Η Κωνσταντινούπολη, ως πολιτικό και πνευματικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ως σημαντικό σημείο αναφοράς του χριστιανικού κόσμου, υπήρξε επί αιώνες στόχος αλλεπάλληλων επιδρομών, πολιορκιών και κατακτητικών σχεδίων. Η γεωγραφική της θέση, ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, καθώς και ο οικονομικός και συμβολικός της ρόλος, την κατέστησαν αντικείμενο διεκδίκησης από διαφορετικές δυνάμεις. Ανάμεσα στις σημαντικότερες καμπές της ιστορίας της συγκαταλέγονται η άλωση του 1204 από τους Δυτικούς Σταυροφόρους κατά τη διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας και, πολύ αργότερα, η οριστική κατάκτησή της το 1453 από τους Οθωμανούς υπό τον Μωάμεθ Β΄.
Η οθωμανική παρουσία στην ευρωπαϊκή ήπειρο είχε ήδη αρχίσει πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Καθοριστικό σημείο αποτελεί η κατάληψη της Καλλίπολης το 1354 από τους Οθωμανούς, γεγονός που τους προσέφερε μόνιμο έρεισμα στην Ευρώπη και διευκόλυνε τη σταδιακή επέκτασή τους στα Βαλκάνια. Στους επόμενους αιώνες η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξελίχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες πολιτικές δυνάμεις της εποχής, επεκτείνοντας την κυριαρχία της στη νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Μικρά Ασία και σε μεγάλα τμήματα της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Η αποτυχημένη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης το 1683 θεωρείται συχνά από την ιστοριογραφία σημείο ανάσχεσης της οθωμανικής επέκτασης προς την κεντρική Ευρώπη, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει άμεση παρακμή της αυτοκρατορικής ισχύος.
Για τους Έλληνες, η άλωση του 1453 απέκτησε ήδη από τους πρώτους μεταβυζαντινούς αιώνες ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Η απώλεια της Κωνσταντινούπολης συνδέθηκε σταδιακά με την ιδέα της ιστορικής συνέχειας και της προσδοκίας πολιτικής αποκατάστασης. Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η απελευθέρωση των περιοχών όπου κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί παρέμεινε κεντρικό ζήτημα της δημόσιας ζωής και της πολιτικής συζήτησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε η λεγόμενη «Μεγάλη Ιδέα», όρος που αποδόθηκε το 1844 από τον πολιτικό και μετέπειτα πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη κατά τη διάρκεια των συζητήσεων της Α΄ Εθνοσυνέλευσης μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Η «Μεγάλη Ιδέα» δεν αποτελούσε απλώς ένα σύνθημα, αλλά ένα ευρύτερο πολιτικό και εθνικό όραμα: τη σταδιακή επέκταση του ελληνικού κράτους ώστε να συμπεριλάβει περιοχές με ιστορική, πολιτισμική ή πληθυσμιακή σύνδεση με τον ελληνισμό και, σε ορισμένες εκδοχές της, την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης ως συμβολικού κέντρου του ελληνισμού.
Έως το ξεκίνημα του 20ου αιώνα
Η ιδεολογία αυτή επηρέασε σε σημαντικό βαθμό την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Συνδέθηκε με γεγονότα όπως η ενσωμάτωση των Επτανήσων (1864), της Θεσσαλίας (1881), καθώς και οι εξελίξεις που ακολούθησαν τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), κατά τους οποίους το ελληνικό κράτος διεύρυνε σημαντικά την επικράτειά του. Παράλληλα, η «Μεγάλη Ιδέα» λειτούργησε και ως στοιχείο πολιτικής κινητοποίησης, διαμορφώνοντας την εθνική αυτοαντίληψη και τον δημόσιο λόγο της εποχής.
Μετά το 1913
Η κορύφωση αυτού του προσανατολισμού συνδέθηκε με τη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922), όταν η Ελλάδα, στο μεταπολεμικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιχείρησε να επεκτείνει την παρουσία της στη δυτική Μικρά Ασία. Η Συνθήκη των Σεβρών (1920) φάνηκε προσωρινά να επιβεβαιώνει τις ελληνικές επιδιώξεις· όπως εκφράστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως επί το πλείστον, ωστόσο, οι στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και στη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), η οποία καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τα σύγχρονα ελληνοτουρκικά σύνορα και σηματοδότησε το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» ως επίσημου πολιτικού προγράμματος του ελληνικού κράτους.
Παρότι ως πολιτικός στόχος εγκαταλείφθηκε, η «Μεγάλη Ιδέα» διατήρησε τη θέση της ως σημαντικό ιστορικό και ιδεολογικό κεφάλαιο για την κατανόηση της νεότερης ελληνικής ιστορίας, καθώς συνδέθηκε με τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιλήφθηκε την αποστολή του, τη σχέση του με το παρελθόν και τη θέση του στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, Αθήνα, 1975.
2. «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770 – 2000», Αθήνα, τόμος 3ος, 2003, εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».
3. Βακαλόπουλος Απ., «Νέα Ελληνική Ιστορία, 1204 – 1985», Θεσσαλονίκη, 200321, Εκδόσεις «Βάνιας».
4. Βουρνάς Τάσος, «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, 1821 – 1909», Αθήνα, 20004, Εκδόσεις Πατάκη.
5. Κορδάτος Γιάνης, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», Αθήνα, εκδόσεις «20ος αιώνας».
6. Κρεμμυδάς Β., «Ιστορία Νεότερη και σύγχρονη Γ’ Γυμνασίου», Ο.Ε.Δ.Β.
7. Παπαρρηγόπουλος Κων/νος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμοι 7, εκδόσεις Μπούρα, Αθήνα, χ.χ..
8. Σιμόπουλος Κυριάκος, «Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια», Αθήνα, 19999, εκδόσεις «Στάχυ».
9. Σιμόπουλος Κυριάκος, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21», Αθήνα, 1999, εκδόσεις «Στάχυ».
10. Τσαπάρας Στέφανος, «Η Πολιτική ηγεσία και οι ξένοι στη νεότερη Ιστορία της Ελλάδας», τ. Α – Δ, Αθήνα, 1988, εκδόσεις «Νέα Σύνορα».
11. Clogg R., «Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας, 1770 – 1990», μετάφραση: Λ. Παπαδάκη, Εκδόσεις «Ιστορητής», Αθήνα, 1995.











