Μοναδικές οι δημιουργίες του αξέχαστου «Γρυλιού»- Εξαιρετικό το έργο και του Γιώργη Κουτάντου
Δεν ήταν μόνο αυτοί που έδωσαν στο μάρμαρο και στο χαλκό πνοή δημιουργίας. Ήταν κι αυτοί που έπαιρναν άχαρο ξύλο και το έκαναν έργο τέχνης.
Να μας συγχωρεθεί η επιλογή κατά την κρίση μας. Σε κάθε μας αφιέρωμα όμως αυτό που ενδιαφέρει είναι η συνολική πορεία του καλλιτέχνη που μας απασχολεί.
Κι ένας σπουδαίος ξυλογλύπτης που δεν μπορεί να αγνοηθεί όσα χρόνια κι αν περάσουν ήταν ο περίφημος «Γρυλιός» ο επονομαζόμενος «Θεόφιλος των Ανωγείων».
Ο Αλκιβιάδης Σκουλάς όπως ήταν το επίσημο ονοματεπώνυμο του «Γρυλιού» δεν είχε επίγνωση δημιουργού όταν έπιανε να λαξεύσει την πέτρα ή το ξύλο. Οι κινήσεις του θύμιζαν μια εσωτερική ανάγκη καλλιτεχνικής έκφρασης. Ένα πλατύ χαμόγελο συνόδευε το τελικό άγγιγμα στο έργο. Κάτι σαν λύτρωση.
Αυτό καταλάβαινα όσες φορές συναντιόμουν με τον «Γρυλιό».

Εκείνος όμως που σκιαγράφησε απόλυτα την ιδιαίτερη τεχνική του Ανωγειανού ξυλογλύπτη ήταν ο αρχαιολόγος Νίκος Μιχελάκης που αναφέρει στη μελέτη του τα εξής:
«…Το λαϊκό, πέρα απ’ την αναγωγή του σε κάτι εθνικό και χαριτωμένο, αποτελεί την πιο αυθόρμητη και καθαρή πράξη δημιουργίας και εντάσσεται στη μακροχρόνια πορεία του ανθρώπου να προσεγγίσει τον εαυτό του και τη φύση. Η γλυπτική ταυτότητα του Γρυλιού μπορεί να εντοπιστεί στα Αφρικανικά τοτέμ ή την μικρογλυπτική των Εσκιμώων, εν τέλη σε κάθε γνήσια λαϊκή καλλιτεχνική πράξη, όπως αυτή εμφανίζεται με άλλες εκφάνσεις σε διαφορετικές κουλτούρες. Η γλυπτική του δε διαθέτει τόσα και τέτοια εκφραστικά μέσα, πρωτότυπα και αναπλαστικά στη σύγχρονη τέχνη, που εντάσσεται σ’ αυτή χωρίς ουσιαστικά να έχει καμία σχέση.
Τα στοιχεία της φύσης παρουσιάζονται όπως τα φαντάζεται ο καλλιτέχνης να είναι, όπως τα ζητάει η ψυχή του, όπως δυνητικά για κείνον θα μπορούσαν να είναι. Ο άνθρωπος μέσα από τα έργα αυτά, σένα κόσμο μηχανικό και βιομηχανοποιημένο επαναπροσδιορίζεται, τοποθετείται στη θέση που του οφείλεται, ταυτοποιείται με τη φύση…
Η καλλιτεχνική παρόρμηση του Γρυλιού τόσο σε ότι αφορά στη μορφή και στη φόρμα, όσο και στην έμπνευση και στην καλλιτεχνική δημιουργία ανακαλεί αρχετυπικές διαδικασίες. Τα έργα του παραπέμπουν στην αρχέγονη εκείνη εμπειρία που δοκίμασε ο πρώτος γλύπτης ενός τοτέμ, ενός κυκλαδικού ειδωλίου ή ενός κούρου. Με την κίνηση του να χαράζει πάνω σε μια πέτρα ή ένα ξύλο μία μορφή, ένα σχήμα, εξέφρασε τη βαθύτερη σκέψη του για τον κόσμο και τη φύση, προσδιόρισε το φόβο του για να τον ξορκίσει ή να τον λατρέψει.
Αν για τον Αφρικανό το ξύλο ήταν η φυγή του στο αδιέξοδο της σκέψης και των φόβων του για τις δυνάμεις της φύσης, ο προβληματισμός του Γρυλιού βρίσκεται στους στίχους που χάραζε πάνω σε μια πέτρα: «ΦΕΒΓΩ ΑΦΙΝΟ ΠΙΣΟ ΜΟΥ ΕΡΓΟ ΝΑ ΜΕ ΘΙΜΙΖΙΣΑΥΤΗ ΤΗ ΦΤΕΧΤΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΠΟΥ ΠΙΣΩ ΔΕ ΓΥΡΙΖΕΙ».
Η ασυνέχεια της ανθρώπινης ύπαρξης και η αδυναμία της να αντισταθεί στη φθορά αποτέλεσαν το έναυσμα για να αρχίσει να χαράζει την πέτρα και το ξύλο κι αργότερα στους πίνακες του αγαπημένα πρόσωπα, εμπειρίες, κομμάτια της ζωής του που ζουν και υπάρχουν πια μόνο στην μνήμη του.
Τόσο στη γλυπτική όσο και στη ζωγραφική του δημιουργεί ένα προσωπικό όραμα όπου ο φυσικός χώρος αποτελεί το πλαίσιο των πνευματικών και πλαστικών του αναζητήσεων. Η ανθρώπινη φιγούρα του διατηρεί τον λαϊκό της χαρακτήρα. Η λιτότητα και η αφαίρεση σαν οι βασικές πλαστικές του πεποιθήσεις διέπουν καθολοκληρία το έργο του, δηλώνοντας αυτόματα την πρόθεσή του να μην αποδώσει την πραγματικότητα όπως πρακτικά βιώνεται, αλλά στη δομική της αλήθεια, όπως την ατενίζει η ψυχή μέσα στην κοσμική τάξη.
Ο Γρυλιός ξεκινώντας από τη γλυπτική ήθελε να κάνει κάτι ηρωικό και μεγάλο όπως η τέχνη των Μουσείων. Γι’ αυτό και ο ρεαλισμός του είναι γεμάτος μεγαλοσύνη και ηρωισμό.
Η τέχνη του είναι βαθύτατα Ελληνική αλλά και παγκόσμια. Γιατί η ελληνική τέχνη είναι πάνω απ’ όλα τέχνη της αφής. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η καθαρότητα και η απλότητα των χρωμάτων, των σχημάτων, των μορφών που πηγάζουν από το φως του ελληνικού τοπίου…
Ό,τι χαρακτηρίζει τη ζωγραφική του, όπως και κάθε γνήσια λαϊκή τέχνη, είναι η διαύγεια των χρωμάτων και της σκέψης του, η ακριβολογία, η αντιμιμητική ερμηνεία του κόσμου και η συνθετική ιδιοτυπία ανάλογα με τα συναισθηματικά δεδομένα. Στη θεματολογία του στρέφεται στο φυσικό χώρο που έζησε και ζει και δημιουργεί θέματα με τις καθημερινές αγροτικές και άλλες ασχολίες του χωριού, προσωπικά βιώματα, γεγονότα της εποχής των Γερμανών και της ιστορίας του χωριού του και γενικά θέματα από τον περιβάλλοντα φυσικό χώρο.
Στους πίνακες με ιστορικά θέματα απομακρύνεται από αυτά, τοποθετείται έξω από τη δράση και μετατοπίζει το πραγματικό σημείο δράσης, ώστε να σκιαγραφεί και τη δική του παρουσία. Ο τόπος και ο χρόνος γίνονται στοιχεία μυθικά και μέσα στο πλαίσιο αυτό η αφήγηση τέτοιων γεγονότων γίνεται βάση σκέψης και συναισθηματικής αξιολόγησης. Η ιστορική πραγματικότητα δρα μέσα στη ζωγραφική αλλά πολύ μακρύτερα από αυτό που περιγράφεται…
Άλλα θέματα του είναι σκηνές από την καθημερινή ζωή, τοπογραφία του χωριού του, τα Ανώγεια, η οικογένεια του και η κρητική φύση με πρωταγωνιστή πάντα τον Ψηλορείτη. Όπως και στο Θεόφιλο η έμφαση του στην εθνική στολή καθοδηγεί την ένταξη του έργου του μέσα στον εθνικό μύθο…».
Το περίεργο με το «Γρυλιό» ήταν πως δεν έδειξε από τα νιάτα του αυτή την καλλιτεχνική του φύση για τέτοια ήταν όμως τις δίσεκτες εποχές που άνθιζε η νιότη του. Ο Αλκιβιάδης γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1902. Κι όπως συμβαίνει με όλους τους Ανωγειανούς δεν άργησε κι αυτός να αποκτήσει το παρανόμι του. Ήταν ο τρόπος που κοιτούσε γύρω του σαν να εξερευνούσε «Γρύλωνε» τα ματάκια του με τέτοιο τρόπο μοναδικό που σύντομα ακουγόταν «Γρυλιός».
Η φύση όμως είχε προικίσει τον μικρό Ανωγειανό με μια σπάνια επιδεξιότητα. Ό,τι έβλεπαν τα μάτια του έπρατταν τα χέρια του. Έκανε τον αγρότη, έκανε τον καφετζή για το μεροκάματο αλλά ως τεχνίτη δεν τον έφτανε κανείς. Ιδιαίτερα στην ετυμολογία του Παροιμιώδες το χιούμορ του έμεινε σε αφηγήσεις και ανέκδοτα.
Χαρακτηριστικό το παρακάτω:
Νοιώθοτας μια μικρή αδιαθεσία πήγε στον γιατρό στα Χανιά.
«Γρυλιό», του λέει αυστηρά ο γιατρός όταν τον εξέτασε, «Πρέπει να κόψεις το κρέας, το πολύ κρασί και τα λιπαρά για ένα μήνα».
Και ο Γρυλιός κοιτάζοντάς τον περίεργα του λέει «Γιατρέ μου, για να τα κόψω όλα αυτά, πρέπει πρώτα να τα βρω!».
Είχε τον τρόπο του ο άνθρωπος αυτός να σε καθηλώνει.
Όταν ήρθε ο καιρός του να παντρευτεί έκανε μια σπουδαία οικογένεια με την Ελένη Ξυλούρη.
Στα εννιά παιδιά που απέκτησαν και ο μεγάλος μας καλλιτέχνης Βασίλης Σκουλάς.
Σ’ αυτό τον τιτάνιο αγώνα να μη λείψει τίποτα από την οικογένειά του κάνοντας τη νύχτα μέρα φάνηκε πόσο καλός μάστορας ήταν. Ποτέ δεν βαρυγκώμησε για τα βάρη της ζωής. Αντίθετα ήταν η χαρά της παρέας. Έτσι κι έβλεπε άνθρωπο κατηφή κατάφερνε με μια κουβέντα να του αλλάξει διάθεση. Κι ενώ περνούσε δύσκολα ήθελε πάντα το σπίτι ανοικτό να περνά κόσμος και να τον περιποιείται με την αρχοντιά της καρδιάς. Το καλαμπούρι δεν το εγκατέλειψε ούτε και στα στερνά του πριν αποχαιρετήσει για την αιωνιότητα.
Σαν γνήσιος Ανωγειανός δεν απουσίασε από κανένα προσκλητήριο της αντρειάς.
Στην κατοχή ήταν το καταφύγιο κάθε κυνηγημένου αντάρτη.
Για τον χαρακτήρα του πατέρα του μίλησε στην αγαπητή μας συνάδελφο Αννίτα Πιτσιδιανάκη ο γιος του Γιώργης ξεναγώντας την στο μουσείο που λειτουργεί στα Ανώγεια με το καλλιτεχνικό έργο του Γρυλιού. Και της αφηγήθηκε το παρακάτω περιστατικό που δείχνει το χιούμορ και την εξυπνάδα του.

Επί δικτατορίας Μεταξά, λέει, παραμονές της εθνικής γιορτής 25η Μαρτίου 1821, περιδιάβαινε ένας χωροφύλακας όλο το χωριό, στα δημόσια κτίρια και σε μέρη όπου μαζευόταν κόσμος και έδινε εντολή να υψώσουν την ελληνική σημαία για τον εορτασμό.
Φθάνει και μέχρι τον Γρυλιό και διατάζει:
«Σκουλά αύριο να κρεμάσεις τη σημαία. Δεν έχω εγώ σημαία, του λέει αυτός, όξω να κρεμάσω τη βράκα μου. Δεν ξέρω τι θα κάνεις του απαντά ο χωροφύλακας, αν αύριο δεν έχεις κρεμάσει σημαία θα σε κλείσω μέσα. Μα δεν έχω σου λέω σημαία, του ξαναλέει ο πατέρας μου. Ανένδοτος ο χωροφύλακας σηκώνεται και φεύγει. Πάει λοιπόν και ο Αλκιβιάδης και με τη βοήθεια της γυναίκας του βρίσκει ένα άσπρο πανί, ζωγραφίζει επάνω ένα μεγάλο σταυρό και το κρεμάει για σημαία. Έτσι βγήκε από τη δύσκολη θέση.
Με την τέχνη ασχολήθηκε από τα 70 του. Ξεκίνησε με το ξύλο και λίγο μετά συνέχισε στην πέτρα. Και στα δυο ήταν αυτοδίδακτος. Για το πώς ξεκίνησε αναφέρει σε συνέντευξή στην Αννίτα Πιτσιδιανάκη ο γιος του Γιώργης Σκουλάς:
«Η μάνα μας είχε ένα πρόβλημα υγείας, άσθμα. Κάθε χρόνο για δύο με τρεις μήνες νοσηλευόταν στο Ηράκλειο, στο νοσοκομείο. Μαζί της πήγαινε και ο πατέρας μου. Κάπου – κάπου λοιπόν για να περνάει την ώρα του πήγαινε σε ένα ράφτη φίλο του και καθότανε. Αυτός ο ράφτης ζωγράφιζε. Ο πατέρας μου τον παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή. Μια μέρα ζωγράφισε σε ένα πακέτο από τσιγάρα τον αδελφό μας τον Αλκιβιάδη. Έδειξε το πακέτο στη μάνα μας και την ρώτησε ποιος ήταν αυτός. Η μάνα μας τον γνώρισε και του είπε: Ο Αλκιβιάδης. Από κει κατάλαβε ο πατέρας μου ότι τα κατάφερνε καλά και έτσι ξεκίνησε να ζωγραφίζει. Στην αρχή ζωγράφιζε όπου έβρισκε. Σε τσίγκους, νοβοπάν, πορτάκια από ντουλάπια, καδρόνια, χαρτόνια. Και ζωγράφιζε με λαδομπογιές, αυτές που βάφουνε τα σπίτια».
Ζωγράφιζε καθημερινά. Μέρα- νύχτα. Πολλές φορές σηκωνόταν στις μία ή δύο η ώρα τη νύχτα και ξημερωνόταν ζωγραφίζοντας.
Ο Γρυλιός έκανε πάρα πολλά έργα. Πολλά από αυτά τα χάριζε, άλλα τα πουλούσε σε τουρίστες και όχι μόνον. Πούλησε πολλά σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Γερμανία για βιοποριστικούς λόγους. Πραγματοποίησε εκθέσεις στην Αθήνα και στο Ρέθυμνο με το Λύκειο Ελληνίδων. Λίγο αργότερα το ενδιαφέρον του Αλκιβιάδη Σκουλά εξήψε η γλυπτική. Ξεκίνησε με το ξύλο και στη συνέχεια με την πέτρα. Τα έργα του είναι σκαλισμένα σε διάφορα είδη ξύλου όπως ασφένταμο, καρυδιά, μουσμουλιά, μουριά, πλάτανο κ.ά. Ενώ μαρμάρινα και λίθινα γλυπτά του είναι σμιλεμένα σε ασπρόπετρα, αυτή την σκληρή, δυσκολοδούλευτη πέτρα που υπάρχει άφθονη στην περιοχή και που οι μυθικοί θεοί και λιθοξόοι λάξεψαν τον Ψηλορείτη.
Η θεματολογία του εμπνευσμένη από τη φύση και τον άνθρωπο. Τα έργα του αδρά λαξεμένα, είναι απλά, λιτά, δωρικά, χωρίς χρωματισμούς, αλλά με πολύ συναίσθημα. Και εδώ διακρίνεται η αθωότητα και το ανεπιτήδευτο. Οι μορφές των ανθρώπων είναι κατηφείς, δραματικές, μελαγχολικές. Αποτυπώνουν τις βασανισμένες, κουρασμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές αυτού του ιδιαίτερου τόπου, με όλα τα δεινά της ζωής που πέρασαν. Τα θέματά του είναι ανθρώπινες φιγούρες, ζώα, πουλιά, δέντρα.
Ο σπουδαίος αυτός καλλιτέχνης έφυγε το 1996 σε ηλικία 94 ετών.
Το έργο του όμως υπάρχει στο χωριό στο μουσείο που ο ίδιος ίδρυσε όπως το ήθελε
Το Μουσείο του Αλκιβιάδη Σκουλά είναι αφιερωμένο στον λαϊκό καλλιτέχνη των Ανωγείων, Αλκιβιάδη Σκουλά, ο οποίος έζησε από το 1902 έως το 1996, πατέρας του μεγάλου καλλιτέχνη Βασίλη Σκουλά. Στα 70 του χρόνια άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και τη γλυπτική, αποτυπώνοντας ότι στη ψυχή του είχε χαραχθεί όλα αυτά τα χρόνια.
Η συλλογή του περιλαμβάνει περίπου 120 έργα τα οποία είναι πίνακες ζωγραφικής με σκηνές της υπαίθρου, σκηνές από την ιστορία της Κρήτης, πρόσωπα ιστορικά και συγχωριανών του, ξυλόγλυπτες και πέτρινες κατασκευές.
Το μουσείο αναβαθμίστηκε πρόσφατα με ψηφιακή προβολή των έργων του αξέχαστου καλλιτέχνη.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ των «Ρ.Ν» (22-12-2024) οι εργασίες αναβάθμισης του μουσείου μετά την υπογραφή της σχετικής σύμβασης με την εταιρία ΚΡΕΤΑ ΚΑΤ. ΑΝΩΝΥΜΗ TEXNIKH ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Αφορούσαν στην επέκταση του υφιστάμενου ισογείου με τη δημιουργία νέου χώρου ψηφιακής προβολής των έργων του καλλιτέχνη Αλκιβιάδη Σκουλά ή Γρυλιού καθώς και την αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών έκθεσης.
Οι προβλεπόμενες εργασίες αφορούσαν επίσης στην κατ’ επέκταση προσθήκη ενός χώρου στον οποίο γίνεται προβολή βίντεο σχετικού με τη ζωή και την καλλιτεχνική δραστηριότητα του Γρυλιού. Την αισθητική προσαρμογή της πρόσοψης του κτιρίου με επένδυση πέτρας και νέους χρωματισμούς. Παράλληλα στην είσοδο του Μουσείου και των WC κατασκευάστηκαν ράμπες για πρόσβαση ΑΜΕΑ, ενώ προβλέφθηκε ανακαίνιση όλων των εσωτερικών χώρων της έκθεσης.

Τα Ανώγεια τίμησαν όπως ξέρουν το μεγάλο τους καλλιτέχνη όταν και όπως έπρεπε όταν στα δικά μας είδαμε και πάθαμε να αναγνωριστεί το έργο του Δημήτρη Τεργιακή και να κοσμεί σήμερα τα γραφεία Πολιτισμού.
Αξιόλογο και το μουσείο Αξού
Ένα ακόμα σπουδαίο μουσείο λειτουργεί στην Αξό, μέσα σε φυσικό περιβάλλον. Εκεί εκτίθενται σε ένα διώροφο χώρο 300 τ.μ., περισσότερα από εκατό γλυπτά, χειροποίητα έργα τέχνης από ένα σφυρί και ένα σκαρπέλο. Μεταξύ άλλων παρουσιάζονται παραδοσιακές λαογραφικές μορφές και θέματα («Ο Λυράρης», «Ο Κρητικός», «Ο Παππούς και η Γιαγιά», «Πηγαίνοντας στο Χωράφι» κ.ά.), παραστάσεις της φύσης και του οικολογικού μας συστήματος («Ο Αϊτός και ο Όφις», «Το Κρι Κρι»), θρησκευτικού περιεχομένου («Ο Άγιος Γεώργιος του Δισκουρίου», «Ο Χορός του Ησαΐα», «Ο Αποχαιρετισμός»), κοινωνικού περιεχομένου («Ο Ασθενής») από τη μυθολογία («Η Μικρή Γοργόνα») κ.ά.
Δημιουργός του μουσείου ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης ο Γιώργος Κουτάντος (για τον οποίο θα κάνουμε προσεχώς μεγαλύτερο αφιέρωμα) που είναι η «ψυχή» αυτού του δημιουργήματος. Εκεί σύμφωνα με το δημιουργό ο επισκέπτης μπορεί να ανακαλύψει εκτός από την αισθητική και καλλιτεχνική πρόταση, παραδοσιακά στοιχεία (ασχολίες των κατοίκων στην Κρήτη και στην Ελλάδα σε μια κοινωνία που συνεχώς μεταβάλλεται δραματικά, ήθη και έθιμα), λαογραφικά στοιχεία (για παράδειγμα το σημάδεμα, η «σαμιά» των ζώων), κοινωνιολογικά στοιχεία (δομή οικογένειας, θέση των δυο φύλων), ιστορικά στοιχεία (για παράδειγμα μέσα στους κορμούς των δέντρων που έπεσαν και συλλέχτηκαν από τα μοναστήρια του Αρκαδίου και του Βωσάκου ανακαλύφθηκαν βλήματα από τις επαναστάσεις των Ελλήνων εναντίων των Οθωμανών) κ.ά.

Οι διαστάσεις των γλυπτών είναι σε φυσικό μέγεθος, ενώ ορισμένα από αυτά παρουσιάζονται σε μεγαλύτερες διαστάσεις, όπως «Ο Αετός και ο Όφις» μήκους περίπου 6μ., «Οι Γονείς μου και εγώ» ύψους περίπου 3μ., «Η Μικρή Γοργόνα» μήκους 5μ. κλπ. Τα ξύλα συλλέχτηκαν από όλη την Κρήτη, κυρίως ξερά δέντρα ή ξεριζωμένα από φυσικές καταστροφές.

Το καλοκαιράκι που ευνοεί τις αποδράσεις δίνει μια θαυμάσια ευκαιρία να τα επισκεφθείτε.

Πηγές:
(Από το λεύκωμα «Ανώγεια, η γη του μύθου και του ονείρου»)
Αννίτας Πιτσιδιανάκη: «Ο λαϊκός εικαστικός καλλιτέχνης Αλκιβιάδης Σκουλάς» (2013)
Museum Finder Blog









