Από το έτος 1895, επικρατούσε επαναστατικός αναβρασμός στην Κρήτη, ο οποίος κορυφώθηκε στις αρχές τού 1897. Έτσι, την 1η Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, ο νέος Πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης, υπό την πίεση της κοινής γνώμης – η οποία διαπνεόταν από έντονες μεγαλοϊδεατικές τάσεις – απέστειλε εκστρατευτικό σώμα 1.500 ανδρών στην Κρήτη, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο, υπασπιστή τού βασιλιά των Ελλήνων. Ο στρατός αποβιβάστηκε στον όρμο Κολυμπάρι, δυτικά των Χανίων. Ο Τιμολέων Βάσσος, μέσω επίσημης προκήρυξης, κήρυξε την κατάληψη του νησιού στο όνομα του βασιλιά των Ελλήνων, ενώ οι Κρητικοί, από τη μια άκρη του νησιού ως την άλλη, μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικού ενθουσιασμού, διακήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα.
Στο μεταξύ, οι Ευρωπαίοι είχαν εγκαθιδρύσει μικτή κατοχή στις τρεις κύριες πολιτείες τής Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο), ύψωσαν τις σημαίες τους και ειδοποίησαν τον Τ. Βάσσο ότι δεν είχε το δικαίωμα να πλησιάσει τις ζώνες ελέγχου τους σε απόσταση μικρότερη των έξι χιλιομέτρων.
Μια σκηνοθετημένη παραβίαση τής οριοθετημένης γραμμής από τον Τούρκο Ιμπραχήμ οδήγησε τον Ιταλό ναύαρχο Φ Φελίτσε Κανεβάρο να διατάξει σφοδρό κανονιοβολισμό τού «Επαναστατικού Στρατοπέδου τού Ακρωτηρίου», που είχε οργανωθεί στη θέση Φρύδια, από τους Ελευθέριο Βενιζέλο, Αντώνιο Σήφακα, Νικόλαο Πιστολάκη, Κωνσταντίνο Φούμη και Γεώργιο Μυλωνογιάννη (2 Φεβρ. 1897). Ήταν τότε που μία ρωσική οβίδα έκοψε τον κοντό απ’ όπου κυμάτιζε η ελληνική πολεμική σημαία, στην κορυφή τού Προφήτη Ηλία. Ο Σπύρος Καγιαλές (ή Καγιαλεδάκης), ένα ηρωικό και ατρόμητο παλικάρι από τη Γραμβούσα, έτρεξε μπροστά στα έκθαμβα μάτια όλων, άρπαξε τη σημαία και στάθηκε ολόρθος, με τα χέρια του ορθάνοιχτα να την κρατούν, μετατρέποντας το σώμα του σε έμψυχο ιστό πάνω στον βράχο όπου λίγο πριν υψωνόταν ο κοντός. Οι ναύαρχοι Άντρεωφ, Ποττιέ και Κανεβάρο διέταξαν αμέσως την παύση τού κανονιοβολισμού. Η εικόνα του ατρόμητου Κρητικού, ο οποίος μετέτρεψε το σώμα του σε ιστό σημαίας στην κορυφή του βράχου, εν μέσω του ορυμαγδού και της κόλασης του πυρός, έκανε αστραπιαία τον γύρο της Ευρώπης.
Τόσο το τελευταίο γεγονός όσο και ο κανονιοβολισμός του στρατοπέδου των επαναστατών δημιούργησαν ζωηρές αντιδράσεις στην Ευρώπη. Πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις και δημοσιεύματα υπέρ των Κρητών και κατά των Ευρωπαίων ναυάρχων, που βομβάρδιζαν ανελέητα τους χριστιανούς, για να υποστηρίξουν τους Τούρκους.
Ενώπιον αυτών των νέων εξελίξεων, οι Μεγάλες Δυνάμεις πρότειναν τη λύση της αυτονομίας (17 Φεβρουαρίου 1897). Ωστόσο, τόσο οι Κρητικοί όσο και η ελληνική κυβέρνηση την απέρριψαν κατηγορηματικά, όπως απέρριψαν και τη λύση της ηγεμονίας. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επέβαλαν αποκλεισμό στα κρητικά παράλια, εμποδίζοντας τη μεταφορά τουρκικών και ελληνικών στρατευμάτων και εφοδίων. Παρ’ όλα αυτά, ο αγώνας στην Κρήτη δεν κάμφθηκε και συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση.
Στις αρχές Απριλίου τού 1897 η Τουρκία κήρυξε πόλεμο κατά της Ελλάδας. Το δυσμενές αποτέλεσμα της σύγκρουσης (5 Απριλίου – 8 Μαΐου 1897) διέψευσε εκ νέου τις ελπίδες των Κρητών για ένωση με τη μητέρα πατρίδα και ανάγκασε την Ελλάδα να αποσύρει τις στρατιωτικές της δυνάμεις από το νησί (21 Απριλίου). Το όνειρο της Ένωσης φαινόταν να χάνεται για μία ακόμη φορά. Οι ηγέτες της Κρητικής Επανάστασης, που μέχρι πρότινος απέρριπταν κατηγορηματικά την ιδέα της αυτονομίας, αναγκάστηκαν τώρα να την αποδεχθούν. Με ψηφίσματα της Συνέλευσης στις Αρχάνες και αργότερα στο Μελιδόνι, οι ενωτικοί συμπορεύθηκαν με τους αυτονομιστές και η απόφαση υπήρξε ομόφωνη: αποδοχή της αυτονομίας που πρότειναν οι Μεγάλες Δυνάμεις, υπό τον όρο της πλήρους απομάκρυνσης των τουρκικών στρατευμάτων από την Κρήτη.
Η Επαναστατική Συνέλευση, συνεδριάζοντας στο Ακρωτήρι υπό την προεδρία του Ι. Σφακιανάκη, αποδέχθηκε τις προτάσεις των Δυνάμεων για το προσωρινό πολίτευμα του νησιού και συγκρότησε το Εκτελεστικό, το οποίο θα αναλάμβανε τη διοίκηση. Ζήτημα γεννήθηκε για το πρόσωπο τού Κυβερνήτη. Επειδή οι Δυνάμεις δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε πρόσωπο κοινής αποδοχής, επέβαλαν ως Ύπατο Αρμοστή τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδος, δευτερότοκο γιο του βασιλιά Γεωργίου Α΄.
Στις 2 Νοεμβρίου 1898 και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης εγκατέλειπε οριστικά την Κρήτη, ενώ ένα μήνα αργότερα (9 Δεκ. 1898) ο Ύπατος Αρμοστής Γεώργιος, αποβιβαζόταν στη Σούδα εν μέσω σκηνών αποθέωσης και εγκαθίστατο στο προάστιο των Χανίων Χαλέπα. Για τους Κρητικούς, η παρουσία του συμβόλιζε ένα μεταβατικό στάδιο αλλά και μια υπόσχεση – έναν «αρραβώνα» – για την πολυπόθητη Ένωση με την Ελλάδα. Η θητεία του, σύμφωνα με την απόφαση των Δυνάμεων, θα ήταν τριετής, με την προσδοκία ότι μετά την πάροδο της τριετίας ο δρόμος θα οδηγούσε φυσιολογικά στην Ένωση. Η μακραίωνη περίοδος δουλείας φαινόταν να έχει παρέλθει οριστικά.

Με την άφιξή του, ο Γεώργιος απηύθυνε διάγγελμα προς τον κρητικό λαό, καλώντας τον σε πειθαρχία στους νόμους και ειρηνική συμβίωση, ενώ ανέλαβε τη διοίκηση της νεοσύστατης Αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας. Στο πλαίσιο της νέας πολιτειακής οργάνωσης θεσπίστηκε ίδιο νόμισμα (η κρητική δραχμή), ιδρύθηκε η Τράπεζα Κρήτης, συντάχθηκε Σύνταγμα, εκδόθηκε η επίσημη Εφημερίδα της Πολιτείας και υψώθηκε η κρητική σημαία στο φρούριο του Φιρκά. Η τουρκική σημαία παρέμεινε μόνο στο φρούριο της Σούδας, ως τελευταίο σύμβολο της οθωμανικής επικυριαρχίας. Το νησί τέθηκε υπό την υψηλή προστασία των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες ανέλαβαν τη διοίκηση κατά διαμερίσματα: Χανιά (Ιταλοί), Ρέθυμνο (Ρώσοι), Ηράκλειο (Άγγλοι) και Λασίθι (Γάλλοι).
Οι ξένοι ναύαρχοι αποχώρησαν την επομένη της άφιξης του Αρμοστή (10 Δεκεμβρίου) και άρχισε αμέσως το δύσκολο έργο της οργάνωσης της Πολιτείας. Στο πρώτο Εκτελεστικό συμμετείχαν οι εξής Σύμβουλοι (υπουργοί): Ελευθέριος Βενιζέλος (Δικαιοσύνης), Κωνσταντίνος Φούμης (Οικονομικών), Μανούσος Κούνδουρος (Εσωτερικών), Νικόλαος Γιαμαλάκης (Δημόσιας Εκπαίδευσης) και Χασάν Σκυλλιανάκης (Δημόσιας Ασφάλειας). Η πρώτη αυτή τριετής κυβέρνηση εργάστηκε με ζήλο για την Ένωση και παρήγαγε σημαντικό έργο. Ο Μ. Κούνδουρος σημειώνει χαρακτηριστικά στο Ημερολόγιό του: «Τα πρώτα έτη της αρμοστείας υπήρξαν έτη ευδαίμονα διά την Κρήτην υπό έποψιν δημοσίας τάξεως, διοργανώσεως και εργασίας εκπολιτιστικής».
Ωστόσο, το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας (1899) υπήρξε αυταρχικό και υπερβολικά συντηρητικό, παραχωρώντας στον Αρμοστή υπερεξουσίες, που μπορούσαν να οδηγήσουν σε δεσποτισμό. Πέρα από τις θεσμικές αδυναμίες, σύντομα αναδείχθηκε και η διάσταση απόψεων στο μείζον ζήτημα της Ένωσης. Ο Γεώργιος, αποτυγχάνοντας λόγω διεθνών συνθηκών και της στρατιωτικής αδυναμίας του ελληνικού κράτους να προωθήσει την Ένωση, κατέστη ολοένα αυταρχικότερος, επιχειρώντας να εγκαθιδρύσει καθεστώς απολυταρχικό και να καταστεί ισόβιος ηγεμόνας, πιστός στο καθεστώς της Αυτονομίας που είχαν εγγυηθεί οι Δυνάμεις. Η Κρήτη βρέθηκε έτσι εγκλωβισμένη στο γενικότερο αδιέξοδο του Ανατολικού Ζητήματος και στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων για την κυριαρχία στον μεσογειακό χώρο. Κύριος εμπνευστής της αντίδρασης του Πρίγκιπα στη φιλελευθεροποίηση του πολιτεύματος υπήρξε ο στενός σύμβουλός του Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος.
Αντίθετες προς αυτήν την πορεία ήταν οι απόψεις του Ελευθερίου Βενιζέλου, που είχε, ήδη, αναδειχθεί σε ηγετική μορφή, με ευρεία απήχηση. Από νωρίς είχε καταστήσει σαφές στον Πρίγκιπα ότι δεν του αναγνώριζε το δικαίωμα μονομερούς διαχείρισης του εθνικού ζητήματος, δηλώνοντας με παρρησία: «Ως ένας εκ των τριακοσίων χιλιάδων Κρητών, δεν σας εκχωρώ το δικαίωμά μου, ώστε μόνος σεις να ρυθμίζετε αυτοβούλως την εθνικήν πολιτικήν του τόπου μου».
Η απόλυση του Βενιζέλου (18 Μαρτίου) από το αξίωμα του Συμβούλου Δικαιοσύνης υπήρξε αναπόφευκτη και σηματοδότησε τη ρήξη του με τον Ύπατο Αρμοστή. Ακολούθησε περιορισμός της ελευθεροτυπίας, διώξεις και φυλακίσεις στελεχών της αντιπολίτευσης. Το πολιτικό σκηνικό οδηγήθηκε σε πλήρες αδιέξοδο, το οποίο θα κορυφωνόταν με την ιστορική Επανάσταση του Θερίσου (1905).
www.ret-anadromes.blogspot.com

* Ο Κωστής Ηλ. Παπαδάκης είναι φιλόλογος – θεολόγος









