Στη χώρα όπου η βροχή, ας όψονται οι διαρκείς συγκρούσεις των σταγονιδίων, έπεφτε πιο συχνά απ’ όσο έπεφταν οι ευθύνες εκεί που έπρεπε και τα βροχόνερα χτυπούσαν στο χρηματιστήριο του καιρού αλλεπάλληλα limit up, η βιομηχανία ομπρελών παρουσιαζόταν ως «πυλώνας εθνικής προόδου». Όχι επειδή παρήγαγε κάτι χρήσιμο – αυτό θα ήταν υπερβολή. Αλλά διότι είχε φροντίσει να παρουσιάζει ανέκαθεν την αδυναμία της σαν βαθιά πολιτισμική κληρονομιά.
Οι ομπρέλες της ήταν όλες ίδιες: Στραβές, τρύπιες, και με μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να διαλύονται εις εξ ων συνετέθησαν ακριβώς τη στιγμή που τις χρειάζεσαι. Κάποιοι έλεγαν ότι ήταν κατασκευαστικό ελάττωμα. Άλλοι ότι ήταν «χαρακτήρας». Η βιομηχανία, όμως, τις διαφήμιζε ως «αυθεντικές». Κι όλοι ήξεραν ότι ήταν απλώς κακοφτιαγμένες – αλλά το έλεγαν ψιθυριστά, μην τυχόν και ακουστεί η αλήθεια και χαλάσει η παράδοση.
Κάθε τόσο εμφανιζόταν ένας «ειδικός» με ύφος σωτήρα και παρουσίαζε την «τέλεια εθνοσωτήρια ομπρέλα». Μεγάλα λόγια διανθισμένα με βαρύγδουπες υποσχέσεις, πολύχρωμες κορδέλες, εγκαίνια με πλούσιους μπουφέδες, φωτογραφίες στο πλευρό της εξουσίας, τηλεοπτικές μεταδόσεις, αφιερώματα σε τοπικά και εθνικά sites. Η ομπρέλα φυσικά δεν δούλευε, αλλά η κορδέλα ήταν πάντα άψογη. Η κορδέλα ήταν το μόνο προϊόν που είχε συνέπεια.
Οι κάτοικοι, κουρασμένοι από τις τρύπες, αφού είδαν και αποείδαν, άρχισαν να φέρνουν ομπρέλες από αλλού. Ήταν στιβαρές, λειτουργικές, και – αν είναι δυνατόν! – δεν σπούσαν με το πρώτο αεράκι. Αυτό, όμως, θεωρήθηκε σοβαρή απειλή. «Αν οι άνθρωποι μάθουν και αντιληφθούν ότι υπάρχουν αλλού ομπρέλες που δουλεύουν χωρίς πρόβλημα, τι θα απογίνει με τη δική μας βιομηχανία;», αναρωτήθηκαν οι υπεύθυνοι, με την αγωνία ανθρώπων που δεν θέλουν να χάσουν το μονοπώλιο της αθλιότητας.
Έτσι, οι εισαγόμενες ομπρέλες βαφτίστηκαν «ξένες», «επικίνδυνες για τη δημόσια τάξη», «αντιπαραδοσιακές και αντεθνικές». Βοήθησε και ο Τύπος σε αυτό, με το αζημίωτο βέβαια. Στήθηκε δημοσία δαπάνη και μια επιτροπή δοκησίσοφων και πολύξερων εμπειρογνωμόνων με όνομα βαρύ σαν ιστορία «Συμβούλιο Προστασίας Τοπικής Ομπρέλας», που χωρίς να κάνει τίποτα, εντούτοις πληρωνόταν κανονικά. Τα μέλη της συσκέπτονταν σε τακτά διαστήματα αλλά δεν σκέφτονταν. Η αδράνεια είχε πάντα την τιμή της.
Και τότε, εμφανίστηκε ένας πιτσιρικάς. Χωρίς ομπρέλα, χωρίς φόβο, χωρίς την παραμικρή διάθεση να παίξει το παιχνίδι. Πήρε μια παλιά ομπρέλα, την άνοιξε, την κοίταξε καλά – καλά πάνω και κάτω και είπε με την ατίθαση και ριψοκίνδυνη τόλμη της νιότης:
«Μα καλά, γιατί δεν τις φτιάχνουμε σωστά εξαρχής, αλλά αγοράζουμε διαρκώς καινούργιες;»
Αυτό ήταν το μεγαλύτερο σκάνδαλο της εποχής. Όχι επειδή είπε κάτι παράλογο, αλλά γιατί τόλμησε να το πει χωρίς να ζητήσει άδεια από κανέναν «ειδικό». Οι υπεύθυνοι της βιομηχανίας πάγωσαν. Οι πολιτικοί έμειναν άφωνοι. Οι εφημερίδες και τα ειδησεογραφικά sites δεν ήξεραν τι να γράψουν και τα τηλεοπτικά κανάλια τι να προβάλουν. Αν αρχίσουν όλοι να σκέφτονται έτσι, ποιος θα αγοράζει τις τρύπιες ομπρέλες τους; Ποιος θα χειροκροτεί στις κορδέλες;
Ορισμένοι τον είπαν αφελή. Κάποιοι επικίνδυνο. Άλλοι απλώς τον είπαν «βρεγμένο».
Αλλά σιγά-σιγά, οι άνθρωποι άρχισαν να αφήνουν τις ομπρέλες κάτω. Και τότε, ανακάλυψαν κάτι που κανείς δεν τους είχε πει: Η βροχή δεν ήταν εχθρός. Ήταν απλώς… βροχή.
Η βιομηχανία πανικοβλήθηκε. Έβγαλε τρομοκρατημένη ανακοινώσεις, έκανε καμπάνιες σε όλα τα ΜΜΕ, βροντοφώναξε ότι «Η βροχή απειλεί τον πολιτισμό και το έθνος όπως η φυλλοξήρα το αμπέλι». Αλλά του κάκου, ήταν πολύ αργά πια. Οι άνθρωποι είχαν ήδη καταλάβει ότι το αληθινό πρόβλημα δεν είχε να κάνει με τη νεροποντή αυτοπροσώπως. Ήταν η βιομηχανία που τους έπειθε ότι χωρίς τις τρύπιες ομπρέλες της δεν θα επιβίωναν.
Και κάπως έτσι, η βιομηχανία άρχισε να μικραίνει. Όχι επειδή κάποιος την πολέμησε, αλλά διότι οι άνθρωποι έπαψαν να πιστεύουν ότι χρειάζονται σωτήρες για να μην γίνονται μούσκεμα από τα βροχόνερα…
* Ο Γεώργιος Η. Ορφανός είναι φιλόλογος, Msc Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαχείρισης Πληροφοριακών συστημάτων









