Η περιβαλλοντική εκπαίδευση – εκπαίδευση για την αειφορία συνιστούν έννοιες καθοριστικές για τη διαμόρφωση των αυριανών πολιτών που συμμετέχουν ενεργά στη διάσωση του περιβάλλοντος, στην επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν σε σχέση με αυτό και που εν γένει κρατούν μια στάση ζωής που σέβεται το περιβάλλον σε όλες του τις εκφάνσεις (φυσικό, κοινωνικό, πολιτισμικό κ.ά.). Για τον λόγο αυτό πλέον – με δεδομένο ότι ο πλανήτης αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα που εκθέτουν το περιβάλλον σε καταστάσεις συχνά μη αναστρέψιμες – η εκπαίδευση των παιδιών – φυσικά και των ενηλίκων – πάνω στα ζητήματα που πραγματεύονται η περιβαλλοντική εκπαίδευση – εκπαίδευση για την αειφορία είναι αναγκαιότητα και όχι επιλογή. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα που υλοποιούνται στο σχολείο προς αυτή την κατεύθυνση εφαρμόζονται ήδη από το 1992 ωστόσο μέχρι και σήμερα υλοποιούνται μέσα σε ένα «εθελοντικό» πλαίσιο και παραμένουν στην ευχέρεια του εκάστοτε εκπαιδευτικού για το αν θέλει και επιθυμεί να τα διδάξει. Αν και οι προκλήσεις είναι πολλές ως προς την περιβαλλοντική εκπαίδευση οι καλές πρακτικές, τα «φωτεινά» παραδείγματα που βάζουν το λιθαράκι στη διαμόρφωση μιας νέας ευσυνείδητης γενιάς πολιτών δεν εκλείπουν και σε αυτό συμβάλλουν σημαντικά εξίσου καθηγητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης όσο και τα λεγόμενα ΚΕΠΕΑ (Κέντρα Εκπαίδευσης για το Περιβάλλον και την Αειφορία). Έτσι, παρά τα θεσμικά κενά, τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί, οι ερευνητές και οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την περιβαλλοντική εκπαίδευση, η εξέλιξη αυτού του πεδίου δεν σταματάει. Νέες μέθοδοι, καινοτομίες, πρωτότυπες εκπαιδευτικές διαδικασίες εναρμονισμένες με τις απαιτήσεις της σύγχρονης εκπαίδευσης είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται ώστε το ενδιαφέρον των παιδιών να παραμένει αμείωτο αν όχι να αυξάνεται για αυτά τα ζητήματα.
Όλα αυτά λοιπόν συζητήθηκαν το τριήμερο 8 – 10 Μαΐου στο 9ο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (Π.Ε.ΕΚ.Π.Ε) – μια ένωση με 34 χρόνια ενεργούς παρουσίας στο πεδίο αυτό με μέλη εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, ερευνητές από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ανθρώπους περιβαλλοντικών οργανώσεων, σχεδιάζοντας προγράμματα για τα σχολεία αλλά υλοποιώντας και καθοριστικές έρευνες – μελέτες με σκοπό τη βελτιστοποίηση αυτών των προγραμμάτων ενσωματώνοντας τις τάσεις και τις ανάγκες της εποχής κάθε φορά.
Το συνέδριο είχε τίτλο «Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση/Εκπαίδευση για την Αειφορία στο Σχολείο του 21ου αιώνα: διαδρομές – μετατοπίσεις – μετασχηματισμοί» και πραγματοποιήθηκε στην Πανεπιστημιούπολη Γάλλου και διοργανώθηκε με τη συνεργασία του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.) Πανεπιστημίου Κρήτης και των Κ.Ε.ΠΕ.Α. της Κρήτης (Αγίου Βασιλείου, Αρχανών, Ανωγείων, Ιεράπετρας – Νεάπολης, Βάμου). Στο Συνέδριο συμμετείχαν εκπαιδευτικοί Α/θμιας και Β/θμιας εκπ/σης, διδάσκοντες και ερευνητές Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών Ιδρυμάτων, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές και εκπρόσωποι κυβερνητικών και μη κυβερνητικών φορέων. Έγιναν συνολικά 197 παρουσιάσεις δια ζώσης και εξ’ αποστάσεως, ποικίλες εργαστηριακές εκπαιδεύσεις, προφορικές ανακοινώσεις, στρογγυλά τραπέζια, εισηγήσεις, όλα με επίκεντρο τις προκλήσεις και το μέλλον της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.
Οι νέες τάσεις
Όπως τόνισε σε δηλώσεις της η Mαριάννα Καλαϊτζιδάκη, καθηγήτρια Βιολογίας και Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης και πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του συνεδρίου, οι τάσεις που φαίνεται να είναι αναγκαίο να ενσωματώσει η σύγχρονη εκπαίδευση για το περιβάλλον καταγράφονται στη βιβλιογραφία και αυτές έχουν να κάνουν με ποικίλες και σημαντικές έννοιες: Από την εκπαίδευση για την κλιματική αλλαγή μέχρι την περιβαλλοντική δικαιοσύνη, την επιστήμη των πολιτών και την περιβαλλοντική εκπαίδευση στις πόλεις. Ιδίως για την τελευταία θεματική ενότητα η οποία αφορά και την πόλη μας σημείωσε πως για το Ρέθυμνο η περιβαλλοντική εκπαίδευση δεν είναι άγνωστη έννοια. Στα σχολεία, στις παραλίες, στις γειτονιές λαμβάνουν χώρα εκπαιδευτικά προγράμματα προς αυτή την κατεύθυνση όπως και επισκέψεις σε μουσεία, κέντρα επιστήμης, δομές περιβαλλοντικών φορέων.
Από την πλευρά του ο Ηλίας Βρυώνης, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (Π.Ε.ΕΚ.Π.Ε.) και πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του 9ου συνεδρίου της Π.Ε.ΕΚ.Π.Ε., τόνισε πως πλέον είναι αναγκαίο οι θεματικές που πραγματεύονται όλα τα γνωστικά αντικείμενα του σχολείο να αποκτήσουν ως κοινό παρονομαστή την περιβαλλοντική εκπαίδευση και τα ζητήματα του περιβάλλοντος καθώς όπως χαρακτηριστικά τόνισε «Για εμάς στην περιβαλλοντική εκπαίδευση και την εκπαίδευση αειφορίας δεν είναι μόνο το φυσικό περιβάλλον. Το περιβάλλον είναι τα πάντα: Το ανθρωπογενές, το κοινωνικό, το οικονομικό, αλλά φυσικά και το φυσικό περιβάλλον που όλα αυτά διασυνδέονται μεταξύ τους. Είναι δηλαδή ένας κύκλος με αλληλεπιδράσεις τις οποίες όλες πρέπει να τις μελετάμε και να τις έχουμε υπόψη μας».
Έτσι, με γνώμονα αυτό αλλά και το γεγονός πως χρειάζονται οι αυριανοί πολίτες που θα στέκονται κριτικά απέναντι σε όλες τις σύνθετες και αλληλένδετες προκλήσεις που ενέχουν όλα τα περιβάλλοντα, ανέφερε πως: «Αυτό που βλέπουμε είναι ότι πρέπει να γίνει διασύνδεση σε όλα τα μαθησιακά αντικείμενα. Σε όλο το σχολείο. Πρέπει να είναι πλέον η εκπαίδευση για την αειφορία και το περιβάλλον με όλες τις μορφές. Και αυτό είναι σημαντικό γιατί ο πλανήτης είναι σε μια κατάσταση σε όλα τα επίπεδα και σε όλα τα περιβάλλοντα – και στο κοινωνικό και στο οικονομικό αλλά κυρίως το φυσικό – όπου έχουμε κινδύνους. Και όλα αυτά πρέπει να τα ξέρουμε γιατί ο στόχος της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης είναι ο σκεπτόμενος, ενεργός πολίτης. Που καταλαβαίνει, ξέρει τι είναι το περιβάλλον, έχει κάποιες γνώσεις και μπορεί και συμμετέχει. Και να ξέρετε κάτι: κάθε πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης έχει στο τέλος μια δράση. Τα παιδιά μαθαίνουν πως θα γίνουν οι ενεργοί πολίτες του μέλλοντος. Αυτό είναι το πιο σημαντικό».
Οι προκλήσεις των εκπαιδευτικών
Το πιο σημαντικό ζήτημα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι εκπαιδευτικοί που ενδιαφέρονται και ασχολούνται με την περιβαλλοντική εκπαίδευση είναι το «εθελοντικό» καθεστώς κάτω από το οποίο υλοποιούνται τα εν λόγω εκπαιδευτικά προγράμματα, στα οποία το σύστημα δεν δίνει χώρο και χρόνο να γίνουν με ένα ολοκληρωμένο, σωστό τρόπο που να αφορά το σύνολο της μαθητικής κοινότητας. Όπως τόνισε η καθηγήτρια, Μαριάννα Καλαϊτζιδάκη, «Στην Ελλάδα η περιβαλλοντική εκπαίδευση ήρθε στο τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα το 1992 και παραμένει με τη μορφή της προαιρετικότητας. Είναι δηλαδή μια εκπαιδευτική, σχολική δραστηριότητα που επιλέγει ο εκπαιδευτικός να την κάνει ή όχι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην γίνεται σε όλους τους μαθητές». Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί που αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα πολλαπλά προβλήματα (χρόνος, οικονομικά, φόρτος εργασίας κ.λπ.) όπως και τα παιδιά, δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Για την ίδια πάντως η μεταστροφή του θεσμικού πλαισίου της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης από «προαιρετική» σε «υποχρεωτική» είναι και από μόνη της επίσης μια πρόκληση και υπάρχει μια λεπτή ισορροπία σε αυτό το ζήτημα, καθώς αν δεν γίνει σωστή διαχείριση υπάρχει ο κίνδυνος το εν λόγω εκπαιδευτικό πεδίο να «καταντήσει» άλλο ένα γνωστικό μάθημα για τα παιδιά. Παράλληλα, η κ. Καλαϊτζιδάκη επισημαίνει πως η εκπαίδευση των παιδιών δεν αρκεί από μόνη της για μια αλλαγή. Χρειάζονται ταυτόχρονα παρεμβάσεις από το κράτος, την πολιτεία, την τοπική αυτοδιοίκηση που να κατευθύνονται προς τις αξίες και τις αρχές της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. «Αν την κάνουμε υποχρεωτική θα πρέπει κανείς να ενεργοποιηθεί με κάποιες παιδαγωγικές στρατηγικές για να βελτιωθεί το περιβάλλον. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει δογματικά με κήρυγμα, πρέπει να είναι μια απόφαση που την αναλαμβάνει ο εκπαιδευόμενος έχοντας κάνει ήδη μια διαδρομή σε γνώσεις, τρόπους για να δράσει και έχοντας υιοθετήσει αξίες φιλοπεριβαλλοντικές. Αν την κάνουμε υποχρεωτική υπάρχει ένας κίνδυνος, να γίνει μετά σαν ένα ευαγγέλιο. Δεν έχουμε συνταγογραφούμενες λύσεις. Εμείς στο Ρέθυμνο πρέπει να βρούμε μια λύση που να ταιριάζει στο νησί μας. Αυτό έχει βεβαίως να κάνει με τους θεσμικούς, την τοπική αυτοδιοίκηση που κάνουν τις δομές και παίρνουν τις αποφάσεις και μετά είναι η ατομική συμμετοχή. Στην περιβαλλοντική εκπαίδευση εμείς δουλεύουμε στην ατομική συμμετοχή, να ενθαρρύνουμε το άτομο να έχει ενεργή συμμετοχή στην επίλυση των περιβαλλοντικών ζητημάτων. Δεν μπορούν όμως οι μαθητές να λύσουν τα προβλήματα. Παράλληλα, θα πρέπει να υπάρχουν κι άλλες κινήσεις, όπως Νομοθεσία, δομές, θεσμικές παρεμβάσεις. Είναι ένα στοίχημα για τη γη και την ανθρωπότητα όχι μόνο για εμάς τους εκπαιδευτικούς. Όλοι πιστεύουμε στη δύναμη της εκπαίδευσης, να επιφέρει την αλλαγή, όμως από μόνη της δεν αρκεί. Πρέπει να έχουμε τη συμπαράσταση όλων των υπόλοιπων δομών της κοινωνίας, θεσμικών, ενηλίκων, γονέων. Άρα λύση είναι ναι μεν στην εκπαίδευση αλλά και συνεργασίες με άλλους φορείς της κοινότητα, της αυτοδιοίκησης και του κράτους», επισημαίνει η κ. Καλαϊτζιδάκη.
Σημαντικό πάντως είναι, όπως ανέφερε στις δηλώσεις του ο πρόεδρος της Π.Ε.ΕΚ.Π.Ε., Ηλίας Βρυώνης, ότι: «Έχει συσταθεί μια ομάδα εργασίας στο υπουργείο όπου είχα και εγώ την τιμή να συμμετέχω ως πρόεδρος της Π.Ε.ΕΚ.Π.Ε για να κάνει προτάσεις και είναι υπό επεξεργασία από το υπουργείο Παιδείας. Ελπίζουμε να εισακουστούν οι προτάσεις της ομάδας εργασίας για να έχουμε ένα καλύτερο μέλλον για την περιβαλλοντική εκπαίδευση».
Τα δύο ΚΕΠΕΑ του Ρεθύμνου και ο ρόλος τους
Ταυτόχρονα με τις παρεμβάσεις που γίνονται στα σχολεία σημαντικό ρόλο έχουν και οι εκπαιδεύσεις και τα προγράμματα που υλοποιούν τα Κέντρα Εκπαίδευσης για το Περιβάλλον και την Αειφορία (ΚΕΠΕΑ). Το Ρέθυμνο μετράει δύο ΚΕΠΕΑ: Αυτό των Ανωγείων το οποίο λειτουργεί από το 2006 και το νεοσύστατο του Αγίου Βασιλείου με έδρα στις Μέλαμπες, με μόλις ένα χρόνο δράσης.
Σε δηλώσείς της η Ζαχαρένια Κεφαλογιάννη, υπεύθυνη του ΚΕΠΕΑ Ανωγείων, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η λειτουργία από το 2006 του ΚΕΠΕΑ Ανωγείων φτάνει μέχρι σήμερα να έχει περίπου 12 εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές όλων των ηλικιών: Από την πρωτοβάθμια μέχρι τη δευτεροβάθμια, μέχρι και για φοιτητές. Τα προγράμματα αφορούν το περιβάλλον της περιοχής, τον Ψηλορείτη, το τοπικό περιβάλλον και έχει να κάνει με τη σχέση της εκπαίδευσης για την αειφορία προσπαθώντας να ευαισθητοποιήσουμε τους μαθητές από νεαρή ηλικία για να γίνουνε αυριανοί ενεργοί πολίτες στον τόπο τους». Όπως τόνισε παράλληλα, η λειτουργία του ΚΕΠΕΑ στα Ανώγεια συνιστά έναν «πυρήνα ενδυνάμωσης» της τοπικής κοινωνίας καθώς τα ζητήματα που προσεγγίζει και παρουσιάζει στα παιδιά περιορίζονται αποκλειστικά στο φυσικό περιβάλλον αλλά επεκτείνονται και συνδέονται με την τοπική κοινωνία, την τοπική οικονομία, τον πολιτισμό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει για να καταφέρουν όλα αυτά να «αγγίξουν» τον μαθητή θα πρέπει να γίνονται με μια συστηματικότητα και σε συνεργασία με τους φορείς. «Όταν η περιβαλλοντική εκπαίδευση γίνεται συστηματικά δηλαδή υπάρχει συνεργασία σχολείου, ΚΕΠΕΑ και συλλόγου γονέων και τοπικής κοινωνίας τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά. Για αυτό χρειαζόμαστε τη στήριξη της πολιτείας γενικότερα και σε σχέση με τη χρηματοδότηση των ΚΕΠΕΑ και σε σχέση με τη στελέχωσή τους και την ύπαρξη πιο σύγχρονου θεσμικού πλαισίου».

Από την πλευρά του ο Κωνσταντίνος Τρικάλης, προϊστάμενος του ΚΕΠΕΑ Αγίου Βασιλείου, ανέφερε πως αν και η δομή είναι νεοϊδρυθείσα υπάρχουν ήδη θετικές ενδείξεις. Τα θέματα που προσεγγίζει το ΚΕΠΕΑ παρουσιάζονται και υλοποιούνται με μια διεπιστημονική προσέγγιση, προσαρμοσμένη μάλιστα στα ενδιαφέρονται των ίδιων των παιδιών, προκειμένου με έναν βιωματικό τρόπο τελικά να φτάσει σε αυτά η πληροφορία αλλά και να τους «φυτευτεί» για τα καλά και γιατί όχι, να περάσει και στην ίδια την οικογένεια. «Τα παιδιά με πολλή χαρά μας επισκέπτονται και προσπαθούμε να τα φέρουμε κοντά στα σημαντικά ενδιαφέροντά τους. Πρέπει να μάθουν βιωματικά και για αυτό η προσέγγιση αυτή της μη τυπικής μάθησης είναι τελείως διαφορετική από το να είσαι κλεισμένος σε μια τάξη. Για να αλλάξεις συμπεριφορικά προς το θετικό πρέπει να γίνει βίωμα και να αντιληφθεί ο μαθητής ότι ο ίδιος πρέπει να αλλάξει συμπεριφορές. Όταν δείξεις στα παιδιά κάτι βιωματικά, το καταλαβαίνουν», καταλήγει ο κ. Τρικάλης.














