε πεί, και τα βρίσκει ενδιαφέροντα. Κατά τη δεύτερη μέρα στη Σμύρνη είχα ζητήσει να συναντήσω την Αϊσέ Εργκίρ, κόρη του Ερόλ Εργκίρ, εγγονού του Χουσνή Βακογλάκη, του τελευταίου μουσουλμάνου Δημάρχου του Ρεθύμνου.
Η Τανζού θα ερχόταν την επομένη οδικώς από το Μοσχονήσι, μαζί με τον Εβρέν Κατσάρ, τον οποίο είχα συναντήσει στο Μαρουλά, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ΕΡΤ για την εκπομπή της Σοφίας Παπαϊωάννου με θέμα τους Τουρκοκρητικούς. Τελικά όμως, άλλαξαν σχέδια και αποφάσισαν να έρθουν μια μέρα νωρίτερα, οπότε βρέθηκαν στην παρέα μας, σε εστιατόριο στην περιοχή Αλσαντσάκ. Πρότειναν να πάμε στα Βουρλά, στα Αλάτσατα και στον
Τσεσμέ με το αμάξι του Εβρέν. Περάσαμε υπέροχα, με έντονα συναισθήματα στα μέρη που κουβαλούν αιώνες ελληνικής ιστορίας.

Ταυτότητα και έργο της Τανζού Ιζμπέκ
Η Τανζού, απόφοιτη της σχολής Οικονομικών και Διοικητικών Επιστημών του Ege Universitesi, είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας, μεταφράστρια και επαγγελματίας ξεναγός, ελληνομαθής, γεννήθηκε στο Μοσχονήσι (Cunda) και είναι απόγονος Τουρκοκρητικών τρίτης γενιάς, με ρίζες από το χωριό Έρφοι Μυλοποτάμου.

Ο παππούς από τη μητέρα της, Χουσεΐν Κοστολάκις, σύζυγος της Σακιζέ, είχε υιοθετηθεί από τον μεγαλοκτηματία Αλή Δεδογλάκη, αδερφό του Μουσταφά, ο οποίος ήταν μέλος της μουσουλμανικής Δημογεροντίας και τον είχε κεχαγιά στα κτήματά του.
Από τη δεκαετία του 1990, μέσα από συνεντεύξεις και δημοσιεύσεις στους τομείς των ελληνοτουρκικών σχέσεων, της ειρήνης και της πολιτιστικής συνεργασίας, συμβάλλει στην ανάπτυξη του διαλόγου μεταξύ των δύο κοινωνιών.
Οι συνεντεύξεις που πραγματοποίησε με σημαντικές προσωπικότητες, – όπως ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, η συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου, ο στιχουργός Μανώλης Ρασούλης, η ποιήτρια, συγγραφέας και στιχουργός Αγαθή Δημητρούκα (σύζυγος του Νίκου Γκάτσου), οι συγγραφείς Μάρω Δούκα, Ρέα Γαλανάκη, αλλά και η δημοσιογράφος, και σύντροφος του Νίκου Μπελογιάννη, Έλλη Παπά– αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της ενασχόλησής της με την ελληνική κουλτούρα και λογοτεχνία, και είχαν σημαντικό αντίκτυπο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τη γλώσσα της ειρήνης και τις πολιτιστικές ανταλλαγές.
Η Τανζού Ιζμπέκ είναι γνωστή για τα άρθρα και τις μεταφράσεις της που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες Milliyet, Cumhuriyet, Radikal Papirüs και Evrensel. Παράλληλα, έχει εργαστεί ως μεταφράστρια βιβλίων και έχει προσφέρει συμβουλευτική υποστήριξη σε πολλά ντοκιμαντέρ και κινηματογραφικά έργα. Το 1994 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Αμπντί Ιπεκτσί και το 1997 με το Τιμητικό Βραβείο Κρητικής Διαλέκτου από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο
Θεσσαλονίκης. Μια συνέντευξή της με τον μεγάλο μας συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη το 1990, αποτέλεσε ορόσημο για την ελληνοτουρκική φιλία, αναδεικνύοντας τη σημασία της ειρήνης και του πολιτισμού.
Η Τανζού τιμήθηκε για το έργο της στην προώθηση των πολιτιστικών σχέσεων. Συχνά αναφέρεται στην περίφημη φράση του Μίκη Θεοδωράκη: «Τα όπλα σκουριάζουν, τα τραγούδια ποτέ» (και στα τουρκικά: Silahlar paslanır, şarkılar asla paslanmaz).
Αλλά και με τον Μανώλη Ρασούλη, τον εμβληματικό Έλληνα στιχουργό, συγγραφέα, δημοσιογράφο από τις Σίσσες του Ρεθύμνου, τη συνέδεε βαθιά φιλία, εστιασμένη σε πολιτιστικές γέφυρες μεταξύ των δυο χωρών.

Πρέσβειρα του έργου της Διδώς Σωτηρίου
Με άρθρα της στην εφημερίδα Milliyet, η Τανζού παρουσίασε στο τουρκικό κοινό σημαντικά έργα της σπουδαίας Ελληνίδας συγγραφέως Διδώς Σωτηρίου, που μεταφράστηκαν στην τουρκική γλώσσα, παίζοντας έτσι καθοριστικό ρόλο στη λογοτεχνική επαφή μεταξύ των δύο λαών. Τα κυριότερα από τα βιβλία αυτά ήταν: τα Ματωμένα Χώματα (που κυκλοφόρησαν στα τουρκικά με τον τίτλο Benden Selam Söyle Anadolu δηλ. «Χαιρέτα μου την Ανατολή»), Η
Εντολή, Ηλέκτρα, που προκάλεσαν τεράστια αίσθηση στην Τουρκία.
Στο μυθιστόρημά της Η Εντολή, η Διδώς Σωτηρίου αναφέρεται στη συγκλονιστική ιστορία του Νίκου Μπελογιάννη. Αφηγείται τον έρωτά του με την αδελφή της, Έλλη Παππά, τη σύλληψή τους το 1950 και την εκτέλεση του «ανθρώπου με το γαρύφαλλο» το 1952, μέσα από την πολιτική και προσωπική φόρτιση της εποχής. Oι μεταφράσεις των έργων της Διδώς Σωτηρίου βοήθησαν το τουρκικό αναγνωστικό κοινό να προσεγγίσει μια άλλη οπτική της ιστορίας, ιδιαίτερα τα τραύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη των προσφύγων της Κρήτης και της Μικράς Ασίας.
Ο οίκος Σαντέρ που εξέδωσε το βιβλίο το 1970, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει το έργο ως ένα είδος «Πολέμου και Ειρήνης» της Ελλάδας. Σημείωνε χαρακτηριστικά: «Μέσα στην επική ατμόσφαιρα του βιβλίου, αντί να αναζωπυρώνεται το μίσος, ζωντανεύει το ανθρώπινο δράμα όλων των μικρών λαών που σφαγιάζονται στο βωμό των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων».
Ο Ertugrul Soysal, πρόεδρος του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Κωνσταντινούπολης, είχε δηλώσει δημόσια ότι διάβασε το βιβλίο απνευστί, τονίζοντας ότι η γραφή της Σωτηρίου βοηθά τους δύο λαούς να καταλάβουν ότι υπήρξαν και οι δυο θύματα των μεγάλων δυνάμεων.
Το βιβλίο αγαπήθηκε τόσο πολύ, που τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Αμπτί Ιπεκτσί το 1982, γεγονός που επισφράγισε τη σημασία του για την ελληνοτουρκική προσέγγιση.

Διδώς Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα
Πολλοί Τούρκοι αναγνώστες αναφέρουν ότι το βιβλίο τους βοήθησε να δούν την «άλλη πλευρά» του νομίσματος και συγκινούνται από τα λόγια του μικρού Τούρκου Σεβκέτ προς τον Έλληνα φίλο του, τον Μανώλη: «Άναψέ μου ένα κερί, ίσως οι Θεοί μας γίνουν φίλοι, όπως γίναμε κι εμείς».
Το τέλος του βιβλίου έχει ένα από τα πιό συγκλονιστικά αποσπάσματα για την τουρκική λογοτεχνική κοινότητα: «Πες της Ανατολής χαιρετίσματα… Ας μη μας κρατάει κακία που ποτίσαμε το χώμα της με αίμα… Και οι δήμιοι που έβαλαν τα αδέρφια να σφάξουν τα αδέρφια, νά ‘ναι χίλιες φορές καταραμένοι!»
Διασώζοντας τις μαντινάδες
Οι μαντινάδες της Κρήτης, είναι μια άλλη σπουδαία λαογραφική καταγραφή των παραδοσιακών κρητικών μαντινάδων που μετέφεραν μαζί τους οι μουσουλμάνοι της Κρήτης και οι οποίες διασώθηκαν στα παράλια του Αϊβαλιού. Η διάσωση των μαντινάδων στο Αιβαλί και το Μοσχονήσι, αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά πολιτισμικά φαινόμενα της Ανταλλαγής των πληθυσμών του 1923. ‘Οταν, περίπου 23.000 Μουσουλμάνοι της Κρήτης, κυρίως από το Ρέθυμνο και τα Χανιά, ξεριζώθηκαν, μετέφεραν μαζί τους στα μικρασιατικά παράλια τη μόνη πατρίδα που δεν μπορούσε να τους στερήσει κανείς: την κρητική διάλεκτο και την ποίησή της. Στο Αϊβαλί δεν μιλούσαν τουρκικά. Για δυό ολόκληρες γενιές, η βασική γλώσσα στα σπίτια, τα καφενεία και
τις αγορές ήταν η κρητική διάλεκτος. Με τις μαντινάδες εξέφραζαν τον πόνο του αποχωρισμού, τη δυσκολία της προσαρμογής και τη νοσταλγία για την Κρήτη.

Μια χαρακτηριστική μαντινάδα που καταγράφηκε στο Μοσχονήσι, απευθύνεται στον Κεμάλ Ατατούρκ:
Ανέ ρωτάς Κεμάλ Πασά στην Κρήτη πώς περνούσαμε,
ραδίκια καθαρίζαμε και βρούβες επουλούσαμε.
Κι ανέ ρωτάς Κεμάλ Πασά στη Τζούντα (Μοσχονήσι) πως περνούμε,
ραδίκια καθαρίζομε και βρούβες πουλούμε.
Η μελέτη της Τανζού Ιζμπέκ για τις κρητικές μαντινάδες υπήρξε καθοριστική. Μίλησε με
ηλικιωμένες γυναίκες, όπως η γιαγιά της η Σακιζέ, και η γειτόνισσά της η Νασιχά, που είχαν
φύγει από τα Καπεδιανά, και κατέγραψε με λατινικούς χαρακτήρες εκατοντάδες μαντινάδες
που μεταφέρονταν μόνο προφορικά, διασώζοντάς τις από τη λήθη.
Σήμερα, η παράδοση αυτή σβήνει. Ωστόσο, αν κάποιος επισκεφτεί μια ταβέρνα στο Αϊβαλί, είναι πολύ πιθανό να τον καλοσωρίσει ο ιδιοκτήτης με μια κρητική μαντινάδα.
Στην πόρτα σου το γιασεμί κι ήρθα να το κλαδέψω,
κι εθάριαινε η μάννα σου πως ήρθα να σε κλέψω.
Άχι πως ξεχωρίζομε κι άσκημα θα με χάσεις,
θα χύσεις μαύρα δάκρυα, ώστε να με ξεχάσεις.
Πρόβαλε στο παράθυρο, να δω το πρόσωπό σου,
να δροσερέψω να γενώ σαν το βασιλικό σου.
Χαρώ τηνε τη γλώσσα σου, τη σχιζαμυγδαλάτη,
που είναι μέσα κουφωτή, και ζάχαρη γεμάτη.
Η θάλασσα έχει ένα καημό, γιατί δεντρό δεν έχει.
Μα ζωντανός ξεχωρισμός, παρηγοριά δεν έχει.
Ανάθεμα τσι μαραγκούς, που κάναν τα βαπόρια,
και μας εξεχωρίζανε κι εδά είμαστε χώρια.
Ρόδο εσύ ρόδο κι εγώ, μαζί να φυτευτούμε,
να βγούνε τα κλωνάρια μας, να σφιχταγκαλιαστούμε.
Γιατρέ μου φέρε γιατρικά, για την απελπισία.
Με την πληγή που μ’ άνοιξες, δεν έχει σωτηρία.

της γιαγιάς Σακιτζέ, στους Έρφους το 1987
Σε στίχους Νίκου Γκάτσου
Η Τανζού Ιζμπέκ αναδεικνύει συχνά την επιρροή του Νίκου Γκάτσου στο ελληνικό τραγούδι και τη λογοτεχνία. Μέσα από άρθρα και αφηγήσεις, αναφέρεται στη δύναμη και τη σημασία των στίχων του για εμβληματικά κομμάτια της ελληνικής μουσικής (όπως π.χ. γνωστές μελοποιήσεις του Σταυρου Ξαρχάκου) και τονίζει τη συναισθηματική φόρτιση και τη διαχρονικότητα της ποίησής του.
Η Τανζού συνδυάζει συχνά το έργο του Γκάτσου με προσωπικές αφηγήσεις και αγαπημένα τραγούδια σε πολιτιστικούς χώρους. Σε αυτές τις μουσικές-λογοτεχνικές βραδιές, το κοινό έχει την ευκαιρία να ακολουθήσει το ταξίδι των στίχων του Γκάτσου, ερμηνευμένων από μεγάλους καλλιτέχνες, όπως ο Νίκος Ξυλούρης. Λειτουργεί έτσι ως διάμεσος πολιτιστικός παρατηρητής, που φέρνει κοντά τους δυό λαούς και τις παραδόσεις τους.
Το δελτίο τύπου για τη μουσική εκδήλωση που διοργανώθηκε τον περασμένο Δεκέμβρη, στον πολιτιστικό χώρο ««gri.alan στο Μοσχονήσι, με τραγούδια της Σωτηρίας Μπέλλου σε στίχους Νίκου Γκάτσου, ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Η Tanju İzbek θα μοιραστεί μαζί μας τις μεταβαλλόμενες εποχές του Αϊβαλιού, τα ίχνη μιας πολυπολιτισμικής κοινής ζωής, θέματα αποχωρισμού και νοσταλγίας, και τα στρώματα συναισθημάτων που έχουν συσσωρευτεί με τα χρόνια—όλα συνοδευόμενα από αγαπημένα τραγούδια. Είναι μια συνάντηση που δημιουργεί χώρο τόσο για τα ίχνη του παρελθόντος όσο και για τις κοινές ευαισθησίες του παρόντος».
«Στα μονοπάτια της γιαγιάς μου. Η δική μου Κρήτη»
Η Τανζού έχει πραγματοποιήσει ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια, όπως το Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο και έχει συνεργαστεί με Έλληνες ερευνητές, όπως ο Νίκος Ανδριώτης, μεταφράζοντας αρχεία και συντονίζοντας μελέτες για τη ζωή των Μουσουλμάνων της Κρήτης. Τον Οκτώβριο του 2014 συμμετείχε στο 1 ο Διεθνές Εθνομουσικολογικό Συνέδριο στο Μαλεβίζι, με θέμα: «Η αστική μουσική στην Κρήτη από την Κρητική Πολιτεία μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών και η σχέση των δυο κοινοτήτων». Είχε τότε αρχίσει την ομιλία της ως εξής:
«Κυρίες και Κύριοι, καλησπέρα σας! Καλησπέρα Κρήτη μου!
Έρχομαι από μακριά… από «χίλια μύρια κύματα» μακριά, από τ’ Αϊβαλί και τα Μοσχονήσια. Απόγονος Τουρκοκρητικών τρίτης γενιάς, από το χωριό Έρφοι του Ρεθύμνου, γεννήθηκα και ζω στο Μοσχονήσι. Βρίσκομαι σήμερα εδώ, στο Ηράκλειο, γεμάτη συναισθήματα ανείπωτα, που όμως αρκετοί σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα, απόγονοι προσφύγων από τη Μικρά Ασία στο Ηράκλειο, μπορούν να καταλάβουν τη δύναμη και το βάθος τους. Βρίσκομαι εδώ για να μεταφέρω την άσβεστη, αξέχαστη μνήμη της διατήρησης της Κρητικής μουσικής, κυρίως τις αξέχαστες μαντινάδες, που ζούν και μεταδίδονται από στόμα σε στόμα, αυτά τα 90 χρόνια, στην άλλη πατρίδα.
Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα ακούγοντας κρητικά νανουρίσματα:
«ντάπσιν –ντάπσιν ντάπσιν ντα και τη μάνα ντου δεν είδα….
τσε χαρώ το τσε χαρώ το, το γλυκό μου ζαχαρώτο,
τσε χαρίνω χάριν να’ σει πάντα ντου να ζει τσε να σει
τσε να μη δουλεύγει να σει»…
«Η πιο γλυκιά πατρίδα, είναι η καρδιά…»!
Η Τανζού αγαπά την Ελλάδα, αγαπά την Κρήτη και τη θεωρεί δεύτερη πατρίδα της. Στην εκπομπή της Σοφίας Παπαιωάννου «365 Στιγμές» στην ΕΡΤ, είχε πει πως η γιαγιά της η Σακιζέ της είχε ζητήσει, όταν πάει στην Κρήτη, να φέρει χώμα από τους Έρφους και να το «λαντουρίσει» στον τάφο της. Η ίδια μου είχε πει πως θάθελε να πεθάνει στην Κρήτη, μια και δεν μπόρεσε η γιαγιά της.
Βέβαια, η πατρίδα μπορεί να ορίζεται σε γεωγραφικά σύνορα, όμως για τον αγαπημένο της φίλο, Μανώλη Ρασούλη, «η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά…»!










