Πριν από λίγες ημέρες συμπληρώθηκαν τέσσερα χρόνια από την απρόκλητη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το «έγκλημα» της τελευταίας δεν ήταν άλλο από την άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος: Να επιλέξει τον γεωπολιτικό της προσανατολισμό και να διεκδικήσει την πολιτική της αυτονομία, αντί να μετατραπεί σε αυταρχικό ρωσικό προτεκτοράτο, όπως η Λευκορωσία, ή σε υποχείριο ρωσικών συμφερόντων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το παράδειγμα της Ουγγαρίας του Βίκτορ Όρμπαν.
Ο πόλεμος δεν εξελίχθηκε όπως οραματιζόταν ο Βλαντίμιρ Πούτιν και όπως διαβεβαίωναν οι εγχώριοι θαυμαστές του, που προέβλεπαν στα τηλεοπτικά πάνελ την κατάληψη του Κιέβου μέσα σε τρεις ημέρες. Αντί για έναν «περίπατο», η Μόσχα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κοινωνία αποφασισμένη να υπερασπιστεί την ελευθερία της. Το σθένος του ουκρανικού λαού, σε συνδυασμό με τη δυτική στρατιωτική και οικονομική στήριξη, διέλυσε τον μύθο της ρωσικής στρατιωτικής υπερδύναμης.
Ήταν η ουκρανική αντίσταση που αφύπνισε την Ευρώπη. Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προχώρησαν σε πρωτοφανείς κυρώσεις, ενίσχυσαν την αμυντική τους συνεργασία και επιτάχυναν – έστω με καθυστέρηση δεκαετιών – την ενεργειακή απεξάρτηση από το αυταρχικό ρωσικό καθεστώς.
Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, η Ευρώπη έχει αφήσει πίσω της – σε μεγάλο βαθμό – την ενεργειακή και πληθωριστική κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος του Πούτιν. Με γρήγορη διαφοροποίηση των ενεργειακών της πηγών και με συντονισμένες πολιτικές στήριξης, κατάφερε να μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από τη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία έχει μετατραπεί σε διεθνή παρία, ενώ η οικονομία της λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με όρους πολεμικής κινητοποίησης. Στηριζόμενη υπέρμετρα στην αμυντική της βιομηχανία και αναγκασμένη να διοχετεύει το φυσικό της αέριο στην Κίνα με δυσμενέστερους όρους, η Μόσχα βρίσκεται πλέον σε μια σχέση αυξανόμενης εξάρτησης από το Πεκίνο.
Το παρόν άρθρο, ωστόσο, δεν αφορά την έκβαση του πολέμου. Αφορά τη στάση του – σαρκαστικά μάλλον – αυτοαποκαλούμενου «προοδευτικού» χώρου στην Ελλάδα. Ενός χώρου που περιλαμβάνει κόμματα της αντιπολίτευσης, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους και διαμορφωτές κοινής γνώμης, οι οποίοι διακηρύσσουν ότι υπερασπίζονται την ειρήνη και το διεθνές δίκαιο.
Κι όμως, απέναντι στη ρωσική εισβολή, η στάση τους χαρακτηρίζεται είτε από επιλεκτική αποστασιοποίηση είτε από πρόθυμους συμψηφισμούς. Πρόκειται για μια πολιτική γλώσσα που επιμένει να αναζητά «ισορροπία» ανάμεσα στον θύτη και το θύμα, σαν να πρόκειται για μια σύγκρουση συμμετρικής ευθύνης και όχι για μια κατάφωρη παραβίαση εθνικής κυριαρχίας μιας δημοκρατικής χώρας.
Οι κατά τα άλλα λαλίστατοι «προοδευτικοί» υποστηρικτές του Μαδούρο, στην περίπτωση της Ουκρανίας είτε αποφεύγουν να καταδικάσουν ευθέως τη ρωσική εισβολή είτε, μετά από μια τυπική καταδίκη, σπεύδουν να προσθέσουν το γνώριμο «αλλά». Ένα «αλλά» που συνοδεύεται από εκτενή κριτική προς τη Δύση, το ΝΑΤΟ, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση – και φυσικά προς την Ελλάδα, επειδή στέκεται στο πλευρό των συμμάχων της και των Ουκρανών. Με επιχείρημα την περιβόητη «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική, την οποία επικαλούνται, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας προσχηματικός όρος για να καλυφθεί μια εμφανώς φιλορωσική στάση.
Η στάση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Συνδέεται με δύο διαχρονικά χαρακτηριστικά του ελληνικού αριστερού πολιτικού φάσματος: Τον έντονο ευρωσκεπτικισμό και έναν δομικό αντιδυτικισμό. Στο ιδεολογικό αυτό πλαίσιο, ο πόλεμος στην Ουκρανία ερμηνεύεται πρωτίστως ως έκφανση ενός ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, όπου η κριτική προς τη Δύση καταλαμβάνει κεντρική θέση. Το αποτέλεσμα είναι η υιοθέτηση μιας ρητορικής «εξίσωσης ευθυνών», η οποία καταλήγει να αμβλύνει τη σαφήνεια της καταδίκης της ρωσικής επιθετικότητας.
Η διαφοροποίηση δεν είναι μόνο ρητορική, είναι και θεσμική. Στις 24 Φεβρουαρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα υπέρ της Ουκρανίας με 437 ψήφους υπέρ, 82 κατά και 70 αποχές. Μεταξύ όσων καταψήφισαν συγκαταλέγονταν οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της Πλεύσης Ελευθερίας, όπως και εκείνοι της Νίκης και της Ελληνικής Λύσης.
Τέσσερα χρόνια μετά, η Ουκρανία εξακολουθεί να μάχεται για την κυριαρχία και την ελευθερία της. Την ίδια στιγμή, ορισμένοι εξακολουθούν να αναζητούν «ισορροπίες» ανάμεσα σε ένα επιτιθέμενο αυταρχικό καθεστώς και μια αμυνόμενη Δημοκρατία. Η ιστορία, όμως, δεν γράφεται με αστερίσκους. Γράφεται με επιλογές. Και η Ελλάδα επέλεξε τη συνέπεια απέναντι στις αρχές που επικαλείται. Χωρίς αστερίσκους. Χωρίς υποσημειώσεις.








