Ας θυμηθούμε σήμερα, με αφορμή την φετινή επέτειο από την Επανάσταση του 1821, μια «μελανή κηλίδα» της ελληνικής πολιτικής ιστορίας που σχετίζεται άρρηκτα και άμεσα με το διπλωματικό αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων για ελευθερία και ανεξαρτησία.
Το καλοκαίρι του 1825, λοιπόν, ενώ ο Ιμπραήμ προελαύνει στην Πελοπόννησο και η Επανάσταση κινδυνεύει και από τους εμφυλίους πολέμους που είχαν προηγηθεί να χάσει ό,τι είχε μέχρι τότε κερδηθεί με πόνο και αίμα, οι εκφραστές της αγγλόφιλης πολιτικής από τη Ζάκυνθο, για να πετύχουν την αγγλική εύνοια, θα προωθήσουν ειδικό Ψήφισμα προς την Αγγλία, με το οποίο της ζητούσαν αποκλειστική Προστασία, εμπιστεύονταν, δηλαδή, την τύχη του Ελληνισμού σ’ αυτήν. Τότε, οι Ζακύνθιοι αγγλόφιλοι, με τη συνδρομή και του Σπυρίδωνος Τρικούπη, πήραν με το αγγλικό κόμμα τούς Γ. Κουντουριώτη, Αλ. Μαυροκορδάτο και άλλους. Ο Αλ. Μαυροκορδάτος ήταν, μάλιστα, και γυναικάδελφος του Σπ. Τρικούπη.
Οι επικριτές, όμως, της «δουλικής» προσέγγισης της Αγγλίας ονόμασαν το Ψήφισμα «Πράξη Υποτέλειας». Παρά ταύτα, την «Πράξη» θα προσυπογράψουν, προτού φτάσει στο Λονδίνο, οι Κολοκοτρώνης, Ζαΐμης, Δεληγιάννης, πολλοί Πελοποννήσιοι και Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί, δεσποτάδες και προεστοί, ενώ την είχαν εγκρίνει και το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό (6 – 7 και 22/7/1825). Καθώς έχει γίνει σημαντική προσπάθεια από κατοπινούς ιστοριογράφους (βλ. Τ. Σταματόπουλος) ν’ αποδειχτεί ότι πολλές από τις υπογραφές στην «Πράξη» πλαστογραφήθηκαν, ο Κερκυραίος υπουργός δικαιοσύνης, Ιωάννης Θεοτόκης, αντέδρασε άμεσα, διαφώνησε και όταν χαρακτήρισε την «Πράξη» ως «Συμφωνητικό της Πωλημένης Ελλάδος», παύτηκε και φυλακίστηκε, επί τρίμηνο, στις φυλακές Ναυπλίου!
Στον ναύαρχο Χάμιλτον
Μια μέρα, πάντως, πριχού υπογράψουν οι Ρουμελιώτες, στις 21 Ιούλη, μετά από συνεδρίαση της κυβέρνησης στο Ναύπλιο, κατά την οποία εξασφάλισε ομόφωνη συγκατάθεση στις πρωτοβουλίες του, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος μαζύ με τον μετέπειτα ιστορικό, πολιτικό και διπλωμάτη, Σπυρίδωνα Τρικούπη, και με τον Ιωάννη Κωλέττη, πήγαν και συνάντησαν τον Άγγλο ναύαρχο του Αιγαίου Χάμιλτον! Ο λόγος; Του εξέφρασαν την πρόθεσή τους να ζητήσουν την προστασία της Αγγλίας, λόγω της απελπιστικής κατάστασης της Ελλάδας και της κρισιμότητας των καιρών!
Ο Χάμιλτον δεν έμεινε έκπληκτος απ’ ό,τι του είπαν οι Έλληνες πολιτικοί. Στον αντίποδα, είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό υπέρ των επαναστατών, καθώς και δεν έχει πάρει σχετικές ορμήνιες από την κυβέρνησή του και επειδή η Πελοπόννησος βρίσκεται υπό εχθρική κατοχή, αυτός δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη λήψης πρωτοβουλιών… Στον αντίποδα, χαροποίησε την επαναστατική κυβέρνηση, όταν πρότεινε να συνεχιστούν με περισσότερο ζήλο οι αντιτουρκικές μάχες και να μεταβούν στο Λονδίνο απεσταλμένοι των Ελλήνων να παραδώσουν την «Πράξη Υποτέλειας» στην αγγλική κυβέρνηση και μάλιστα, στον αρμόδιο υπουργό εξωτερικών, το Γ. Κάννιγκ!
Υπογραφές, Γάλλοι και Ρώσοι
Μόλις γύρισαν στο Ναύπλιο, άρχισαν να μαζεύονται υπογραφές για την «Πράξη Υποτέλειας». Κι όχι μόνο αυτό, αλλά παρότι κάποιοι έλεγαν ότι έπρεπε να ζητηθεί η προστασία όλης της Ευρώπης, οι κυβερνητικοί έστειλαν ειδικούς απεσταλμένους να ανακοινώσουν, στην Κέρκυρα, την απόφασή τους να στραφούν προς την αγγλική προστασία στον Αρμοστή των Εφτανήσων…
Αρχές, πάντως, Αυγούστου (2/8/1825), η γαλλική κυβέρνηση αρνιόταν ότι είχε δοθεί επίσημη εντολή στους Γάλλους που είχαν, την άνοιξη, έρθει σε προχωρημένες συνεννοήσεις με τους εν Ελλάδι γαλλόφρονες. Ας σημειωθεί και ότι νωρίτερα, προς τη Ρωσία και τον Καποδίστρια έδειχναν ξεχωριστή προτίμηση ο Δ. Υψηλάντης, ο Π. Μαυρομιχάλης, ο Α. Ζαΐμης και ο Α. Λόντος.
Με τον Γ. Κάννιγκ
Ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας, Γ. Κάννιγκ, όταν ο Δημήτριος Α. Μιαούλης, επικεφαλής ελληνικής αποστολής, του επέδωσε την «Πράξη Υποτέλειας» (Σεπτέμβρης 1825), έδειξε πρόθυμος να διαμεσολαβήσει αλλά ήταν υπερβολικά γενικόλογος. Σε γράμμα του της 13ης Οχτώβρη 1825, που εστάλη προς τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ανδρέα Μιαούλη, επειδή η «Πράξη» δεν ήταν κυβερνητικό έγγραφο, αλλά αίτηση άμεσος του ελληνικού έθνους που αποτυπώνουν οι πιο επιφανείς του ηγέτες, απαντούσε στην «Πράξη», λέγοντας, λοιπόν, πως δεν επιτρέπεται, λόγω των από χρόνια σχέσεων της χώρας του με την Τουρκία, να πάρει, εκείνη τη στιγμή, το μέρος των Ελλήνων και να παραβιάσει την ουδετερότητα. Η Τουρκία, κατά τον Κάννιγκ, δεν έχει δώσει καμία δίκαιη αφορμή στην Αγγλική κυβέρνηση για πόλεμο, επομένως η κήρυξη πολέμου προς αυτήν θα ήταν κάτι ανήκουστο και παράλογο, αργότερα θα μπορούσε και ίσως, ανάλογα με την τροπή του πολέμου, θα μεσολαβούσε. Η Αγγλία θα παραμείνει ουδέτερη στα ελληνοτουρκικά και δε θα πιέσει την ελληνική πλευρά να δεχτεί την ειρήνευση και το συμβιβασμό. Εάν οι Έλληνες, τονίζει ο Άγγλος υπουργός, ζητήσουν την αγγλική μεσιτεία προς το Σουλτάνο, θα την παρέχει η κυβέρνησή του. Κι αν η οθωμανική πλευρά τη δεχτεί, θα κάνει η Αγγλία, με τη συνεργία και των άλλων Δυνάμεων, καθετί για να καρποφορήσει η προσπάθεια για συμβιβασμό και για να εξασφαλιστεί η διατήρηση αυτού. Και όλα αυτά, ενώ το καλοκαίρι του 1825, ο Ιμπραήμ σβήνει τις ελληνικές ελπίδες στην Πελοπόννησο.
Ό,τι ενδιέφερε, πάντως, το Μαυροκορδάτο, ως επικεφαλής του Αγγλικού κόμματος δεν ήταν ότι ο Κάννιγκ δε θα παρείχε καμία ουσιαστική βοήθεια στην Επανάσταση, γι’ αυτό, αρχής εξαρχής, ήταν βέβαιος. Αυτό που ήθελε μάλλον ήταν να τρομοκρατήσει τον Ιμπραήμ, εάν τον έκανε να πιστέψει κάποια μυστική συνεννόηση, που είχε ξεκινήσει με το δάνειο του 1824, συνδέει Αγγλική και Ελληνική επαναστατική κυβέρνηση, με τις «ευλογίες» του Γ. Κάννιγκ!
Αφού η Αγγλία δεν δέχτηκε την «Πράξη Υποτέλειας», το γαλλικό κόμμα τότε και ο Κωλέττης παρουσίασαν ξανά ως ιδανική λύση να προταθεί για το θρόνο της Ελλάδας Γάλλος ευγενής. Έτσι, όπως έλεγαν, το έθνος θα αποχτούσε ως ισχυρό σύμμαχο τη Γαλλία, θα κέρδιζε την ανεξαρτησία του και θα εξασφάλιζε και οικονομική ενίσχυση. Ταυτόχρονα, οι γαλλόφιλοι, που είχαν εξοργιστεί ήδη από την ώρα που ο Χάμιλτον είχε προτείνει τη μετάβαση στο Λονδίνο, κατηγορούσαν τώρα το αγγλικό κόμμα ότι στόχευε σε πλήρη υποδούλωση της Ελλάδας σε ξένη δύναμη.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1. Βουλή των Ελλήνων, «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας».
2. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, Αθήνα, τ. ΙΒ, 1975.
3. «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770 – 2000», Αθήνα, τόμος 3ος, 2003, εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».
4. Βακαλόπουλος Απ., «Νέα Ελληνική Ιστορία, 1204 – 1985», Θεσσαλονίκη, 200321, Εκδόσεις «Βάνιας».
5. Βουρνάς Τάσος, «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, 1821 – 1909», Αθήνα, 20004, Εκδόσεις Πατάκη.
6. Κόκκινος Διονύσιος, «Η ελληνική επανάστασις», τ. I – VI, Αθήνα, 19573 , εκδόσεις «Mέλισσα».
7. Κορδάτος Γιάνης, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τ. Χ, Αθήνα, εκδόσεις «20ος αιώνας».
8. Κορδάτος Γιάνης, «Οι επεμβάσεις των Άγγλων στην Ελλάδα», Αθήνα, 19732, εκδόσεις «Επικαιρότητα».
9. Κρεμμυδάς Β., «Ιστορία Νεότερη και σύγχρονη Γ’ Γυμνασίου», Ο.Ε.Δ.Β.
10. Μέντελσον – Μπαρτόλντι Κάρολος, «Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», εκδόσεις αφοί Τολίδη.
11. Ορφανός Γεώργιος Η., «Επανάσταση του 1821 και Ελευθερία», τεύχη 4, εφημερίδα ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, Μάρτιος 2021
12. Παπαρρηγόπουλος Κων/νος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμοι 7, εκδόσεις Μπούρα, Αθήνα, χ.χ..
13. Σιμόπουλος Κυριάκος, «Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια», Αθήνα, 19999, εκδόσεις «Στάχυ».
14. Σιμόπουλος Κυριάκος, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21», Αθήνα, 1999, εκδόσεις «Στάχυ».
15. Σκαρίμπας Γιάννης, «Το 1821 και η Αλήθεια», Αθήνα, 1995, εκδόσεις «Κάκτος».
16. Σταματόπουλος Τάκης, «Ο εσωτερικός αγώνας κατά την επανάσταση του 1821» (τόμοι Α – Δ), Αθήνα, εκδόσεις «Κάλβος», 1979.
17. Τρικούπης Σπυρίδων, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»., τ. Α – Δ, Αθήνα , εκδόσεις «Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη».
18. Τσαπάρας Στέφανος, «Η Πολιτική ηγεσία και οι ξένοι στη νεότερη Ιστορία της Ελλάδας», τ. Α – Δ, Αθήνα, 1988, εκδόσεις «Νέα Σύνορα».
19. Φιλήμων Ιωάννης, «Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Αθήνα, τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, 1859 – 1861.
20. Φίνλεϋ Γ., «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδόσεις Αφοί Τολίδη, μετάφραση Α. Γεωργούλη, Αθήνα, 1973.
21. Φωτιάδης Δ., «Η επανάσταση του ΄21», εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1972.
22. Clogg R., «Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας, 1770 – 1990», μετάφραση: Λ. Παπαδάκη, Εκδόσεις «Ιστορητής», Αθήνα, 1995.








