Το Ακ Σεράι (τουρκ. Ak seray=λευκό ανάκτορο), το κτήριο δηλαδή του Διοικητηρίου που δεσπόζει και σήμερα στη Σοχώρα, στέγασε όλες σχεδόν τις
αρχές της πόλης τον καιρό της ανοικοδόμησής του από τους Οθωμανούς. Υπήρξε κατόπιν ανάκτορο του πρίγκηπα Γεωργίου, ενώ στη συνέχεια αποτέλεσε την έδρα της Νομαρχίας και κατόπιν της Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνης. Ένα μνημείο που στέκει επιβλητικό με την εντυπωσιακή είσοδό του με τις
μαρμάρινες κολώνες που του έδωσαν μια επιπλέον ονομασία: «Μαρμαρόπορτα».

Η ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΙΧ. Μ. ΠΑΠΑΔΑΚΙ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟΡΕΘΥΜΝΙΟ ΜΟΥΧΑΡΕΜ ΟΖΑΛ ΝΟΥΜΑΝΑΚΙ
Ο Νουμανάκις, σε μιά από τις επιστολές του προς τον φίλο και συμμαθητή του Μιχάλη Μυρ. Παπαδάκι, παραθέτει πληροφορίες για το κτήριο, βασισμένες σε μαρτυρίες Τουρκορεθυμνίων λογίων γερόντων, άνω των 90 ετών τότε, οι οποίοι ζούσαν στο Αϊβαλί. «Το Διοικητήριον Ρεθύμνης, εις το οποίον στεγάζονται και τα Δικαστήρια, εκτίσθη κατά το έτος 1845, επί της εποχής του επάρχου (Μουτεσαρίφ) Νουρή Πασσά, όστις κατήγετο εξ Αυλώνος Αλβανίας.
Ο εν λόγω Πασσάς μόλις ήλθεν ως έπαρχος εις Ρέθυμνον είδεν την ανάγκην ότι πρέπει να ανοικοδομηθή εν τη πόλει εν Διοικητήριον και είς Στρατών, και ως νουνεχής, ευφυής και άριστος διοικητικός υπάλληλος, όστις ήτο πραγματικώς, εισηγήθη αμέσως εν προκειμένω προς τον εν Κων/πόλει Βασιλέα του Σουλτάν Μετζήτ με την παράκλησιν όπως εισακουσθή και πραγματοποιηθή η ως άνω αίτησίς του να του αποσταλή υλικόν ως και το απαιτούμενον χρηματικόν ποσόν διά την επιχείρησίν του ταύτην.
Ο εν λόγω Σουλτάν Μετζήτ ήτο ο μόνος βασιλεύς όστις, παραχωρήσας πολλά και διάφορα προνόμια εις τους υπηκόους του, απέκτησε την αγάπην και εκτίμησιν αυτών ως και την εμπιστοσύνην των Μεγάλων Δυνάμεων διά τε την τηρηθείσαν τότε τάξιν και την ισότητα εις όλους τους υπηκόους και αλλοθρήσκους της Αυτοκρατορίας του ανεξαιρέτως και ο οποίος εβασίλευσεν από το 1837 μέχρι του έτους 1861.
Και επειδή ο ως άνω Νουρή Πασσάς ήτο πολύ αγαπητός και πολύ έμπιστος της τότε Οθωμανικής Βασιλείας, διά τούτο, εντός μικρού τινος διαστήματος και διά Βασιλικής διαταγής «φερμάν», εχορηγήθη αυτώ η άδεια και το δικαίωμα όπως διενεργήση την προκειμένην ανοικοδόμησιν, υπό τον όρον να αναμένη ως προς τούτο τας νεωτέρας διαταγάς του Άνακτος.
Και ακριβώς μετά παρέλευσιν δύο μηνών, κατά τον Απρίλιον του 1845 αφίχθη επιτροπή εκ Κων/πόλεως, αποτελουμένη από έναν αρχιτέκτονα όστις ελέγετο Μεχμέτ Ζεκή, δεκαοκτώ τον αριθμόν διαφόρους τεχνίτας, εξ ών ο είς διά τους κλιβάνους του στρατώνος, είς αξιωματικός του στρατού, είς εργολάβος, όστις ήτο Αρμένιος και ελέγετο Δαβίτ, αρκετόν υλικόν εκ ξυλείας και υαλοπινάκων ως και προκαταβολικώς δέκα χιλιάδας χρυσάς Οθωμανικάς λίρας καλώς τοποθετημένας εντός ενός κιβωτίου και εις εκατόν τον αριθμόν Σουρέδες».
Ο Νουμανάκις αναφέρει ότι τα οικόπεδα όπου οικοδομήθηκαν τα κτήρια του Διοικητηρίου και του Στρατώνα ήταν Βακουφικά κτήματα, γι αυτό και ο διοικητής Νουρή Πασάς παρακάλεσε να μεταβιβαστούν αυτά στο Δημόσιο από τη Διεύθυνση του Εφκαφίου Ρεθύμνης –όπως και έγινε, κατόπιν σχετικής απόφασης της Μουσουλμανικής Δημογεροντίας. Η θέση που κτίστηκε το Διοικητήριο λεγόταν «Μικρά Χασίλια», και αυτή του Στρατώνα «Σοχώρα».
Στις αρχές Μαΐου 1845, ο Νουρή συγκάλεσε Διοικητικό Συμβούλιο με απόφαση του οποίου η γενική διαχείριση και εποπτεία των εργασιών ανατέθηκε στον
σύμβουλο του μεγαλέμπορου Μουσταφά Σκουμπεντεδάκη, που την έφερε και εις πέρας σε διάστημα πέντε ετών. Πρώτα οικοδομήθηκε το Διοικητήριο και αμέσως μετά ο Στρατώνας. Για τις εργασίες προσελήφθησαν διάφοροι τεχνίτες και εργάτες από τα Χανιά.


■ Ο Μουχαρέμ Οζάλ Νουμανάκης | ο Μιχ. Μ. Παπαδάκης
Το Διοικητικό μέγαρο αποκλήθηκε «Μαρμαρόπορτα», από τα μάρμαρα που υπάρχουν στην είσοδο καθώς και στον θαυμάσιο εξώστη του, ο οποίος
στηρίζεται σε μαρμάρινους κίονες ιωνικού ρυθμού.
Σε μικρή απόσταση από το Διοικητήριο και ακριβώς απέναντι από την είσοδό του, κατασκευάστηκε μεγαλοπρεπές αναβρυτήριο, στο οποίο τοποθετήθηκαν
τρείς μαρμάρινες βενετσιάνικες γούρνες, που μεταφέρθηκαν από τη θέση του «Αθάνατου Νερού». Κάθε Παρασκευή απόγευμα παιάνιζε εδώ η στρατιωτική
μπάντα. Μετά το 1910 οι γούρνες αυτές εκλάπησαν και πουλήθηκαν σε αρχαιολάτρεις στα Χανιά.
Για την οικοδόμηση των δυο κτηρίων, το ταμείο του Σουλτάνου έστειλε από την Κων/πολη πέντε εμβάσματα των δέκα χιλιάδων οθωμανικών λιρών. Έχοντας διαθέσει άλλες δέκα χιλιάδες προκαταβολικά, το συνολικό κόστος για το οθωμανικό δημόσιο ανήλθε στις εξήντα χιλιάδες χρυσές οθωμανικές λίρες, χωρίς να υπολογίζεται το κόστος υλικών, όπως ξυλεία κλπ. Με την ολοκλήρωση του Διοικητικού Μεγάρου, τον Νοέμβριο 1847 ξεκίνησε η οικοδόμηση του Στρατώνα και των παρακείμενων σε αυτόν κλιβάνων, που ολοκληρώθηκε κατά τα τέλη Απριλίου 1850. Όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω, οι Δημ. Αρχοντάκης και Γ. Εκκεκάκης διαφωνούν ως προς τις χρονολογίες αυτές και τοποθετούν την έναρξη των εργασιών στο 1869.
Ο Στρατώνας ήταν κτήριο διώροφο, σχήματος ορθογωνίου παραλληλογράμμου, με τριακόσια παράθυρα. Είχε δυό μεγάλες εισόδους, στις οποίες είχε
τοποθετηθεί το οθωμανικό οικόσημο. Λέγεται ότι, με την άδεια του σουλτάνου και την υποστήριξη του γυναικάδελφού του, τότε Γενικού Διοικητή Κρήτης, Γισούφ Πασσά, ο Έπαρχος Ρεθύμνης Νουρή Πασσάς δαπάνησε διακόσιες χιλιάδες χρυσά γρόσια από το Ταμείο Ρεθύμνης και άλλες τριακόσιες χιλιάδες από αυτό των Χανίων, για την αγορά επίπλων και σκευών.
Πίσω από το Διοικητήριο, εκσκάφηκαν βράχοι δίπλα στη θάλασσα και διαμορφώθηκεί μια μεγάλη, θαυμάσια γούρνα, για τα καλοκαιρινά λουτρά του
Πασσά. Με το περίσσευμα των χρημάτων σκεπάστηκαν οι φυλακές «Λεμονέ». Ένα διαμέρισμα του Διοικητηρίου ο Νουρή Πασσάς διαμόρφωσε σε ιατρείο για τη δωρεάν νοσηλεία των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και των απόρων κατοίκων της πόλης. Στα εγκαίνια του Διοικητηρίου και του Στρατώνα, αναφέρει ο Νουμανάκις, ο Πασσάς διέταξε να θυσιάσουν κατά το έθιμο από ένα βόδι στα πρόθυρα του Διοικητικού Μεγάρου και του Στρατώνα.
Κατόπιν, ο Έπαρχος Νουρή Πασσάς, παρουσία όλων των Στρατιωτικών, Πολιτικών Θρησκευτικών, Δημοτικών αρχών και ολόκληρου του λαού της πόλης,
από τον εξώστη του Μεγάρου, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του, καθώς και ολόκληρου του λαού της πόλης, προς τον Σουλτάνο Μετζίτ, και την ιδιαίτερη
χαρά του για το αισίως επιτευχθέν έργο.
Στη συνέχεια, πήραν τον λόγο διάφοροι, μεταξύ των οποίων και ο Επίσκοπος Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Καλλίνικος Νικολετάκης, ο οποίος με θαυμασμό και επαίνους αποκάλεσε τον Έπαρχο ενάρετο και δίκαιο. Ο Έπαρχος τον ευχαρίστησε και διέταξε να μεταφραστεί ο λόγος του από το Μεταφραστικό Γραφείο Ρεθύμνης.
Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΨΕΩΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΝ ΚΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ
Στην εφημερίδα ΒΗΜΑ, φ. 27ης Μαρτίου 1955, ο Μιχ. Μυρ. Παπαδάκις δημοσίευσε την επιστολή που του είχε στείλει ο Νουμανάκις, στην οποία, μεταξύ
άλλων, δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που είχε θέσει ο Παπαδάκις. Του είχε συγκεκριμένα αναφέρει ότι, στο Ρέθυμνο, κοινή πεποίθηση ήταν ότι το
Διοικητήριο είχε κτιστεί από τα εισοδήματα των περιουσιών των κατοίκων του Δήμου Αρκαδίου, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τις εστίες και τις περιουσίες τους κατά την επανάσταση του 1866 και είχαν καταφύγει στις ορεινές επαρχίες Αμαρίου και Μυλοποτάμου. Ο τότε Διοικητής Ρεθύμνης εκμίσθωσε τις
εγκαταλελειμένες αυτές περιουσίες και από τα μισθώματα που αυτές απέφεραν κτίστηκε το Διοικητήριο. Ακολουθούν αποσπάσματα από την απαντητική
επιστολή του Νουμανάκι προς τον Παπαδάκη.

Αϊβαλή τη 12 Δεκεμβρίου 1954
Ευχαρίστως εγενόμην κάτοχος της από 17 εκπνεύσαντος μηνός ε.ε. επιστολής σας. Και αισθάνομαι την βαθυτάτην υποχρέωσιν όπως εκφράσω προς υμάς ως και εις ολόκληρον το αγαπητό και αλησμόνητόν μου Ρέθυμνον τας απείρους ευχαριστίας μου δια τα ευγενή και φιλόφρονα προς εμέ αισθήματά σας.
[…] ουδέποτε ωνομάσθη «Μαρμαρόπορτα» η πύλη που ήτο περί τα δέκα μέτρα από την νοτιοδυτικήν γωνίαν του Στρατώνος, αλλά ελέγετο πάντοτε «Αρκά Καπί ή Αρκαπί», δηλ. η της πόλεως οπισθία πύλη. Και από της οποίας πύλης «Αρκαπί», ο εξερχόμενος δρόμος ωδήγει εις την θέσιν «Εβραϊκά Μνήματα», και εις το απέναντι των μνημάτων τούτων ευρισκόμενον καφφενείον «Αμπουχούρι», ιδιοκτησίας Χασάν Αμπουχουράκι.
Προς βεβαίωσιν δε της της εν προκειμένω ονομασίας «Αρκαπί», απετύπωσα ακριβές αντίτυπον του σχεδίου του αρχαίου Φρουρίου Ρεθύμνου, εκ του εν γένει περί της επαρχίας και του Νομού Ρεθύμνης πραγματευομένου δευτέρου τεύχους της Γενικής Ιστορίας Κρήτης παρά του γνωστού και περιφήμου Κρητός Καθηγητού επί της ιστορίας και Γεωγραφίας αειμνήστου Ιβραχήμ Κιαμή και το οποίον θα εύρητε εσωκλείστως της παρούσης μου. Ως θα ίδητε, ο εν λόγω Συγγραφεύς υποδεικνύει με αραβικούς χαρακτήρας επί του ρηθέντος σχεδίου του αρχαίου φρουρίου της πόλεως, την πόλιν, τον λιμένα, το Φανάριον, την Ακρόπολιν Φορτέτζα ως και τας Πύλας αυτής ακριβώς ως η αρχαία πόλις Ρεθύμνης ήτο περιφρουρημένη με ισχυράν τείχισιν παρά των Ενετών και είχεν τρείς πύλας, τας οποίας ωνόμασαν τότε οι Οθωμανοί ως κατωτέρω σας παραθέτω. «Κουμ Καπί», ίσον Άμμου Πόρτα. «Μπουγιούκ Καπί», ίσον Μεγάλη Πόρτα, «Αρκά Καπί», ίσον Οπισθία Πόρτα. Η δε ως άνω αναφερομένη ιστορία, μετά των παρομοίων ιστορικών απομνημονευμάτων παρά διαφόρων συγγραφέων Κρητών, «Τεφτέρι Χακανί» ως και «Τάπου Σιτζιλιγί» σχετικά περί της «Μακρονήσου» Κρήτης, παρευρίσκονται σήμερον εις την πλουσίαν και πολύτιμον Βιβλιοθήκην του Μεγάλου Σχολείου των αρρένων Κυδωνιών «Δημοκρατία», του οποίου ο αξιότιμος Διευθυντής και φίλος μας κ. Χιεμσί Σολμάζ με υπεδέχθη ευγενώς και φιλοφρόνως κατά την ημέραν της εν τω διδακτηρίω του επισκέψεώς μου και μου έδωσε τόσο πολυτίμους πληροφορίας σχετικώς. […]
Άπαντα τα επίσημα έγγραφα ιστορικαί αποδείξεις και απομνημονεύματα ως και αι αξιόπιστοι πληροφορίαι μου παρά των επιζώντων γερόντων Λογίων
Ρεθυμνίων, των συμπληρωσάντων ήδη το ενενηκοστόν δεύτερον και πλέον έτος της ηλικίας των, ουδέποτε ομιλούν ούτε κατανοούν ως Διοικητήριον το προς το νότιον μέρος του Στρατώνος κείμενον πολύ μικρόν κτίριον, το οποίον ως επί το πλείστον εχρησιμοποιείτο τότε ως γραφεία του Διοικητού του Οθωμανικού Στρατού Ρεθύμνης.

Επομένως, η Πύλη του Διοικητικού κτιρίου εις το οποίον εστεγάζοντο και τα Δικαστήρια, ελέγετο επισήμως «Μερμερλή-Καπού-Χουκμέτ-Κοναγί», δηλαδή
Μαρμαρόπορτα Κυβερνητικού Διοικητηρίου, ως εκ της Μεγάλης εκ μαρμάρου εισόδου αυτού, προ της οποίας ίσταντο τέσσαρες κολώναι και επί των οποίων ευρίσκετο ο Μεγαλοπρεπής εξώστης του εν λόγω Μεγάρου. Βέβαια, ο Νουμανάκις βασίζεται σε προφορικές μαρτυρίες σχετικές με την οικοδόμηση των δύο κτηρίων και δεν τεκμηριώνει, ως φαίνεται, τα λεγόμενά του από συγκεκριμένες πηγές και αξιόπιστη βιβλιογραφία, για το πότε ακριβώς και
το πώς χτίστηκαν οι Στρατώνες και το Διοικητήριο.
Ο Γ. Εκκεκάκης εξετάζει τις ελληνικές πηγές, που δίνουν άλλη εκδοχή για την χρονική περίοδο αλλά και τη βασική πηγή οικοδόμησης των δύο κτηρίων. Κατά τον Ιωσήφ Χατζηδάκη (Περιηγήσεις εις Κρήτην, 1881, σ. 67), αυτή πραγματοποιήθηκε «…το 1869 από τας δημευθείσας προσόδους των κτημάτων
των εις Ελλάδα καταφυγουσών της επαρχίας οικογενειών».
Τα ίδια σημειώνει και ο Παύλος Βλαστός σε μια καταχώρησή του του 1884, ενώ ο Νικόλαος Σταυράκης (Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης, 1890, σ. 169), αναφέρει πως ο μεγάλος στρατώνας ανηγέρθη προ 18 μόλις ετών, παραπέμποντας στην ίδια περίπου χρονολογία. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι ελληνικές πηγές διαφωνούν ριζικά με την εκδοχή του Νουμανάκι, ο οποίος υποστηρίζει επίμονα (εφημ. ΒΗΜΑ, φύλλα 20, 27 και 29 Μαρτίου 1955), πως η ανέγερση των δύο κτηρίων πραγματοποιήθηκε κατά τη δεκαετία 1840-1850 με χρήματα του οθωμανικού κράτους. Στην προσπάθειά του να ανασκευάσει την ελληνική άποψη, παραθέτει μάλιστα και διάφορες λεπτομέρειες, τα στοιχεία του όμως ελέγχονται για την ακρίβειά τους σε αρκετά σημεία. Αν οι Στρατώνες υφίσταντο ήδη το 1850, όπως ισχυρίζεται ο Νουμανάκις, σίγουρα θα είχαν σημειωθεί στον λεπτομερέστατο χάρτη που σχεδίασε ο Άγγλος
Wilkinson την ίδια χρονιά. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψιν ότι, λογικά, τα έργα αυτού του μεγέθους δεν σχεδιάζονται σε περιόδους αναταραχών, όπως ήταν αυτή του 1866-1869, και ασφαλώς δεν ολοκληρώνονται τόσο εύκολα και σύντομα. Ίσως, λοιπόν, η αλήθεια βρίσκεται κάπου ανάμεσα.Το πιθανότερο είναι ότι τα έργα είχαν αρχίσει κάμποσα χρόνια πριν από την επανάσταση του 1866 και ολοκληρώθηκαν με τα εισοδήματα από τις περιουσίες των Ρεθεμνιωτών προσφύγων μετά από αυτήν. Η μεγαλοπρεπής μαρμάρινη είσοδος του Διοικητηρίου, η «Μαρμαρόπορτα», όπως την αποκάλεσαν, κατέληξε να γίνει τοπωνύμιο για την περιοχή (το οποίο χρησιμοποιούσαν συνειδητά ίσως οι Χριστιανοί της πόλης αντί του «Ακ Σεράι»), το οποίο εντοπίζεται σε παλιές Γεωγραφίες της Κρήτης αλλά και σε συμβολαιογραφικές πράξεις αγοραπωλησίας ακινήτων. Η δυτική πύλη της πόλης, αυτή που αναφέρει ο Νουμανάκις ως «Αρκά Καπί», ονομαζόταν και Καινούρια Πόρτα στη Μαρμαρόπορτα, καταλήγοντας να ταυτιστεί με την ονομασία «Μαρμαρόπορτα», η οποία αρχικά αναφερόταν στην πύλη εισόδου του Διοικητηρίου.












