Στο Ρέθυμνο βρήκε δουλειά και αγάπη ο Φώτης Κόντογλου δεκαετία του ’50
Μεγάλη περιέργεια είχαν οι περίοικοι της Φορτέτζας βλέποντας μια παράξενη κυρία με γκέτες να φωτογραφίζει τη γειτονιά με μια φωτογραφική μηχανή Uvel με φυσούνα.
Που να φανταζόταν η τοπική κοινωνία του 1927 ότι βρισκόταν στη πόλη της η κορυφαία από τότε Ελληνίδα φωτογράφος Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη, (1899-1998) από το Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, κόρη μεγαλεμπόρου γνωστή παγκοσμίως ως Nelly’s.
Μήπως υπήρχαν τα σημερινά μέσα ενημέρωσης για να γνωρίζουν οι απλοί άνθρωποι, αγράμματοι οι περισσότεροι, τις προσωπικότητες του καιρού τους;
Εκείνη απαντούσε με ένα χαμόγελο φιλικό στα περίεργα βλέμματα και συνέχιζε τη δουλειά της. Εδώ δεν την ένοιαξε το κοροϊδευτικό γέλιο της παρέας του Λαμπράκη, που συνάντησε στο πλοίο όταν ερχόταν στην Κρήτη και θα την πείραζε η περιέργεια της φτωχογειτονιάς, που αντιδρούσε στο περίεργο ντύσιμο της, με ένα απορημένο βλέμμα. Στο κάτω της γραφής με αυτό το ντύσιμο ένοιωθε άνετα. Η γνώμη των άλλων περίσσευε.
Όπως έκανε και στο πλοίο, που αντί να πειραχτεί έπιασε κουβέντα με τον Λαμπράκη ευχαριστώντας τον ακόμα μια φορά που την υποστήριζε από τις εφημερίδες του, έτσι και τώρα στις γειτονιές του Ρεθύμνου συνέχιζε να χαμογελά και να φωτογραφίζει.
Η διάσημη φωτογράφος που μόλις είχε επιστρέψει γεμάτη εμπειρίες από τις δελφικές γιορτές του Άγγελου Σικελιανού στους Δελφούς ήρθε και στην Κρήτη στο πλαίσιο περιοδείας της στην ελληνική ύπαιθρο για τη δημιουργία ενός φωτογραφικού πανοράματος της χώρας.
Το Ρέθυμνο τη γοήτευσε με την πρώτη ματιά γιατί όπως η ίδια αναφέρει συνάντησε κι εδώ «μια κοινωνία με αρχαϊκές δομές, που έχουν ελάχιστα μεταβληθεί με το πέρασμα των αιώνων». Κι εντυπωσιασμένη έπιασε να την καταγράφει με πλήθος λήψεων είτε με την Uvel με φυσούνα, που άλλαζε φακούς και έπαιρνε πλάκες και φιλμ, είτε μια μία Rolleiflex που είχε στον εξοπλισμό της.
Κάποιες όμως από αυτές τις φωτογραφίες στάθηκαν τα πρώτα ερεθίσματα τουριστικού ενδιαφέροντος αφού έγιναν τόσες εκθέσεις με αυτές στις πρώτες τουριστικές καμπάνιες.
Κι ένας κοσμοκαλόγερος της τέχνης
Αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Φώτης Κόντογλου βρισκόταν στα όρια της απελπισίας αντιμετωπίζοντας πρόβλημα επιβίωσης. Βέβαια από το 1922 που ήρθε από το Αϊβαλί με τους άλλους πρόσφυγες αφήνοντας πίσω του σεβαστό βιος δεν είχε δει «άσπρη μέρα».
Η κατάσταση επιδεινώθηκε στην περίοδο της Κατοχής με την πείνα που μάστιζε τον υπόδουλο ελληνισμό. Μπορεί ο Κόντογλου να είχε αναγνωριστεί ως μεγάλος πνευματικός άνθρωπος και καλλιτέχνης, αλλά η αναγνώριση και ο θαυμασμός δεν φέρνανε ψωμί στο τραπέζι του.
Μετά την πώληση του σπιτιού του, μετακόμισε με τη γυναίκα και την κόρη του σε ένα κρύο, υγρό γκαράζ, κάπου στην Αθήνα, όπου έζησαν κάτω από άθλιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να κλονιστεί σοβαρά η υγεία του.
Η πολιτεία δεν τον στήριξε οικονομικά. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η εφορία της εποχής τον είχε κατατάξει φορολογικά στην κατηγορία του «μπογιατζή» (ελαιοχρωματιστή) και όχι του καλλιτέχνη, ενώ δημόσιοι φορείς (όπως ο δήμος Αθηναίων) καθυστερούσαν ή δεν του πλήρωναν καθόλου τα δεδουλευμένα από μεγάλες αγιογραφήσεις.

Αυτή η διαρκής φτώχεια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί ο Κόντογλου δούλευε ακατάπαυστα μέχρι τα γεράματά του, ταξιδεύοντας σε όλη την Ελλάδα.
Στο Ρέθυμνο τον έφερε το 1955 η οικογένεια Βαρδινογιάννη που μπορεί να μην ήταν τότε ο σημερινός οικονομικός κολοσσός αλλά ανέκαθεν στήριζε έργα πνοής για τον τόπο όπως και τις αγιογραφήσεις των εκκλησιαστικών μνημείων.
Και η πολύπαθη εκκλησία των 4ων Μαρτύρων ήταν μέσα στα ενδιαφέροντα της χάρις και στον παπά Μιχάλη Σταυριανάκη.
Άρχοντες όπως πάντα οι Βαρδινογιάννηδες αναζήτησαν τον καλύτερο που δεν ήταν άλλος από τον Φώτη Κόντογλου, αυθεντικό καλλιτέχνη, πολύ κοντά στις ρίζες της βυζαντινής τέχνης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κρήτη γενικότερα αποτέλεσε μεγάλη πηγή έμπνευσης για τον Κόντογλου, καθώς μελέτησε σε βάθος την Κρητική Σχολή αγιογραφίας και ανέδειξε σημαντικά ιστορικά χειρόγραφα που σχετίζονταν με το νησί.
Έτσι βρέθηκε στο Ρέθυμνο το 1955 ο μεγάλος δημιουργός. Η τοπική κοινωνία του έδειξε από το πρώτο κιόλας διάστημα της παραμονής του μεγάλη αγάπη. Η επιτροπή του ναού και οι ντόπιοι φρόντισαν να του εξασφαλίσουν μια άνετη διαμονή κοντά στο κέντρο, ώστε να μπορεί να μετακινείται εύκολα.

Εκείνος ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε αυτό το φιλόξενο κλίμα. Απομονωμένος στον ναό αγιογραφούσε με νηστεία και προσευχή όπως το συνήθιζε.
Πριν ακόμα τελειώσει το έργο που του ανατέθηκε αρχικά ήρθαν και νέες παραγγελίες. Ο Μιχαήλ Μύρωνος Παπαδάκης στη μνήμη του αδελφού του Κωστή που χάθηκε στον πόλεμο του ’40, ζήτησε μια εικόνα που βλέπουμε σήμερα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο Κολυμβητήριο κάτω δεξιά από την Ωραία Πύλη.
Ήταν και η οικογένεια Νησιανάκη που επωφελήθηκε της παρουσίας του στο Ρέθυμνο για να αγιογραφηθεί ο μικρός ναός του Αγίου Διονυσίου στα Περιβόλια.
Στον ιερό ναό των 4ων Μαρτύρων ο Κόντογλου φιλοτέχνησε τις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου.
Ιδιαίτερα στην εικόνα των Αγίων 4ων Μαρτύρων ο Φώτης Κόντογλου έδειξε την ίδια ευαισθησία που τον χαρακτήριζε με τους νεομάρτυρες για τους οποίους έτρεφε υπέρμετρο σεβασμό προσεγγίζοντας το θέμα του με βαθιά προσήλωση στην τοπική ιστορική αλήθεια και τη βυζαντινή παράδοση.
Αντίθετα με την κλασική βυζαντινή εικονογράφηση που παρουσιάζει τους μάρτυρες με χιτώνες, ο Κόντογλου επέλεξε να τους αποδώσει με τη γνήσια κρητική φορεσιά της εποχής τους (βράκα, γελέκο, ζώνη και στιβάνια) έχοντας μελετήσει τα κειμήλια και την ιστορία του μαρτυρίου της πόλης.

Τα πρόσωπά τους χαρακτηρίζονται από την κλασική «ασκητική» και αυστηρή γραμμή του Κόντογλου, εκπέμποντας εσωτερική δύναμη, πνευματικό ήθος και αγωνιστικό πνεύμα.
Η υποδοχή των εικόνων από τους Ρεθεμνιώτες, ήταν άκρως συγκινητική. Με την πρώτη ματιά ένιωσαν αμέσως ότι οι Άγιοί τους «ζωντάνεψαν» μέσα από τον χρωστήρα του Κόντογλου.
Παρά την εσωστρέφεια της δημιουργικής του εργασίας, ο Κόντογλου ήταν εξαιρετικά προσηνής με τους απλούς ανθρώπους της πόλης. Οι πιστοί και οι περίοικοι τον επισκέπτονταν στον ναό, του πήγαιναν κεράσματα και εκείνος συζητούσε μαζί τους με απλότητα, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις για το ήθος και την πνευματικότητά του.
Η διαμονή του στο Ρέθυμνο το 1955 δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι εργασίας, αλλά μια περίοδος βαθιάς πνευματικής ανταλλαγής ανάμεσα στον Μικρασιάτη δημιουργό και τους ανθρώπους της πόλης, η οποία σφραγίστηκε με τη δημιουργία ενός από τα σπουδαιότερα εικαστικά μνημεία της Κρήτης.
Η καλλιτεχνική παρουσία του Φώτη Κόντογλου στο Ρέθυμνο δεν περιορίστηκε μόνο στο τέμπλο των Τεσσάρων Μαρτύρων. Η Ιερά Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κατέχει μια εξαιρετικά πλούσια συλλογή από φορητές εικόνες του κορυφαίου δημιουργού, οι οποίες φιλοτεχνήθηκαν κατά την ίδια χρονική περίοδο (κυρίως μεταξύ 1953-1955).
Στη Μητρόπολη του Ρεθύμνου, ο Κόντογλου άφησε το δικό του στίγμα ενισχύοντας τη βυζαντινή φυσιογνωμία του ναού. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πόλη, φιλοτέχνησε σπουδαίες φορητές εικόνες που κοσμούν το εσωτερικό του ναού, αποδίδοντας τις μορφές με την κλασική, αυστηρή ιεροπρέπεια της Μακεδονικής και Κρητικής Σχολής.

Γεγονός και οι πατριαρχικές επισκέψεις
Βαθιά θρησκευόμενοι οι Ρεθεμνιώτες ήταν φυσικό να θεωρήσουν μεγάλη ευλογία τις πατριαρχικές επισκέψεις.
Ο πρώτος Πατριάρχης που μας επισκέφθηκε ήταν ο Αθηναγόρας στα 1963 και ο λαός του Ρεθύμνου τον υποδέχτηκε με πάνδημη συμμετοχή.
Ώρες πριν, από την άφιξή του, πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο Κολωνάκι περιμένοντας τον Πατριάρχη που θα ερχόταν από το Ηράκλειο.
Μια επιβλητική ασπίδα του ευχόταν το «Καλώς ήλθατε». Από τους επισήμους είχαν πάρει από νωρίς επίσης τις θέσεις τους ο νομάρχης Ρεθύμνης Γιώργος Καμπάνης και ο βουλευτής Γιάννης Τσουδερός.
Με την εμφάνιση του Πατριάρχη, 13.15 το μεσημέρι ο κόσμος ξέσπασε σε ουρανομήκεις ζητωκραυγές χειροκροτώντας με ενθουσιασμό.
Αμέσως μετά, σχηματίστηκε πομπή, με επικεφαλής τα εξαπτέρυγα και τον Ιερόν Κλήρον, που διερχόμενη τη Λεωφόρο Κουντουριώτη, και τις οδούς Εθνικής Αντιστάσεως, Τσουδερών, Αρκαδίου, Καραμανλή και Μανιουδάκη κατέληξε στη Μητρόπολη.
Σε όλη τη διαδρομή ο Πατριάρχης δεχόταν τις θερμές εκδηλώσεις του κόσμου, που είχε συγκεντρωθεί και στις δυο πλευρές του δρόμου, αλλά και στα μπαλκόνια των σπιτιών και τους ευλογούσε, ατενίζοντας προς όλες τις κατευθύνσεις.
Φθάνοντας η πομπή στην είσοδο της Μητρόπολης, τιμές απέδωσαν η Φιλαρμονική του δήμου και η μπάντα της V Μεραρχίας, που συνόδευε το στρατιωτικό άγημα ως είθισται στις υποδοχές υψηλών προσώπων.
Ο Πατριάρχης αφού φόρεσε τα Ιερά του άμφια προχώρησε στο εσωτερικό του ναού και χοροστάτησε στη Δοξολογία, που εψάλη με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Όπως θα φαντάζεστε το άκουσμα από το ψαλτήρι ήταν θεϊκό, αφού είχαν συγκεντρωθεί οι πλέον καλλίφωνοι ψάλτες του Ρεθύμνου για τη μεγάλη αυτή στιγμή.

Ο Μητροπολίτης Αθανάσιος απουσίαζε, γιατί νοσηλευόταν στην κλινική Κυανούς Σταυρός.
Τον αντικατέστησε επάξια ο Χρυσόστομος Μακρυγιαννάκης, που προσφώνησε και τον Πατριάρχη με το γνωστό του λόγιο ύφος. Ο Πατριάρχης απάντησε ανάλογα εκφράζοντας τη χαρά του, που βρισκόταν στην πόλη των Γραμμάτων και Τεχνών, όπως τόνισε στην ομιλία του. Αναφέρθηκε στους ακατάλυτους δεσμούς που συνδέουν τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και κλείνοντας εξέφρασε τη λύπη του, για την ασθένεια του Μητροπολίτη Αθανασίου. Η Δοξολογία έληξε με το Πολυχρόνιο του Πατριάρχου, που βγαίνοντας από τον ναό κατευθύνθηκε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, ενώ οι δύο μπάντες παιάνιζαν εθνικά εμβατήρια.
Εκεί στην αίθουσα τελετών του Μητροπολιτικού Μεγάρου προσφώνησε τον Πατριάρχη ο τότε πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Γιώργης Αγγελιδάκης, που ανακοίνωσε και την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, περί ανακήρυξης του Οικουμενικού Πατριάρχου, επίτιμου δημότη της πόλης του Ρεθύμνου.
Απαντώντας ο Πατριάρχης ευχαρίστησε για την τιμή και ευχήθηκε για την πόλη και τους κατοίκους της.
Μετά από τις ομιλίες προσφέρθηκαν αναψυκτικά και όλοι οι παριστάμενοι πέρασαν να φιλήσουν το χέρι του Αθηναγόρα.
Στις 3 το μεσημέρι έληξε η τελετή στο Δεσποτικό και ο Πατριάρχης με την ακολουθία του πέρασε από τον ναό των Τεσσάρων Μαρτύρων και προσκύνησε τα ιερά λείψανα. Έπειτα ζήτησε να τον οδήγησαν στην Πολυκλινική Κυανούς Σταυρός για να επισκεφθεί και να ευχηθεί «Περαστικά» στον νοσηλευόμενο Μητροπολίτη Αθανάσιο.

Ο Πατριάρχης στο Σπήλι
Επόμενος σταθμός του Πατριάρχη ήταν το Σπήλι όπου σε όλη τη διαδρομή τον περίμενε κόσμος να τον καλωσορίσει. Όλα δε τα χωριά είχαν διακοσμηθεί με αψίδες που έδιναν ιδιαίτερο τόνο στην υποδοχή.
Στο Σπήλι υποδέχτηκε τον Αθηναγόρα ο Μητροπολίτης Ισίδωρος με όλο τον Ιερό Κλήρο της Μητρόπολης στο Κοινοτικό Κατάστημα όπου και τον προσφώνησε ο πρόεδρος της Κοινότητας Στυλιανός Καλογρίδης. Στη συνέχεια σχηματίστηκε πομπή που κατέληξε στον ναό του Αγίου Παύλου όπου εψάλη δοξολογία.
Στο ψαλτήρι μια αγγελική φωνή συνεπήρε το ακροατήριο. Ήταν ο Ευάγγελος Κοπανάκης, ο σημερινός Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητρόπολης Λάμπης Συβρίτου και Σφακίων που τότε ακόμα δεν είχε χειροτονηθεί αλλά συμμετείχε ως λαϊκός.
Όταν έφθασε η ώρα για το Πολυχρόνιο του Πατριάρχη άρχισαν τα δύσκολα. Σάμπως είχε ξαναπεράσει Πατριάρχης από τον τόπο μας για να ξέρουμε και το Πολυχρόνιό του;
Έσωσε την κατάσταση ως από μηχανής θεός ο καθηγητής Εμμανουήλ Φωτιάδης καθηγητής στη σχολή Χάλκης που συνόδευε τον Πατριάρχη.
Με κομψό τρόπο υπαγόρευε και ο π. Ευάγγελος επαναλάμβανε μελωδικά. Επειδή όπως ήταν φυσικό ο ρυθμός ήταν κατά τι αργός, βρήκε ευκαιρία κάποιος, όνομα και μη χωριό, που δεν άντεχε τον αγέρωχο χαρακτήρα του νεαρού φοιτητή να χαρακτηρίσει την απόδοση ως ένα μοιρολόι που τόσο βαρετό δεν είχε ακούσει ποτέ του.
Άκουσε όμως ο Πατριάρχης το πικρόχολο σχόλιο και χωρίς δεύτερη σκέψη κατεβαίνει από τον θρόνο ανοίγει την αγκαλιά του και κλείνει μέσα της τον έκπληκτο Ευάγγελο.
– Συγχαρητήρια παιδί του λέει. Τόσο υπέροχο Πολυχρόνιο δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα.
Στο ρεπορτάζ του τοπικού τύπου δεν αναφέρεται φυσικά το επεισόδιο αυτό. Τονίζεται όμως το γεγονός ότι ο Πατριάρχης δεν μπόρεσε να μην εκφράσει τον θαυμασμό του στον π. Ευάγγελο Κοπανάκη, για την ψαλτική του δεινότητα και να τον συγχαρεί. Ακολούθησε γεύμα και κατά τις 6 το απόγευμα ο Πατριάρχης αναχώρησε για τα Χανιά.
Ήταν μια μεγάλη ιστορική στιγμή για την τοπική κοινωνία η επίσκεψη του Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ιστορική όπως χαρακτηρίστηκε και όχι τυχαία. Ένα σπουδαίο γεγονός που πέρασε στα χρονικά του τόπου με πηχυαίους τίτλους όπως άρμοζε στην περίσταση άλλωστε.

Οι επισκέψεις Βαρθολομαίου
Συχνότερος επισκέπτης μας ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος που έχουμε υποδεχθεί τρεις φορές.
Η πρώτη επίσκεψη 9-22 Νοεμβρίου 1992 είχε ιστορικό χαρακτήρα, καθώς πραγματοποιήθηκε μόλις έναν χρόνο μετά την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο (1991).
Έγινε στο πλαίσιο της πρώτης μεγάλης επίσημης περιοδείας του στην Εκκλησία της Κρήτης.
Τον Πατριάρχη υποδέχθηκε ο τότε Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Θεόδωρος (Τζεδάκης).
Είχε έντονο ποιμαντικό χαρακτήρα, με σκοπό τη σύσφιξη των σχέσεων της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης με τον λαό και τον κλήρο της Κρήτης
Η δεύτερη επίσκεψη το 2002 ήταν με πρόσκληση του Πανεπιστημίου Κρήτης για την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Διδάκτορα του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής
Η ύψιστη αυτή ακαδημαϊκή τιμή του απονεμήθηκε τόσο για το θεολογικό και πνευματικό του έργο, όσο και για τις παγκόσμιες, πρωτοπόρες πρωτοβουλίες του γύρω από την προστασία του περιβάλλοντος (λόγω των οποίων έχει καθιερωθεί διεθνώς ως ο «Πράσινος Πατριάρχης».
Η αναγόρευση έγινε σε μια λαμπρή τελετή παρουσία της πανεπιστημιακής κοινότητας, των τοπικών αρχών, καθώς και του τότε Αρχιεπισκόπου Κρήτης Τιμοθέου και του Μητροπολίτη Ρεθύμνης Ανθίμου.
Η τρίτη στη σειρά μεγάλη ποιμαντική επίσκεψη έγνε το 2012 Ήταν εξαιρετικά λαμπρή και οργανώθηκε με κάθε επισημότητα από την τοπική Εκκλησία και τους φορείς της πόλης
Ο Πατριάρχης βρισκόταν στην Κρήτη για τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στα Χανιά και αποδέχθηκε την επίσημη πρόσκληση της Ιεράς Μητρόπολης Ρεθύμνης.
Επίσημος οικοδεσπότης ήταν ο τότε Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ευγένιος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κρήτης).
Η Υποδοχή πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της 3ης Σεπτεμβρίου 2012 στην πλατεία του Αγνώστου Στρατιώτη. Παραδοσιακοί κρητικοί σύλλογοι τον υποδέχθηκαν με χορούς, ριζίτικα τραγούδια και τοπικές ενδυμασίες, παρουσία πλήθους πιστών και των αρχών του τόπου.
Τελέστηκε επίσημη Δοξολογία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Ρέθυμνο.
Παρατέθηκε επίσημο δείπνο προς τιμήν του, όπου ο Πατριάρχης εξήρε τη βαθιά αγάπη και προσήλωση των Κρητικών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η τοπική Εκκλησία, για να τιμήσει αυτές τις μεγάλες στιγμές, εξέδωσε και παρουσίασε το 2016 στο «Σπίτι του Πολιτισμού» στο Ρέθυμνο ένα ειδικό αναμνηστικό λεύκωμα με τίτλο «Ευγνωμοσύνης Κανίσκιον». Το λεύκωμα αυτό περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό, ομιλίες και ντοκουμέντα από τις πατριαρχικές επισκέψεις στην περιοχή
Ένας δικός μας άνθρωπος
Αν και δικός μας άνθρωπος ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β’ δεν μπορούσε να μην επισκεφθεί το Ρέθυμνο και με αυτή του την ιδιότητα.
Κι εμείς τον υποδεχθήκαμε «μετά φανών και λαμπάδων» από τις 27 έως τις 29 Οκτωβρίου 2024
Προσκεκλημένος του Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Προδρόμου, ο Πατριάρχης ήρθε για να λαμπρύνει με την παρουσία του τις επετειακές εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση 200 ετών από τη μαρτυρική τελειώση των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων του Ρεθύμνου (1824-2024).
Στη διάρκεια αυτής της επίσκεψης ανακηρύχθηκε επίσημος δημότης Ρεθύμνου.
Η ανακήρυξη έγινε με ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ρεθύμνης, έπειτα από εισήγηση του δημάρχου, Γιώργου Μαρινάκη.
Η επίσημη αναγόρευση πραγματοποιήθηκε σε κλίμα έντονης συγκίνησης στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου στο Δημαρχείο Ρεθύμνου
Ο δήμος Ρεθύμνης τον τίμησε για την τεράστια προσφορά του στην Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό, αλλά και για τους διαχρονικούς, ισχυρούς δεσμούς που διατηρεί με την περιοχή από την εποχή που υπηρετούσε εκεί ως αρχιμανδρίτης.
Κατά την αντιφώνησή του, ο Πατριάρχης Θεόδωρος ευχαρίστησε θερμά για την ύψιστη τιμή και χαρακτήρισε το Ρέθυμνο έναν «ευλογημένο τόπο» που κουβαλά πάντα βαθιά μέσα στην καρδιά του.
Το αφιέρωμά μας συνεχίζεται.













