Η μυστική γεωγραφία της αγάπης
Ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο το σκοτάδι. Φοβάται περισσότερο μήπως βρεθεί μέσα του χωρίς να υπάρχει κάπου ένα φως που να τον περιμένει. Ίσως αυτή να είναι μία από τις αρχαιότερες μνήμες της ανθρώπινης ύπαρξης: Η ανάγκη να υπάρχει πάνω από την ευθραυστότητά του κάτι που δεν θα καταρρεύσει μαζί του. Γιατί ο άνθρωπος γνωρίζει πως είναι εκτεθειμένος στον χρόνο, στην απώλεια, στην ασθένεια, στην προδοσία, στην ερημία, στο απρόβλεπτο… Και όσο κι αν κατορθώνει να υψώσει γύρω του τείχη, υπάρχουν πάντοτε στιγμές κατά τις οποίες αντιλαμβάνεται πως καμία ανθρώπινη κατασκευή δεν αρκεί για να προστατεύσει την καρδιά από όλα όσα μπορούν να τη συντρίψουν.
Τότε γεννιέται η βαθύτερη ανάγκη της Σκέπης. Όχι ως προστασία από τη ζωή αλλά ως παρουσία μες στη ζωή. Γιατί Σκέπη δεν είναι εκείνο που καταργεί την καταιγίδα. Είναι εκείνο που δεν της επιτρέπει να γίνει το τέλος.
Φίλοι μου,
ο σύγχρονος άνθρωπος έμαθε να προστατεύεται. Έμαθε να ασφαλίζει το σώμα, την περιουσία, την εργασία, την εικόνα του, ακόμη και την ιδιωτικότητά του. Έμαθε να κατασκευάζει μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην αβεβαιότητα… Κι όμως, όσο εντονότερα κάθε ώρα οργανώνει την ασφάλειά του, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται στη συνείδησή του μια παράδοξη αλήθεια: Πως δεν ζητά μονάχα την ασφάλεια. Ζητά καταφυγή! Και τα δύο τούτα δεν είναι το ίδιο. Δεν πρόκειται για ίδιες έννοιες. Η ασφάλεια αφορά τον κίνδυνο. Η καταφυγή αφορά την ύπαρξη. Η πρώτη προσπαθεί να εξασφαλίσει την υγεία της ψυχής απ΄ την πληγή. Η δεύτερη, μας διαβεβαιώνει πως ακόμη κι αν πληγωθούμε, δεν θα πάψουμε να ανήκουμε κάπου! Κι αυτή ίσως είναι η ουσιωδέστερη ανάγκη του ανθρώπου: όχι να μην πέσει ποτέ, αλλά να γνωρίζει πως η πτώση του δεν θα σημαίνει την εγκατάλειψή του. Γιατί υπάρχουν τραύματα, αγαπητοί μου, που δεν θεραπεύονται επειδή έπαψε ο πόνος. Θεραπεύονται επειδή κάποιος έμεινε […]. Και υπάρχουν νύχτες που δεν φωτίζονται επειδή εξαφανίστηκε το σκοτάδι, αλλά επειδή μέσα τους παρέμεινε μια παρουσία!
Ίσως γι’ αυτό η Σκέπη να είναι περισσότερο σχέση παρά τόπος… γιατί δεν είναι γεωγραφία που μπορεί να χαραχθεί στον χάρτη. Είναι ένας αόρατος τόπος μέσα στον οποίο η ύπαρξη παύει να αισθάνεται εκτεθειμένη. Ένας τόπος όπου δεν χρειάζεται να είναι κανείς ισχυρός για να αγαπηθεί.
Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να είναι αλάνθαστος για να γίνει δεκτός. Δεν χρειάζεται να κρύψει την πληγή του για να παραμείνει κοντά επειδή εκεί βρίσκεται η μυστική γεωγραφία της αγάπης: Στο σημείο, δηλαδή, όπου η παρουσία του άλλου γίνεται χώρος για την ευθραυστότητα του καθενός μας.
Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα της ανθρώπινης σχέσης: δεν υπάρχω μόνο επειδή υπάρχω. Υπάρχω πληρέστερα επειδή κάποιος με αναγνωρίζει ως πρόσωπο. Πριν ακόμη προφέρω το όνομά μου, κάποιος με κάλεσε. Πριν ακόμη γνωρίσω τον εαυτό μου, κάποιος με κοίταξε. Πριν ακόμη καταλάβω τον φόβο, κάποιος έγινε για μένα η πρώτη μορφή ασφάλειας.
Έτσι, φίλοι μου, «αρχίζει» ο άνθρωπος. Όχι από την αυτάρκεια, αλλά από την εμπιστοσύνη. Κι ίσως ολόκληρη η μετέπειτα ζωή του να είναι μια αδιάκοπη αναζήτηση εκείνης της πρώτης, σχεδόν αρχέγονης βεβαιότητας: ότι υπάρχει ένας τόπος όπου μπορώ να υπάρχω χωρίς να φοβάμαι πως θα πάψω να αγαπιέμαι.
Αγαπητοί μου,
ο πολιτισμός μας, έμαθε να επικοινωνεί αδιάκοπα και να συναντά ολοένα λιγότερο. Ποτέ δεν υπήρξαν τόσα βλέμματα και τόσο λίγα μάτια που να «βλέπουν»! Τόση πληροφορία και τόσο λίγη παρουσία… Μήπως αρχίζει εδώ η βαθύτερη έννοια της Σκέπης;
Η Σκέπη δεν είναι προστασία από την ευθραυστότητα του ανθρώπου. Είναι σεβασμός προς αυτήν. Δεν είναι μόνον ότι δεχόμαστε, μα αυτό που κάποτε οφείλουμε να γίνουμε, γιατί πολιτισμός είναι και τούτο: Να μη θεωρείται κανείς περιττός επειδή κάποτε δεν μπόρεσε να σταθεί. Η παλαιά παράδοση το γνώριζε. Το σπίτι δεν ήταν απλώς στέγη, αλλά τόπος επιστροφής. Εκεί όπου ο άνθρωπος μπορούσε να αφήσει έξω από την πόρτα την κόπωσή του και να ξαναβρεί το όνομά του. Γι αυτό η αγάπη ολοκληρώνεται όταν παύει να ζητά καταφύγιο και γίνεται η ίδια καταφύγιο: Να στέκεσαι, δηλαδή, δίπλα στον άλλον χωρίς να του αφαιρείς τον Σταυρό. Να μην τον σώζεις από τη ζωή, αλλά και να μην τον αφήνεις να τη διασχίσει μόνος. Δεν είναι αυτή η πιο υψηλή μορφή ανθρώπινης ευθύνης; Να γίνεσαι για έναν άλλον άνθρωπο ο τόπος όπου η ευθραυστότητά του δεν χρειάζεται να απολογηθεί. Είναι εκείνη η ευλογημένη ώρα όπου η Σκέπη παύει να είναι στέγη, αλλά γίνεται παρουσία.
Κι εδώ, σχεδόν ανεπαίσθητα, η ανθρώπινη εμπειρία ανοίγεται προς το μυστήριο της Θεολογίας. Η Εκκλησία δεν προσφώνησε την Παναγία μόνο ως Μητέρα. Την εμπιστεύθηκε και ως Σκέπη.
Ο άνθρωπος που προσφεύγει στη Θεοτόκο δεν ζητά έναν κόσμο χωρίς πόνο. Ζητά να μην είναι μόνος μέσα στον πόνο. Δεν ζητά να καταργηθεί η ιστορία. Ζητά να μην καταστεί η ιστορία του χωρίς νόημα. Δεν ζητά να μην υπάρξει Σταυρός. Ζητά να υπάρξει παρουσία κάτω από τον Σταυρό. Και εδώ η εικόνα της Παναγίας αποκτά ένα βάθος που δύσκολα εξαντλείται με λόγια.
Γιατί η Θεοτόκος δεν γνωρίζει τη Σκέπη ως θεωρία. Τη γνωρίζει ως στάση υπάρξεως.
«Εἱστήκει δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ». (Ἰω. 19, 25).
Δεν έλυσε τον Σταυρό. Δεν τον απέτρεψε. Δεν τον εξήγησε. Μόνο στάθηκε ενώπιόν Του! Στάθηκε εκεί όπου η ανθρώπινη λογική θα ζητούσε να φύγει. Στάθηκε εκεί όπου η ελπίδα έμοιαζε να έχει συντριβεί. Στάθηκε εκεί όπου δεν υπήρχε ακόμη καμία ορατή δικαίωση. Έτσι, η παρουσία της έγινε η σιωπηλή μαρτυρία πως η αγάπη δεν αποσύρεται όταν ο άλλος εισέρχεται στο σκοτάδι του. Είναι το σημείο από το οποίο πρέπει να «ξαναδιαβάσουμε» την ίδια την Παναγία, όχι ως απόμακρη μορφή θρησκευτικής ευλάβειας, αλλά ως Το πρόσωπο της παρουσίας: Εκείνη που στέκεται. Εκείνη που δέχεται. Εκείνη που περιμένει. Εκείνη που δεν καταργεί την ανθρώπινη ελευθερία, αλλά την περιβάλλει με αγάπη. Εκείνη που δεν γίνεται υποκατάστατο της ζωής, αλλά βαθύτερη δυνατότητα να την αντέξεις… Γι’ αυτό ο ελληνικός λαός δεν χρειάστηκε ποτέ να κατασκευάσει περίπλοκες θεωρίες για να την αισθανθεί. Την έβαλε μες στη λαλιά του. Στις πιο δύσκολες ώρες ένα όνομα ψέλλισε:
«Παναγία μου».
Και μέσα σε αυτές τις δύο λέξεις χωρούσε ένας ολόκληρος κόσμος: Ο φόβος, η εμπιστοσύνη, η μνήμη, η μητρότητα, η πατρίδα, η απουσία, η προσδοκία, η επιστροφή, η αγάπη… Γι αυτό ο Δεκαπενταύγουστος δεν είναι μόνο μια μεγάλη Θεομητορική εορτή της Εκκλησίας. Είναι μια βαθιά επιστροφή της συλλογικής ψυχής… γιατί υπάρχει η ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέψει εκεί όπου κάποτε αισθάνθηκε ότι ανήκει. Γι αυτό η Παναγία έγινε, στη ρίζα της ελληνικής ιστορικής συνείδησης, τόσο βαθιά συνδεδεμένη με την προσφυγιά, τη θάλασσα, τον αποχωρισμό, τη μάνα, το παιδί, την επιστροφή, ο τόπος που κατοικεί η ελπίδα. Γι αυτό η Σκέπη δεν είναι κάλυμμα αλλά άνοιγμα, ακριβώς διότι δεν «κλείνει» τον άνθρωπο από τον κόσμο. Τουναντίον, τον προστατεύει, ώστε να μπορέσει να επιστρέψει σ’ αυτόν χωρίς να έχει χάσει τον εαυτό του.
Δεν του υπόσχεται ότι δεν θα πονέσει. Του δίνει τη δύναμη να μη γίνει ο πόνος του ολόκληρη η ταυτότητά του. Δεν του λέει πως δεν θα πέσει. Του θυμίζει πως η πτώση δεν είναι το τέλος. Δεν του αφαιρεί την ελευθερία. Του προσφέρει έναν τόπο όπου ο αγέρας της μπορεί να «αναπνεύσει» χωρίς φόβο ως φέρουσα το μυστικό της αγάπης: πως δεν κρατά τον άλλον για να μην τον χάσει, αλλά τον σκεπάζει για να μπορέσει να σταθεί… στη θαλπωρή της Σκέπης, στον τόπο της παρουσίας, στην πατρίδα της αγάπης.
Πως ένας άνθρωπος μπορεί να διατηρήσει την έγνοια του για τον συνάνθρωπο, χωρίς να τον φυλακίσει στην ανάγκη του να τον έχει κτήμα. Πως μπορεί να τον περιέχει χωρίς να τον περιορίζει, να τον διασώζει χωρίς να τον μετατρέπει σε κτήμα της σωτηρίας του. Και πως, πάνω από όλα αυτά, υπάρχει Εκείνη που ο λαός μας δεν έπαψε ποτέ να αποκαλεί με το πιο απλό και το πιο μεγάλο όνομα:
Μάνα!
Γιατί ίσως η βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου δεν είναι να έχει έναν ουρανό χωρίς σύννεφα. Είναι να γνωρίζει πως, ακόμη κι όταν τα σύννεφα πυκνώσουν, ο Ουρανός δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει.












