Σε μια κωμόπολη, μια φορά και έναν καιρό, που καμάρωνε πως είχε τον πιο δραστήριο και δυναμικό δήμο της περιοχής, οι συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου κρατούσαν πάντοτε πολλές ώρες. Ο δήμαρχος μιλούσε, οι σύμβουλοι της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης μιλούσαν, οι αντιδήμαρχοι μιλούσαν ακόμη περισσότερο, κι ένας γραμματικός κατέγραφε ακούραστος τα πάντα σε χοντρά βιβλία με δερμάτινο εξώφυλλο.
Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένας σύμβουλος της συμπολίτευσης. Δεν φημιζόταν ούτε για τις ιδέες του ούτε για τα έργα του. Είχε, όμως, ένα σπάνιο ταλέντο, το σβήσιμο.
Είχε στη δερμάτινη τσάντα του πάντοτε μια γομολάστιχα τόσο μεγάλη, που έμοιαζε περισσότερο με ένα ψωμάκι για σάντουιτς παρά με γραφική ύλη. Κάθε φορά που έβλεπε κάποια φράση που τον ενοχλούσε, άρχιζε το τρίψιμο. Έσβηνε σχόλια, παρατηρήσεις, ενστάσεις, υποσχέσεις, ακόμη και λόγια που ο ίδιος είχε πει λιγοστά λεπτά πρωτύτερα.
Κάποια μέρα, λοιπόν, ο πιο ηλικιωμένος δημοτικός σύμβουλος, που είχε, στην πολιτική του διαδρομή, δει και γνωρίσει ένα σωρό δημαρχίες να έρχονται και να φεύγουν, του είπε χαμογελώντας εν είδει πειράγματος: «Πρόσεχε, συνάδελφε! Έτσι που το πας, από το πολύ σβήσιμο στο τέλος δεν θα μείνει ούτε το όνομά σου στα πρακτικά!»
Όλη η αίθουσα γέλασε. Ο δήμαρχος χαμογέλασε αμήχανα. Ο γομοσβήστης, όμως, συνέχισε ακάθεκτος και αμετανόητος. Άλλωστε, όταν κάποιος δεν μπορεί να διορθώσει την πραγματικότητα, συχνά προσπαθεί να διορθώσει το χαρτί.
Με το πέρασμα του καιρού, τα βιβλία του δήμου άρχισαν να μοιάζουν με χιονισμένα τοπία. Σελίδες ολόκληρες κατάλευκες. Εκεί που υπήρχαν άλλοτε αποφάσεις, κενό. Όπου έβλεπες κάποτε δεσμεύσεις, κενό. Εκεί που υπήρχαν ευθύνες, διπλό κενό, για σιγουριά.
Κι όμως, οι άρχοντες της πόλης ήταν περήφανοι. «Βλέπετε πόσο καθαρά είναι τα αρχεία μας;» έλεγαν δημόσια κάθε τρεις και λίγο, καμαρώνοντας σαν γύφτικα σκεπάρνια. Πράγματι! Τόσο καθαρά, που δεν έβρισκες μέσα ούτε το παραμικρό ίχνος αλήθειας…
Ώσπου μια μέρα οι δημότες ζήτησαν να μάθουν ποιος είχε υποσχεθεί την αποκατάσταση των λακκουβών στους δρόμους της πόλης η οποία δεν έγινε ποτέ, τις εστίες πρασίνου που έμειναν στα λόγια και το σχολείο που εγκαινιάστηκε τρεις φορές χωρίς να λειτουργήσει ποτέ.
Άνοιξαν όλα τα πρακτικά. Λευκές σελίδες. Έψαξαν σε όλα τα βιβλία. Λευκές σελίδες. Παντού. Έψαξαν τους αντιδημάρχους. Ρώτησαν τους δημοτικούς συμβούλους. Κανείς δεν ήξερε τι να απαντήσει. Άλλοι κοιτούσαν το ταβάνι και σφύριζαν αδιάφορα, άλλοι έλυναν και έδεναν, ξαναέλυναν και ξαναέδεναν από αμηχανία τα κορδόνια των παπουτσιών τους.
Τότε, καθώς το θέμα είχε γίνει πια πρωτοσέλιδο σε όλες τις τοπικές εφημερίδες και κύριο θέμα στους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, όλοι οι πολίτες συνειδητοποίησαν πως το πιο επικίνδυνο σε κάθε πόλη δεν ήταν τα λάθη των αρχόντων της. Τα λάθη διορθώνονται. Το επικίνδυνο ήταν η μανία να εξαφανίζονται τα ίχνη τους.
Και από τότε έμεινε μια κουβέντα την οποία ένας παππούς είπε στην αγορά όταν τον ρώτησαν οι δημοσιογράφοι: «Όταν η γομολάστιχα γίνεται μεγαλύτερη από τη συνείδηση, τα πρακτικά ασπρίζουν και η πόλη μαυρίζει».
* Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.










