Η πρώτη εμφάνιση του θεατρικού σχήματος «ΜΟΥΣΑΙ»
Είπα να φυλλομετρήσω τον Γενάρη του 1883 από το «Νέο Ραδάμανθυ» αλλά κουράστηκα να διαβάζω πλειστηριασμούς, φαινόμενο διαχρονικότατο όπως αντιλαμβάνεστε.
Κι όμως υπάρχουν και αναφορές, στην τότε κοινωνική ζωή, όπως η άφιξη αρχές του Γενάρη του Γενικού διοικητή Κρήτης.
Να σημειωθεί ότι το 1883, με την Κρήτη υπό Οθωμανική κυριαρχία, ο γενικός διοικητής ήταν ένας απλός αξιωματούχος με αποκλειστικό του καθήκον την εφαρμογή των διατάξεων του Σουλτάνου. Το κλίμα βέβαια δεν ήταν καθόλου ευχάριστο για κάθε παράγοντα του νησιού. Αντίθετα μύριζε η ατμόσφαιρα μπαρούτι εξαιτίας συχνών αναταραχών με βασικό αίτημα την αυτονομία.
Όσο για την ελληνική κυβέρνηση τηρούσε αποστάσεις ασφαλείας, προκειμένου να μην διαταραχθούν οι ισορροπίες στην πολιτική σκακιέρα «Τι είχες Γιάννη τι είχα πάντα» σε απλά ελληνικά.
Η επίσκεψη του διοικητή
Ο διοικητής ήρθε στην πόλη ατμοπλοϊκώς από Ηράκλειο συνοδευόμενος από τους Αρχιγραμματείς της Γενικής Διοίκησης Ν. Σταυράκη και Ιζέτ Εφένδου και του Γενικού διοικητικού Συμβούλου Χρήστου Κονδυλάκη. Σκοπός της επίσκεψής του η επιτόπια εξέταση προβλημάτων του τόπου.
Στην αποβάθρα όπως συνηθιζόταν τον υποδέχτηκαν με τιμές ο τοπικός διοικητής με τον Επίσκοπο Ιερόθεο (1882-1896) και τον δήμαρχο Σαλή Δροσουλάκη, τον πρώτο δήμαρχο Ρεθύμνου που εξελέγη από τον λαό το 1882 και παρέμεινε στη δημαρχία μέχρι τον Αύγουστο του 1885.

Ακολουθούσαν οι προϊστάμενοι υπηρεσιών και οι δικαστικές αρχές. Από την αποβάθρα ο διοικητής και οι συνοδοί του έφθασαν εν πομπή στο Διοικητήριο.
Ο διοικητής ενημερώθηκε για το μείζον ζήτημα διατιμήσεως του δικαιώματος ζυγίου που απασχολούσε τον εμπορικό κόσμο. Η εφημερίδα αναφέρει ως επιλυθέν το πρόβλημα με την κατάργηση της παλαιάς και εφαρμογή νέας διατίμησης.
Ο διοικητής επισκέφθηκε την επομένη τα σχολεία της πόλεως και η επίσκεψή του σύμφωνα με το «Νέο Ραδάμανθυ» κράτησε αρκετή ώρα χωρίς όμως περισσότερες λεπτομέρειες.
Εκείνο τον Γενάρη του 1883 είχαμε και μια τραγωδία σε οθωμανικό γάμο στα Καπεδιανά. Ήρθαν στο κέφι οι Τούρκοι γαμηλιώτες κι άρχισαν τις μπαλωθιές. Από τους άσκοπους πυροβολισμούς σκοτώθηκαν παιδιά, ο αριθμός των οποίων δεν αναφέρεται. Κι είναι απορίας άξιον πως ένα τόσο σοβαρό θέμα περνά κυριολεκτικά στα «ψιλά».
Μα παράκληση της εφημερίδας έχει ενδιαφέρον καθώς παρακαλεί την Γενική Διοίκηση να εξασφαλίσει την απαραίτητη ποσότητα αλατιού για να μην υποφέρουν οι Ρεθεμνιώτες από την έλλειψή του.
Από τα θλιβερά γεγονότα εκείνου του Γενάρη και ο θάνατος του σπουδαίου αγωνιστή Δωρόθεου Σταυρίδη του Σταύρου, ιερομόναχου της Ιεράς Μονής Ασωμάτων που «έφυγε» στα 57 του χρόνια.

Μια σημαντική μορφή
Ήταν το μεγαλύτερο από τα επτά παιδιά του Σταύρου Κουνδουράκη και όπως εικάζει ο μεγάλος μας Κρητολόγος Γιώργης Εκκεκάκης, από το μικρό όνομα του πατέρα του, έλαβε το επώνυμό του ο ιερομόναχος. Φλογερός πατριώτης, κοντά στις άλλες του αρετές, δεν απουσίασε από το καθήκον του στην πατρίδα. Πήρε μέρος στις επαναστάσεις των ετών 1858 και 1866. Διετέλεσε μοναχός της Μονής Ασωμάτων με φροντίδα της οποίας σπούδασε Θεολογία στη Σχολή της Χάλκης μέχρι το 1866 που διέκοψε τις σπουδές του για να κατέβει στην Κρήτη να πολεμήσει. Το τέλος της επανάστασης τον βρήκε να αναζητά καταφύγιο στη Μεσήνη της Σικελίας, αφού δεν μπορούσε να επιστρέψει στη Χάλκη. Εκεί κατάφερε να επιβιώσει ως εφημέριος σε διάφορες ελληνικές κοινότητες. Κι ήταν πρότυπο πνευματικού πατέρα για το ποίμνιό του. Οι ενορίτες του τον λάτρευαν. Σ’ αυτό το διάστημα προτάθηκε από τον Ρεθύμνιο γιατρό των Χανίων Ν. Βαρούχα για τη θέση του Επισκόπου Κυδωνίας. Ξέρουμε τέλος ότι επέστρεψε στη Μονή της μετανοίας του λίγο πριν πεθάνει.
Μικρά γεγονότα
Στην καθημερινότητα της πόλης δεσπόζει το πρόβλημα της ακριβούς ζύγισης του ελαιολάδου καθώς επικρατούσε η τακτική των «δύο μέτρων και δυο σταθμών». Αρμόδιος για την επίλυση του προβλήματος ήταν ο δήμαρχος και από αυτόν η εφημερίδα ζητούσε την άμεση παρέμβασή του.
Από τα θέματα της επικαιρότητας που ενδιαφέρουν είναι η άφιξη του συνταγματάρχη Χωροφυλακής Εμίν Βέη που λαμβάνοντας τον ταγματάρχη του Ρεθύμνου και τους πιο διαλεχτούς χωροφύλακες βγήκαν προς αναζήτηση και σύλληψη του φυγοδικούντος «Στεφανή». Δεν αναφέρεται τίποτα άλλο για το φυγόδικο, αλλά υποθέτουμε ότι θα ήταν «αγκάθι» στο έργο της Χωροφυλακής, για να οργανωθεί με τόση μεθοδικότητα η επιχείρηση σύλληψής του.
Δεν ήταν όμως η ζωή εκείνο τον Γενάρη του 1883 μόνο προβλήματα στο ζύγι του λαδιού και πλειστηριασμοί. Είχανε οι Ρεθεμνιώτες και ευτυχή γεγονότα όπως ο γάμος του Αριστείδη Λιαναντωνάκη με την Άννα Εμμ. Παπαδάκη, που τελέστηκε μια Πέμπτη, σε στενό οικογενειακό κύκλο.
Γενάρης 1884
Και ο Γενάρης του 1884 δεν μας δίνει συνταρακτικές ειδήσεις. Κι εδώ οι σελίδες του Νέου Ραδάμανθυ είναι γεμάτοι πλειστηριασμούς και πράξεις διαιτησίας.
Το σημαντικότερο γεγονός πάντως είναι καλλιτεχνικό και συμβαίνει στις 15 Ιανουαρίου. Πρόκειται για την παράσταση από τις «Μούσες» του δράματος «Ο Θείος Δάκτυλος» και η κωμωδία «Τρεις γαμβροί και μια νύφη».
Όπως αναφέρει ο εκλεκτός ερευνητής κ. Γιάννης Παπιομύτογλου στην τόσο εμπεριστατωμένη μελέτη του που αξίζει να την αναζητήσετε στην ιστοσελίδα του «Rethymniates-Ρεθυμνιάτης», την εποχή που αναφερόμαστε δεν επιτρεπόταν η παρουσίαση ερωτικών μελοδραμάτων ούτε και η συμμετοχή γυναικών επί σκηνής. Η δημιουργία του θεατρικού σχήματος «ΜΟΥΣΑΙ» ήταν μα πρωτοβουλία νέων της εποχής, που επιζητούσαν τρόπους ενεργούς συμμετοχής στα πολιτιστικά δρώμενα μιας πόλης, που ζούσε περίεργες καταστάσεις σε μια ταραχώδη εποχή. Η πρώτη κίνηση είχε γίνει στα τέλη του 1883 από τους φιλόμουσους αυτούς νέους.

Ως ιδρυτικά μέλη ο κ. Παπιομύτογλου αναφέρει, με βάση το καταστατικό, τους Γεώργιο Σ. Λαμπρόπουλο (Μουσούρο), Ν. Σαουνάτσο, Μιχαήλ Πατρικαλάκη, Εμμ. Σ. Παπαδάκη, Ευάγ. Καλοκαιρινό, Χ. Σταματάκη, Κων. Σωτήρχο, Ιωάν. Γ. Μουρνιανό, Νικ. Κορωνάκη, Β. Σαριδάκης, ; Καλομενόπουλο, Δ. Κασιμάτη, Ι. Καλομενόπουλο, Χαρ. Φραγάκη, Εμμ. Γενεράλι και άλλους τρεις ακόμη που οι υπογραφές τους είναι δυσανάγνωστες.
Όσο για την εφημερίδα «Νέος Ραδάμανθυς» επαινεί με τα θερμότερα σχόλια την παράσταση που σημείωσε μεγάλη επιτυχία σημειώνοντας πρωτοφανή κοσμοσυρροή που παρακολούθησε θέαμα υψηλής τέχνης στη δημοτική των Αρρένων σχολή, τη μόνη στην πόλη που προσφερόταν για τη περίσταση Από τον κ. Παπιομύτογλου μαθαίνουμε ότι την αυλαία ζωγράφισε ο επίσκοπος Ρεθύμνης Ιερόθεος Μπραουδάκης, τα δε σκηνικά επιμελήθηκε ο ερασιτέχνης ζωγράφος Χαράλαμπος Ν. Δρανδάκης αναπαριστώντας την Ακρόπολη των Αθηνών.
Από τα θλιβερά γεγονότα αναφέρεται ο θάνατος της Ελισσάβετ Κοσμά Σωτήρχου που νεκρολόγησε ο Ιερόθεος συνοδεύοντας το λείψανον μέχρι του τάφου. Γεγονός που δείχνει ότι επρόκειτο για μια από τις δέσποινες του Ρεθύμνου.
Στα τέλη του μήνα ένα άρθρο της εφημερίδας δείχνει μια κοινωνική αναστάτωση μετά την πληροφορία ότι επανέρχεται στα καθήκοντά ο Φωτιάδης Πασάς που σύμφωνα με τον αρθρογράφο δεν θα μπορούσε πλέον να διοικήσει την Κρήτη.
Ποιος ήταν αυτός;
Κυπριακής καταγωγής ο σημαντικός αυτός αξιωματούχος του Οθωμανικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα, ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του λογίου και δασκάλου Κωνσταντίνου Φωτιάδη, γιος του άρχοντος Αλεξάνδρου Φωτιάδη και εγγονός του λογίου και σχολάρχη της Μεγάλης του Γένους Σχολής Φωτίου του Κυπρίου.
Ο Ιωάννης Φωτιάδης είχε αναλάβει σημαντικά αξιώματα του Οθωμανικού κράτους και διετέλεσε πρώτα πρέσβης της Υψηλής Πύλης στην Αθήνα και αργότερα γενικός διοικητής της Κρήτης.
Είχε τον τίτλο του Βαλή και το σουλτανικό φιρμάνι του διορισμού του διαβάστηκε στα Χανιά κατά την τοποθέτησή του (ενθρόνιση την χαρακτηρίζει ο Ι. Δετοράκης).
Δεν θα πρέπει να απορήσετε για την τοποθέτηση αυτή γιατί με τον χάρτη της Χαλέπας μπορούσε να ανατεθεί σε Χριστιανό τέτοια αρμοδιότητα.
Ο Χάρτης της Χαλέπας ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα για τη λύση του Κρητικού Ζητήματος, αφού έτσι δημιουργήθηκε ένα καθεστώς ημιαυτόνομης επαρχίας με ιδιαίτερα προνόμια. Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής ήταν ο πρώτος διοικητής, ο οποίος άσκησε την εξουσία του για λίγους μήνες. Αυτόν διαδέχθηκε ο Ιωάννης Φωτιάδης, άνθρωπος μορφωμένος, με ευρεία διοικητική πείρα που διοίκησε την Κρήτη ως το 1885, με δικαιοσύνη και φρόνηση. Υποστήριξε την παιδεία και προώθησε λύσεις για σημαντικά προβλήματα Επί των ημερών του αναγνωρίστηκε επίσημη γλώσσα η Ελληνική και σ’ αυτή ήταν γραμμένη η εφημερίδα Κρήτη με τη μετάφραση των νόμων στην πίσω σελίδα στα Τούρκικα.
Ο Φωτιάδης κατάφερε επί της θητείας του να λυθεί το μεγάλο ζήτημα του Βακουφικού που απασχολούσε και ταλαιπωρούσε τους Χριστιανούς.
Σύμφωνα πάντα με τον Ιωάννη Δετοράκη η διευθέτηση αυτού του τόσο σοβαρού ζητήματος, είχε γιορταστεί στο Ρέθυμνο με τη φωταγώγηση της πόλης, με χρωματιστά καντήλια στα κέντρα και στα καταστήματα.
Ένας βασανισμένος ιεράρχης
Η αναφορά μας στον Επίσκοπο Ιερόθεο,θυμίζει μια από τις πιο βασανισμένες μορφές της Εκκλησίας μας.
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Εκκεκάκη ο Ιερόθεος Μπραουδάκης γεννήθηκε το 1836 στη Μήλο από γονείς Σφακιανούς.
Σπούδασε στην Αθήνα και στο Μόναχο όπου έμαθε άριστα τη Γερμανική γλώσσα και αξιοποίησε το ταλέντο του στο σχέδιο και στη ζωγραφική. Αρχικά εξελέγη επίσκοπος Κυδωνίας και στη συνέχεια Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου από το 1882 μέχρι το 1896. Διετέλεσε εφημέριος και στην Τύνιδα. Η ενασχόλησή του με τα εικαστικά στάθηκε ευεργετική, καθώς αναβαθμίστηκε η αισθητική των ναών της πόλης. Αρκετά έργα του υπάρχουν ακόμα.
Σύμφωνα τώρα με τον Σταύρο Κελαϊδή ο Ιερόθεος ήταν ανιψιός του Αρχιμανδρίτη Μακάριου Μπραουδάκη, κτήτορος του Ιερού Ναού Φρε Αποκορώνου. Γραφόταν Πραουδάκης, το ίδιο ανέγραφε και ο τάφος του στην αυλή του Ιερού Ναού των Εισοδίων. Οι συγγενείς του όμως συνεχίζουν να αναγράφονται Μπραουδάκηδες.
Φαίνεται πως ο Μακάριος έτρεφε μεγάλη αγάπη στον ανιψιό του. Με δικά του έξοδα ο Ιερόθεος σπούδασε στην Αθήνα και στη συνέχεια στο Μόναχο, όπου απέκτησε χρήσιμες γνώσεις και για τα εικαστικά που απασχολούσαν τον ελεύθερο χρόνο του. Η απόφασή του να υπηρετήσει τα θεία δεν μπορούσε να συναντήσει εμπόδιο από την τόσο ευσεβή του οικογένεια.
Το 1854 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου. Το ίδιο έτος χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Επίσκοπο Νάξου Παρθένιο.
Υπηρέτησε ως Εφημέριος στην Πετρούπολη, την Τύνιδα και από το 1877 μέχρι το 1881 στο Μόναχο. Στις 25 Μαρτίου 1881 χειροτονήθηκε στο Ηράκλειο Επίσκοπος Κυδωνίας και Αποκορώνου. Τη χειροτονία τέλεσε ο Μητροπολίτης Κρήτης Μελέτιος, συμπαραστατούμενος από τους Επισκόπους Χερρονήσου Τιμόθεο και Ρεθύμνης Διονύσιο.
Όταν όμως έφθασε στα Χανιά είδε έναν όχλο εναντίον του που τον τρόμαξε. Που να φανταζόταν ότι ξεσήκωσε επανάσταση το γεγονός ότι ήταν «Ξυπόλυτος», ανήκε δηλαδή στην αντιπολίτευση και οι «καραβανάδες» δηλαδή οι κυβερνητικοί δεν τον ήθελαν στους κόλπους τους.
Μετά από ένα χρόνο μετετέθη στη Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου. Ήταν στις 20 Δεκεμβρίου 1882.
Ασφαλώς θα δημιουργηθεί στους γνώστες περί των εκκλησιαστικών η απορία πως είναι δυνατόν να γίνει αυτή η διαδικασία αφού δεν επιτρεπόταν το μεταθετόν.
Ήταν ένας διπλωματικός ελιγμός της Συνόδου να τον ορίσει από την αρχή Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου όπως χρειάστηκε να γίνει αργότερα και με τον Διονύσιο Καστρινογιαννάκη που αντιμετώπισε κι αυτός δυσμένεια και είχε οριστεί Χερσονήσου.
Η υποδοχή που έλαχε ο Ιερόθεος από τους Ρεθεμνιώτες τον αποζημίωσε για όσα πέρασε στα Χανιά.
Μετά φανών και λαμπάδων μετέβη αντιπροσωπεία στο Φρε για να φέρει τον νέο Μητροπολίτη στην έδρα του. Και στη διαδρομή αυτή ήρθαν να προστεθούν και πολλοί Σφακιανοί δημιουργώντας μια κουστωδία που έκανε μεγαλοπρεπέστερη την είσοδο του Ιερόθεου στη Μητρόπολή του.
Η μέρα αυτή σημάδεψε τις μνήμες πολλών γερόντων που διηγιόταν με θαυμασμό στην υπόλοιπη ζωή τους την τύχη που είχαν να πάρουν μέρος στη συνοδεία αυτή.
Όσο για τον Ιερόθεο εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το εσωτερικό του Ιερού Ναού της Μητροπόλεως που ειδοποίησε και ήρθαν επίτροποι από το Φρε για να αντιγράψουν τις εικόνες που είχε θαυμάσει τόσο πολύ ο Επίσκοπος. Έτσι μετά από λίγα χρόνια όποιος έμπαινε στον ναό της Ευαγγελιστρίας στο Φρε είχε την εντύπωση ότι βρίσκεται στον Καθεδρικό Ναό του Ρεθύμνου.
Στη διάρκεια της αρχιερατείας του συνέβησαν αρκετά ιστορικά γεγονότα.
Εκοιμήθη τον Φεβρουάριο του 1896.
Από τα έργα ζωής του Ιερόθεου ήταν η εικόνα στον θόλο της Αγίας Βαρβάρας του Παντοκράτορα.
Για την τιτάνια αυτή προσπάθεια του Μητροπολίτη να δημιουργήσει αυτό το σπουδαίο έργο αναφέρει ο Πρεβελάκης στο «Χρονικό μιας Πολιτείας»:
«Ο δεσπότης ο Ιερόθεος, ο μέγας ιεράρχης, πριν να πιάσει να ζωγραφίζει τον Παντοκράτορα στον θόλο της Αγίας Βαρβάρας, νήστεψε δυο βδομάδες και προετοιμάστηκε σα να ‘χε να μεταλάβει. Στην Τρίτη βδομάδα, ανέβηκε πάνω στη σκαλωσιά, με τις μπογιές και τα κοντύλια του κι έβαλε αρχή. Να στοχαστείς ένα θεόρατο καυκί, μ’ άνοιγμα φαρδύτερο από δυο οργιές κι εκεί από κάτω τον εξηντάρη δεσπότη κι αγιογράφο ξαπλωμένο ανάσκελα τη σκαλωσιά, δώδεκα μπόγια πάνω από τη γης, να στορίζει τη φοβερή μορφή του Παντοκράτορα».
Στον ίδιο αγιογράφο ανήκουν και οι περισσότερες τοιχογραφίες του ναού.
Ένα χρόνο πριν αποδημήσει εις Κύριον το 1895 ο Επίσκοπος Ιερόθεος Μπραουδάκης ίδρυσε στην Αγία Ειρήνη ιερατική σχολή στην οποία φοίτησαν την ίδια χρονιά δέκα μαθητές, υπότροφοι των μονών της Επισκοπής Ρεθύμνης.
Όπως αναγράφεται στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητρόπολης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου «….η σχολή λειτούργησε κανονικά γιά ἕνα χρόνο μέ διευθυντή τόν Ἱερομόναχο Ἀγαθάγγελο Βερνάρδο ἀπό τήν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς Προφήτη Ἡλία Ρουστίκων. Γιά ἄγνωστους λόγους οἱ Τοῦρκοι ἀναζητοῦσαν τόν π. Ἀγαθάγγελο καί τούς μαθητές του κατά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1896. Ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν εἰδοποιηθεῖ ἐγκαίρως καί εἶχαν ἐγκαταλείψει τήν Μονή. Οἱ Τοῦρκοι πῆγαν στήν Ἁγία Εἰρήνη, δέν βρῆκαν κανένα καί ἔκαψαν τό μοναστήρι…».
Αυτός ήταν ο βίος και η Πολιτεία ενός βασανισμένου Ιεράρχη που διέθετε μόνο αγάπη για προσφορά.
Και στη δική του περίπτωση θριάμβευσε η κομματική μισαλλοδοξία. Αν και άφησε πλούσιο έργο στη Μητρόπολη η όλη του προσφορά δεν έχει αναδειχθεί όσο θα του άξιζε.
Ευτυχώς μας διέσωσαν στοιχεία γι’ αυτόν εκτός από τον Παντελή Πρεβελάκη, και τον Ν. Τωμαδάκη, ο Σταύρος Κελαϊδής, ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος, ο π. Χαράλαμπος Καμηλάκης, ο Γεώργιος Εκκεκάκης και ο πρόεδρος του ιστορικού συλλόγου το Αρκάδι κ. Γεώργιος Βλατάκης.
Θα συνεχίσουμε με άλλους Γενάρηδες που σημαδεύτηκαν από σημαντικά ιστορικά γεγονότα.













