*Της Λιάνας Παναγιωτάκη
Το βιβλίο θα παρουσιαστεί στον χώρο Τέχνης και Πολιτισμού ΧΑΡΟΥΠΟΜΥΛΟΣ στο Πάνορμο, το ερχόμενο Σάββατο, 25 Ιουλίου, στις 8 το βράδυ, στον χώρο Τέχνης και Πολιτισμού «Χαρουπόμυλος» στο Πάνορμο.
Άλλο ένα πολύτιμο απόκτημα για τη νεοελληνική λογοτεχνία: το μυθιστόρημα «Η γραφή των κυμάτων», που εκδόθηκε από το «βιβλιοπωλείο της εστιασ» (Αθήνα, 2026), δημιουργήθηκε από έναν μεγάλο σύγχρονό μας ποιητή που γεννήθηκε στο Ρέθυμνο και μεγάλωσε στο Πάνορμο μέχρι τα 18 του χρόνια: τον τιμηθέντα με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2019, για το μυθιστόρημά του «Ο Ταχυδρόμος», Γιώργο Παπαδάκη.
Ο ίδιος ο λογοτέχνης -όπως και ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου του, ο Αλέξανδρος- «μεγάλωσε με τον ήχο της θάλασσας στα μεσοδιαστήματα των ονείρων». Από το κέλυφος που περικλείει τη γνώση, την εμπειρία και την έμπνευσή του, γεννήθηκε το μαργαριτάρι!
Με τον ιδιαίτερο τρόπο του, ο Γιώργος Παπαδάκης κατακτά από τις πρώτες σελίδες τον αναγνώστη, ο οποίος με ενδιαφέρον παρακολουθεί την ιστορία μιας οικογένειας και των δυο παιδιών από το προσχολικά τους χρόνια μέχρι την ενηλικίωση και το ξεκίνημα της δικής τους ζωής.
Ο τόπος δεν είναι γνωστός. Τον χρόνο τον τοποθετούμε λίγο μετά την Κατοχή και την απελευθέρωση, χάρις στις αναφορές του αφηγητή στα ιστορικά γεγονότα.
Εξαρχής στο επίκεντρο φαίνεται να υπάρχει η μητέρα, η Αλίκη, κάποτε ευτυχισμένη (σε άγνωστο για τα παιδιά χρόνο), στο παρόν όμως και καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, μελαγχολική, απόμακρη, αφού «δεν χωρούσε στο τοπίο, ήταν αλλού».
Κάποιος άλλος ποιητής, ο Παντελής Μπουκάλας, αποκαλεί τη μάνα «περίληψη του κόσμου». Για τον μικρό Αλέξανδρο, τα χέρια της μητέρας του «συνόψιζαν την ευτυχία».
Η αφηγηματική φωνή εναλλάσσεται από το πρόσωπο στο τρίτο, και αντίστροφα. Έτσι, ο Αλέξανδρος ταυτίζεται με τον αφηγητή.
Ο μικρός εμφανίζεται ως ένα ξεχωριστό, χαρισματικό παιδί, με σπάνια διαίσθηση, με ανησυχίες και ερωτήματα δυσεύρετα σε τόσο νεαρά άτομα. «Ακούει» το πέλαγος, τις ιστορίες των κοχυλιών, τη Σιωπή των απολιθωμάτων που κατέχουν το αρχαίο αίνιγμα. Στη θλίψη της μητέρας του ακούει «το θόρυβο της Σιωπής», ώσπου έρχονται και οι λέξεις μέσω των παραμυθιών που του αφηγείται η αδελφή του. Μέσα από εξαίσιες μεταφορές, ο συγγραφέας κατορθώνει να αποδώσει τη Σιωπή των υλικών πραγμάτων, αλλά και των αισθήσεων και των συναισθημάτων: «Για τους άντρες που κυριαρχούνται από τον πόθο, υπάρχει η υπεροψία και η άγνοια, για τις γυναίκες το φως και ο πόνος».
Όλη η ύπαρξη του κεντρικού ήρωα διακατέχεται από τη μορφή και την κίνηση της μητέρας. Ό,τι την στερεί από αυτόν, βιώνεται οδυνηρά ως τραύμα και πρώιμη δυστυχία.
Μέσα στο μυθιστόρημα προβάλλεται ποιητικά ο Χρόνος και η Μνήμη. Η μητέρα, αλλά και η Χριστίνα, ο πρώτος έρωτας του Αλέξανδρου, αινίγματα και οι δυο που ο νεαρός έφηβος πάσχιζε να λύσει με τη «γραφή των κυμάτων».
Όπως και στα άλλα έργα του Γ. παπαδάκη, έτσι και στο μυθιστόρημα αυτό ζωντανεύουν τα σύμβολα: ο Καθρέπτης, η Φωτογραφία, το Πηγάδι. Έτσι τα είδωλα ρυθμίζουν τα σώματα στο χώρο, δείχνουν την αλήθεια που πολλοί θέλουν ν’ αγνοούν, όπως ο πατέρας του Αλέξανδρου.
Ο πατέρας: αγωνιστής απροσκύνητος, συλλαμβάνεται και κατά τη δικτατορία, κρύβει καλά τα μυστικά του, όμως οι δικοί του διακρίνουν αυτό που η απτή πραγματικότητα κρύβει: είναι ο άντρας που η Σιωπή έχει σμιλέψει.
Ο Γ. Παπαδάκης ποιητικά αποδίδει επίσης την έννοια της Ελευθερίας που σμίγει με την Ομορφιά στις εικόνες: οι φυλακισμένοι που ζωγραφίζουν τοπία από Όνειρα, οι καβαλλάρηδες και τα άσπρα άλογα στο περιγιάλι.
Τα πάντα γίνονται φανερά μέσα στο νερό που «οδηγούσε στα μεγάλα βάθη, στην απεραντοσύνη». Έρχεται στο μυαλό μας η ρήση του αρχαίου φιλοσόφου: «Τὰ πάντα ρεῖ».
Σε κάποια σημεία της αφήγησης, τον αναγνώστη συνεπαίρνει ο τρόπος με τον οποίο ο λογοτέχνης προσεγγίζει την έννοια του Θείου. Ευλοβική τρυφερότητα διακρίνουμε στα λόγια: «Ο Θεός αέρας, ο Θεός σύννεφο, ο Θεός ακτίνες ηλιακές. Για τούτο το σύννεφο νίκησαν οι άγιοι τα τέρατα, έπεφταν στη φωτιά και δεν τους έκαιγε, γιάτρευαν αρρώστους, τους έφερναςν στις αρένες τον παλιό καιρό να τους ρίξουν στα θηρία, σύννεφο, αέρας, φωτιά, δεν έκαναν πίσω, τόση βεβαιότητα είχαν πως υπήρχε. Στη γαλήνη υπήρχε, στην προσευχή, κατοικούσε μέσα τους, ήξεραν πως ύστερα από τη θυσία θα φανετωθεί, θα τον δουν, ύστερα, μετά τον θάνατο».
Παρόμοια βαθιά τρυφερότητα παρατηρούμε και στα χωρία εκείνα όπου μιλά για τον θάνατο και τους νεκρούς. Ο Αλέξανδρος λυπάται τους νεκρούς, «αλλά δεν άκουγε τη σιωπή, άκουγε την αιωνιότητα που έφευγε με βοή και ξανοιγόταν στον ουρανό, την ηχώ ψηλά στο θόλο που δεν έχει τέλος. Εκεί κρέμονταν οι ψυχές, στην ηχώ των άστρων, να φύγουν από ‘δω, να πετάξουν σε άλλους ήλιους, που δεν καίνε». Το ίδιο και στα λόγια της κυρίας Στεφανίας με τη σιβυλλική μορφή: «Ο θάνατος είναι ατύχημα. Δεν ανήκπυμε εδώ, είμαστε ξενιτεμένοι. Από αλλού ήρθαμε κι εκεί θα πάμε όλοι. Νοσταλγούμε σε όλη μας τη ζωή τον άλλο τόπο, την ευτυχία, την αληθινή ζωή. Πεθαίνουμε για να ζήσουμε, δεν ζούμε για να πεθάνουμε».
Η ροή του λόγου είναι πολύ δυνατή στο μυθιστόρημα, σαν τα κύματα που ορμητικά ξεσπούν στην ακτή. Οι σκέψεις του εφήβου γύρω από την ύπαρξη, τον θάνατο και την αιωνιότητα, δεν συμβαδίζουν με τη νεαρή ηλικία του: «Θάνατος είναι να μη μπορείς να νοσταλγείς. Όταν επιστρέφει κανείς εκεί που πρωτοείδε το φως, δεν το νοσταλγεί πια».
Ο Αλέξανδρος βασανίζεται από τούτες τις ιδέες -όπως, θα λέγαμε, κι ένας δεκατετράχρονος που για πρώτη φορά μελετά την «Ασκητική» του Ν. Καζαντζάκη. Αντιλαμβάνεται πως ο συνεχής θρήνος των ζωντανών εγκλωβίζει τις ψυχές, τις εμποδίζει ν’ αναπαυτούν. Η μουσική αυτών των λόγων μας φέρνει στο νου το υπέροχο σονέτο του Λ. Μαβίλη, «Λήθη»:
Κι ἄν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται
διαβαίνοντας λιβάδι’ ἀπ’ ἀσφοδίλι
πόνους παλιοὺς ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.
Ο «ίλιγγος» των νεκρών κι ο διαφορετικός, των αγαλμάτων (που δεν βλέπουν, αφού έχουν το βλέμμα μέσα τους) μας μεταφέρει στην ιδέα των ποιητών, των καλλιτεχνών και γενικά των ανθρώπων της Τέχνης ότι θα μείνουν στην αιωνιότητα νικώντας το Χρόνο και τη φθορά, «στὴν τραγικὴ ἀπάτη τους δοσμένοι, πὼς κάπου πέρα ἡ δόξα καρτερεῖ», κατά τον ποιητή της «Πρέβεζας».
Όσο το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα πλησιάζει στο τέλος του, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως κλείνει ένας κύκλος ζωής. Κάποιοι προετοιμάζονται για το τελευταίο μεγάλο ταξίδι, ενώ άλλοι, ανανεωμένοι, προχωρούν μπροστά.
Ο αφηγητής κινείται ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν. Φεύγουν από αυτή την εφήμερη ζωή ταυτόχρονα κοινοί θνητοί και διάσημοι καλλιτέχνες. Η ιδέα του Νόστου συμβολικά παρουσιάζεται μέσα από την Ιστορία του ανθρώπου από τον προηγούμενο αιώνα, με τις αναμνήσεις του «κλεισμένες στο σώμα αλλά και στην πέτρα». Επιστρέφει και η πρώτη αγάπη του αφηγητή-Αλέξανδρου, σώμα καμένο από τα ματαιωμένα φιλιά. Έρωτες και λάθη, αρρώστιες και πένθη…
Κι ενώ ο κύκλος φαίνεται να κλείνει, έρχονται τα σημαδιακά όνειρα και τα οράματα. Ο Αλέξανδρος αντιλαμβάνεται πως πρέπει να πάψει τους θρήνους, να κλείσει τις ρωγμές στους τοίχους και στη ζωή του. Τότε αποκαλύπτονται τα κρυμμένα, οι παλιές αμαρτίες, τα οικογενειακά μυστικά. Ο αναγνώστης, μέσα από την εξαίσια αφήγηση και την ποιητική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος, διαβάζοντας τις τελευταίες σελίδες, βιώνει μια ιδιαίτερη εσωτερική εμπειρία: παρακολουθεί του ήρωα-αφηγητή προς την αυτογνωσία μέσα από την αγάπη, τον πόνο και το πένθος.
Κι όλα αυτά τα θαύματα αποκτούν φωνή και έκφραση μέσα από τη «γραφή των κυμάτων».
Το βιβλίο θα παρουσιαστεί στον χώρο Τέχνης και Πολιτισμού ΧΑΡΟΥΠΟΜΥΛΟΣ στο Πάνορμο, το ερχόμενο Σάββατο, 25 Ιουλίου, στις 8 το βράδυ, στον χώρο Τέχνης και Πολιτισμού «Χαρουπόμυλος» στο Πάνορμο.
Θα μιλήσουν οι φιλόλογοι Ειρήνη Σαμωνάκη και Λιάνα Παναγιωτάκη.
Αποσπάσματα θα ερμηνεύσει ο Θοδωρής Θεοδωρίδης. Θα συνοδεύσει με την κιθάρα του ο Γιώργος Μαστοράκης.
Την εκδήλωση διοργανώνει η Πολιτιστική Εταιρεία Πανόρμου «Επιμενίδης».
Συνδιοργάνωση:
– Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνης
– εκδόσεις «βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ»
– Τουριστικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Πανόρμου
(Η Λιάνα Παναγιωτάκη είναι φιλόλογος]












