Κι ένα μεγάλο συλλαλητήριο για την εγκατάλειψη του νομού
Από τα σημαντικότερα γεγονότα του Μάρτη 1914 ήταν το μεγάλο συλλαλητήριο. Μια πάνδημη διαμαρτυρία για τον πλήρη παραγκωνισμό του Ρεθύμνου.
Το συλλαλητήριο οργανωμένο από το Εργατικό Κέντρο Χανίων σε συνεργασία με τις δικές μας συντεχνίες και σωματεία έγινε για να υποστηρίξει τις ενέργειες του Γενικού Διοικητή Κρήτης δημοσίων έργων που θα εξυπηρετούσε όλο το νησί.
Είναι γεγονός ότι ο Διοικητής Ρούφος αναφέρεται συχνά σε δημοσιεύματα που αναφέρουν κάποια αίσια έκβαση αιτήματος του Ρεθύμνου Ποιος ήταν αυτός;
Ο Λουκάς Κανακάρης – Ρούφος (1878-1949) γόνος μεγάλης ιστορικής οικογένειας πολιτικών από την Πάτρα, υπήρξε ο πρώτος Γενικός Διοικητής Κρήτης μετά την επίσημη ένωση του νησιού με την Ελλάδα.

Διορίστηκε στη θέση αυτή τον Σεπτέμβριο του 1913 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η άφιξή του στα Χανιά σηματοδότησε τη μετάβαση από το καθεστώς της Κρητικής Πολιτείας στην πλήρη ενσωμάτωση στον ελληνικό διοικητικό μηχανισμό.
Εκτός από τη διοίκηση της Κρήτης, ο Λουκάς Κανακάρης – Ρούφος είχε πλούσια πολιτική δράση: Εκλεγόταν βουλευτής Πατρών από το 1905.
Διετέλεσε υπουργός σε διάφορα κρίσιμα πόστα, όπως: Εσωτερικών (1916), Εθνικής Οικονομίας (1922), Παιδείας (1922), Εξωτερικών (1925-1926).
Ο λαός τον εκτιμούσε και αυτό φάνηκε και από την ανταπόκριση των Ρεθεμνιωτών στο κάλεσμα για τη στήριξη των διεκδικήσεών του υπέρ του τόπου μας.
Ο λαός λοιπόν ανταποκρίθηκε σύσσωμος και την Κυριακή 16 Μαρτίου 1914, στις 11 το πρωί, από τον περίβολο του Καθεδρικού Ναού, που είχε συγκεντρωθεί, έστειλε με στεντόρεια φωνή τα αιτήματά του που δεν ήταν και λίγα.
Η συγκοινωνία από ξηράς ήταν σε άθλια κατάσταση. Τα λιμενικά έργα ανύπαρκτα. Η εκτέλεση δημοσίων έργων πήγαινε από αναβολή σε αναβολή.
Στους συγκεντρωμένους μίλησε ο δικηγόρος Γεώργιος Ν. Καφφάτος, (Πηγή 1858-Ρέθυμνο Μάρτιος 1926), ιστορική προσωπικότητα του νομικού κόσμου του Ρεθύμνου, από τα ιδρυτικά μέλη του πρώτου Δικηγορικού Συλλόγου το 1901 και πρόεδρος του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου (1910) Ο Καφφάτος εξήρε τον ζήλο του Ρούφου και ζήτησε τη συνδρομή όλων για τη στήριξη του διοικητή στις διεκδικήσεις του.

Αφού αναφέρθηκαν όλα αυτά εκδόθηκε ψήφισμα στο οποίο ζητείτο να γίνουν δεκτές οι εισηγήσεις του Ρούφου και τέλος εξουσιοδοτήθηκαν οι πρόεδροι συλλόγων και συντεχνιών του Ρεθύμνου να διαβιβάσουν περίληψη του ψηφίσματος στην κυβέρνηση και στη βουλή.
Θάνατος Βενιζέλου
Μάρτη μαυροφορέθηκε το Ρέθυμνο στο άκουσμα ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος έπαψε να ζει.
19 Μαρτίου 1936, οι τοπικές εφημερίδες προβάλλουν το θέμα που βύθισε στο πένθος το Ρέθυμνο.
Η εφημερίδα «Τύπος» ιδιαίτερα βγαίνει με ένα εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο στο κέντρο του οποίου δεσπόζει η φωτογραφία του Εθνάρχη: «Τη 10η π.μ. της χθες έσβησε στο Παρίσι ο φάρος των εθνικών ελπίδων Ελευθέριος Βενιζέλος» είναι ο κεντρικός τίτλος.
Από τον «Τύπο» ξέρουμε και λεπτομέρειες από τις παραμονές του θανάτου του Ελευθερίου Βενιζέλου, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης που είχε με τον εκδότη της εφημερίδας Μάνο Τσάκωνα.
Αυτές οι λεπτομέρειες αναφέρονται σε επιφυλλίδα που υπογράφει ο Τσάκωνας με τίτλο «Το μαύρο μήνυμα» και περιγράφει την αγωνία πριν το θλιβερό άγγελμα καθώς ήταν γνωστή η περιπέτεια υγείας του Βενιζέλου.
Ο ίδιος ρυθμίζοντας το δείκτη του ραδιοφώνου του, ανάμεσα σε ανυπόφορα παράσιτα, είχε ακούσει δυο μέρες πριν, την Τρίτη συγκεκριμένα ότι κάποιος «…..λός ασθενεί βαρύτατα από περιπνευμονία».
Η αγάπη στον Εθνάρχη δεν του επέτρεπε να σκεφτεί, αμέσως, ότι πρόκειται για τον ίδιο. Ήταν πιο βολικό να συσχετίσει το άκουσμα με προηγούμενες ειδήσεις, που είχαν σχέση με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών και την Επιτροπή των 13 του Ιταλοαιθιοπικού, πρόεδρος της οποίας ήταν ο κ. Ντε Βασκονσέλος.
Δυστυχώς γι αυτόν, αλλά και για όλους ήρθε το τηλεγράφημα από την Αθήνα του ανταποκριτή του Γιώργη Ανδρουλιδάκη που ανήγγειλε την επικίνδυνη κατάσταση του αρχηγού.
Η είδηση από στόμα σε στόμα αναστάτωσε το Ρέθυμνο. Διαδοχικά τηλεγραφήματα από Ανδρουλιδάκη, τον βουλευτή Νικόλαο Ασκούτση και άλλους Ρεθεμνιώτες της Αθήνας τόνιζαν τη συνεχή επιδείνωση της υγείας του Εθνάρχη.

Πάνδημη προσευχή
Και σε μια πρωτοφανή κίνηση, χωρίς καμιά καθοδήγηση, χωρίς συντονισμό, άρχισαν να κτυπούν οι καμπάνες του καθεδρικού ναού των Εισοδίων, έκλεισαν εν ριπή οφθαλμού τα καταστήματα και ο κόσμος σύσσωμος κατέκλυσε τη Μητρόπολη για να προσευχηθεί υπέρ του Εθνάρχη. Όπως θα έκανε καθένας για στενό συγγενή που χαροπαλεύει.
Σε λίγο φθάνει, πελιδνός, ο διανομέας Ιωάννης Τσιλεδάκης, παραμερίζει με κόπο τον κόσμο και πλησιάζοντας τον Μάνο Τσάκωνα του δίνει το τηλεγράφημα με το θλιβερό περιεχόμενο.Έχει υπογραφή του Χαράλαμπου Μιν. Μουσούρου που είχε τη τραγική προτεραιότητα να ενημερώσει για το μοιραίο συμβάν.
Η άμεση ανακοίνωση προκάλεσε πανδαιμόνιο θρήνων και κοπετών. Η συγκίνηση των Ρεθεμνιωτών, τα αισθήματα οδύνης που τους κατέκλυσαν ξεπερνούν κάθε φαντασία. Γιατί δεν υπήρξε προηγούμενο.
Ο παπά Γρηγόρης Βοριαδάκης αμέσως τροποποιεί την παράκληση σε τρισάγιο το οποίο ψάλλουν με τον παπά Χρύσανθο Βιτσικουνάκη αλλά με κόπο συγκρατούν τους λυγμούς που τους πνίγουν. Γρήγορα σπεύδουν να τελειώσουν με τις ευχές γιατί δεν έχουν δύναμη πλέον να συνεχίσουν με ψυχραιμία την αποστολή τους. Τελειώνουν με παρηγορητικά λόγια στο εκκλησίασμα που ολοφύρεται.
Μια συγκλονιστική εικόνα από τις εκδηλώσεις οδύνης των Ρεθεμνιωτών στο άκουσμα του θανάτου του Βενιζέλου, μας δίνει ο Κυριάκος Κυριακάκης σε άρθρο που δημοσιεύει στο φύλλο της Κυριακής 20 Μαρτίου 1936, στην πρώτη σελίδα της «Κρητικής Επιθεώρησης».
Περιγράφει συγκλονιστικά την οδύνη ενός υπέργηρου Ρεθεμνιώτη του Σταγκούρη που έκλαιγε με λυγμούς σαν μικρό παιδί. Κι όσο τον έβλεπε θυμόταν καλά όσα του είχε αφηγηθεί, ο αξιοσέβαστος γέροντας κάποτε, σε ανύποπτο χρόνο, από τον καιρό που είχε πολεμήσει με τον Βενιζέλο ο οποίος του έσωσε μάλιστα τη ζωή. Και να πως είχε μεταφέρει ο Σταγκούρης εκείνο το γεγονός στον δημοσιογράφο: «Το τουφεκίδι είχε ανάψει γοργό στο Ακρωτήρι.
Τα κόκκινα φέσια κι οι άσπρες μαντήλες κάτω από το φονικό του λιανοντούφεκου δεν ξεμύτιζαν.
Μια μεγάλη σημαία με γράμματα ελευθερία ή θάνατος κυμάτιζε πάνω από τα κεφάλια των επαναστατών κι έδινε έναν αέρα στην καρδιά τους και τους έκανε θεριά ανήμερα. Μπάλα χριστιανική δεν έσφαλνε. Σαΐτα ερχόταν στο δεξί ματόφρυδο του αγά. Οι χωρατάδες και τα γιούχα δεν ξέλειπαν από το Κρητικό στοιχείο και στις δραματικότερες στιγμές της ζωής του.
Εμψυχωτής μέγας των επαναστατών ο Μπενιζέλος έτρεχε πότε δω πότε κει να δώσει ολονώ κουράγιο.
Θυμούμαι, θαρρώ πως το θωρώ εδαέ, σαν μας άρχισαν οι Ευρωπαίοι με τα κανόνια τους που έσπασε το κοντάρι του μπαϊρακιού και το άρπαξε αυτός κι άλλος ένας και το αναπέτασσε ενώ εμείς εγενήκαμε άλλοι ανθρώποι από ενθουσιασμό.
Εγώ και δυο τρεις χωριανοί μου είχαμε πιάσει μετερίζι έναν τοίχο και μια στιγμή θωρώ το Μπενιζέλο, να μας φωνάζει να φύγωμε από κεια γιατί θα μας σκοτώνανε οι οβίδες. Εγαχτήκαμε να τα’ ακούσουμε κι όταν φύγαμε δεν είχαμε ακόμα αλαγράρει είκοσι μέτρα και δυο τρεις μπόμπες εκάμανε αλεύρι τον τοίχο. Έκαμα τότεσας τον σταυρό μου και παρακάλεσα να τονε βλέπει ο Θεός αυτό τον άνθρωπο κι ορκίστηκα να τονε ακολουθώ αν γενή και Τούρκος και μέχρι σήμερο δεν το μετάνοιωσα».
Μια τέτοια μέρα δεν θα μπορούσε φυσικά να λειτουργήσει κινηματογράφος. Έτσι το «Ιδαίον Άντρον» μένει κλειστό. Για τη ιστορία να αναφέρουμε ότι είχε στο πρόγραμμα το έργο «Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας» με τον Ντούγκλας Φέρμαξ.
Η πρωτοβουλία αυτή χαιρετίζεται και από σχόλιο της «Κρητικής Επιθεώρησης» που μετά τα συγχαρητήρια στους ιδιοκτήτες, αναφέρει πως «…την πράξη αυτή, ας είναι βέβαιοι οι κ. κ. Καπετανάκης και Λάριος, εξετίμησε αρκετά το Ρέθυμνο και δεν θα τη λησμονήσει …».
Το δημοτικό συμβούλιο Ρεθύμνου συνεδριάζοντας εκτάκτως μετά το θλιβερό άγγελμα, αποφάσισε μεταξύ των άλλων:
1) Να αναρτηθεί μεσίστια η σημαία επί μια εβδομάδα.
2) Να αργήσουν τα δημοτικά γραφεία την ημέρα της κηδείας.
3) Να περιβληθούν με μαύρο ύφασμα οι λαμπτήρες της οδού Αρκαδίου για μια εβδομάδα.
4) Να συσταθεί στους συλλόγους όπως μείνουν κλειστά τα καταστήματα την ημέρα της κηδείας.
Στο γενικό πένθος προσαρμόστηκε και το τελετουργικό της υποδοχής του Μητροπολίτη Αθανασίου Αποστολάκη που θα αναλάμβανε τα καθήκοντά του. Κι έτσι η τελετή δεν είχε καθόλου πανηγυρικό χαρακτήρα.
Λίγο πριν το μοιραίο
Σε επόμενο φύλλο ο «Τύπος» ενημερώνει τους αναγνώστες του λεπτό προς λεπτό τι προηγήθηκε του τέλους.
Μια βδομάδα πριν, ο πρώην βουλευτής Ρεθύμνης Βασίλης Σκουλάς, επιστήθιος φίλος του Βενιζέλου, πήρε από το Παρίσι ένα τηλεγράφημα με μια και μόνη λέξη: «Έλα». Στην αρχή δεν κατάλαβε και προσπάθησε να ξεκαθαρίσει αν ήταν θέμα υγείας ή κάποιοι πολιτικοί λόγοι.
Νέο τηλεγράφημα μετρίασε την αγωνία του κάπως «Καλλίτερα. Έλα όμως».
Κατάλαβε ότι ήταν θέμα υγείας και δεν έχασε καιρό. Ανεχώρησε αμέσως, ήταν βράδυ Παρασκευής, με το Σεμπλόν – Οριάν, και έφθασε στο Παρίσι το πρωί της Τρίτης.
Ο Σκουλάς φρόντισε να κρατήσει μυστική την εξέλιξη αυτή που γνώριζαν μόνο ο Σοφούλης και ο Ζάννας.
Όπως είχε ενημερώσει τηλεφωνικά τον Σοφούλη ο λοχαγός Ανδρέας Γύπαρης που ήταν στην προσωπική φρουρά του Βενιζέλου, ο Εθνάρχης είχε αρχίσει να χάνει την επαφή με το περιβάλλον.
Οι γιατροί είχαν φύγει. Δεν υπήρχε λόγος να μείνουν περισσότερο ούτε να αποφασίσουν για νέο συμβούλιο.
Ο Γυπαράκης πρόσθεσε ότι είχε ενημερωθεί και η Γαλλική βουλή που ενδιαφερόταν για την υγεία του Προέδρου και ότι η γρίπη ήταν τελική η αρχή του τέλους και όχι η φλεβίτιδα που τον ταλαιπωρούσε.
Την Κυριακή 22 Μαρτίου εψάλη επιμνημόσυνη δέηση στον μητροπολιτικό ναό με την οργανωτική φροντίδα του δήμου. Το γεγονός συνέπεσε με την άφιξη του νέου Επισκόπου Αθανασίου Αποστολάκη.
Σε επόμενα φύλλα διαβάζουμε ότι ο Μανόλης Καλομοίρης συνθέτης του γνωστού «Βενιζέλε μας πατέρα της πατρίδος» είχε ζητήσει επίμονα από το υπουργείο Στρατιωτικών άδεια τριών ημερών για να κατέβει και να διευθύνει προσωπικά τα εμβατήρια κατά την κηδεία του Εθνάρχη που του ενέπνευσε τόσες εθνικές επιτυχίες.
Το αίτημά του ικανοποιήθηκε και παρουσιάστηκε από τους πρώτους με τη μεγάλη στολή του Ταγματάρχη Επιθεωρητού των Στρατιωτικών Μουσικών του Κράτους.
Στις 28 Απριλίου 1936 το Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου πραγματοποιεί πολιτικό μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η πρόεδρος Ιουλία Πετυχάκη, που από τον θάνατο του συζύγου της είχε αποσυρθεί από την κοινωνική ζωή ήταν παρούσα στην εκδήλωση και μάλιστα χαιρέτισε και κάλεσε τον Εμμανουήλ Χ. Τσιριμονάκη για την κεντρική ομιλία, που εντυπωσίασε το ακροατήριο.
«Ο Βενιζέλος, είπε μεταξύ άλλων, έχει τόση ανάγκη πανηγυρικών όπως δοξασθεί, όσην ο Ήλιος των φώτων ημών όπως λάμψει».
Μια προφητική επιστολή
Στις 20 Μαρτίου 1936 ο Νικόλαος Ανδρουλιδάκης γράφει στην «Κρητική Επιθεώρηση».
«Τώρα που πέθανε ο Μεγάλος Έλλην εις την πιο δύσκολη αλίμονο ελληνική στιγμή μπορώ να δημοσιεύσω ένα γράμμα του της 17ης Δεκεμβρίου 1935, προς εμένα, που τότε ενόμισα πως αν εδημοσιεύετο θα επτοούντο οι φίλοι μας Η τελευταία παράγραφος της επιστολής είναι άξια πολλής προσοχής διότι δι αυτής ο Βενιζέλος προέβλεπε τον θάνατόν του δια μιαν ημέραν που δεν ημπορεί να είναι και μακρινή».
Και ακολουθεί η επιστολή που αναφέρει: «Η κατεύθυνση που έδωκα δεν σημαίνει ουδέ πορρωθέν εγκατάλειψιν των Δημοκρατικών ιδεών Τουναντίον απώτερος σκοπός της είναι να εμπνεύσει και εις τον Βασιλέα τα δημοκρατικά ιδεώδη ως απαραίτητον όρον της στερεώσεώς του εις τον θρόνον.
Το δυστύχημα είναι ότι δια την έλλειψιν παρ’ ημίν χωριστού όρου προς έκφρασιν της REPUBLICUE συγχύζομε την δημοκρατία με την μορφήν της αβασίλευτης τοιαύτης Και πολλοί ακόμη και δημοσιογράφοι και πολιτευόμενοι φαντάζονται ότι οι κάτοικοι του Μεξικού και όλων των άλλων αβασίλευτων δημοκρατιών της Κεντρώας και της Νότιας Αμερικής απολαύουν τα αγαθά της Δημοκρατίας ενώ πραγματικώς τελούν υπό αλλεπαλλήλων διαδεχομένας αλλήλους δικτατορίας και οικτίρουν ίσως την Αγγλίαν η οποία αφού έχει συνταγματικόν βασιλέα, πιστεύουν ότι δεν απολαμβάνει βέβαια τα αγαθά της δημοκρατίας ενώ πράγματι είναι η δημοκρατικωτέρα χώρα του κόσμου
Ως προς την απόφασίν μου να μην επανέλθω πλέον εις την ενεργόν πολιτικήν αύτη είναι αμετάβλητος Ούτε θα καταστώ δια τούτο άχρηστος δια την χώραν διότι διατηρών ακέραιο το κύρος μου θα δύναμαι πάντοτε εις περιστάσεις κρισίμους να εμφανίζομαι οδηγητής της κοινής γνώμης όπως συνέβη και τώρα.
Άλλωστε το κενόν της οριστικής εξόδου μου εκ της πολιτικής ζωής θα δημιουργηθεί φυσιολογικώς μίαν ημέρα η οποία δεν ημπορεί να είναι και μακρινή
Καλλίτερα λοιπόν να δημιουργηθεί ενόσω ζω,δια να αναγκασθεί το έθνος να πληρώσει καθ’ ένα άλλον τρόπον διότι αν δημιουργηθεί απρόοπτος τις περιπέτεια θα είμαι εις θέσιν δίδων την γνώμιν μου να σώσω ίσως μίαν δύσκολον κατάστασιν,πράγμα που δεν θα ημπόρει να γίνει αν περιμένομεν να δημιουργηθεί ένα κενόν μόνον δια του θανάτου μου.
Φιλικότατα ημέτερος, Ε. Κ. Βενιζέλος Παράκλητος της Φυλής».
«Παράκλητο της Φυλής» τον είχε χαρακτηρίσει ο Νικόλαος Ανδρουλιδάκης στον επικήδειό του, που άφησε εποχή. Είχε τονίσει μεταξύ άλλων: «Ο Βενιζέλος στάθηκε ο Παράκλητος της Φυλής. Το 1916 έγινε το παντοδύναμο ρυμουλκό σε μια χώρα που κουρασμένη από τους πολέμους μπορεί και διεφθαρμένη από τους πολιτικούς της στάθηκε στα μισά του δρόμου προς την εθνική της αποκατάσταση.
Όμως ο ήλιος της Ελλάδος έσβησε. Τα σαγηνευτικά σπινθηροβόλα μάτια του έκλεισαν για πάντα. Ο μεγαλόφτερος νους του μάκρυνε από τον άγρυπνο έλεγχο των λύσεων στο σταυροδρόμι των κινδύνων. Η τόσο πείθουσα φωνή του – συντριβάνι σοφίας – δεν θα σημαίνει πια τις κατευθύνσεις που σώζουν. Ο Θεός σώζοι την Ελλάδα. Η Ελλάδα έχασε τον καλύτερο γιο της. Ούκέτι καλύβαν έχει Ου μάντιδα δάφνην. Και όπως θρηνεί ο ποιητής. Ο Μέγας Διγενής ο Ακριτας στα ξέστρωτα στα σκοτινά σφαλίστηκε απ’ το Χάρο πάει της Ρωμιοσύνης η καρδιά».
Ο θάνατος του Παντελή Πρεβελάκη
Πένθιμες καμπάνες χτύπησαν στο Ρέθυμνο και στις 15 Μαρτίου 1986 μόλις ανακοινώθηκε από την Αθήνα ο θάνατος του Παντελή Πρεβελάκη. Είχαν προηγηθεί ώρες αγωνίας καθώς δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Πανικόβλητος ο αδελφός του Λευτέρης έτρεξε στο σπίτι του. Χρειάστηκε να σπάσει την πόρτα καθώς μάταια χτυπούσε. Και με οδύνη είδε τον αδελφό του νεκρό στο κρεβάτι του. Η έκφρασή του δεν έδειχνε σημεία αγωνίας. Φαίνεται πως πέρασε από τον ύπνο στον θάνατο χωρίς να το καταλάβει. Ιδανικός θάνατος για κάθε δίκαιο.

Ο θάνατος του Παντελή Πρεβελάκη προκάλεσε εκτενή αφιερώματα στον ελληνικό τύπο της εποχής, καθώς θεωρήθηκε μια από τις μεγαλύτερες απώλειες για τα ελληνικά γράμματα και τον πολιτισμό.
Ο τύπος τον χαρακτήρισε ως έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του ’30». Πολλά πρωτοσέλιδα αναφέρθηκαν στον Πρεβελάκη ως τον συγγραφέα που έδωσε οικουμενική διάσταση στην κρητική ψυχή και ιστορία, ιδιαίτερα μέσα από το έργο του Ο Κρητικός.
Έγινε εκτενής αναφορά στη βαθιά φιλία και την πνευματική του συγγένεια με τον Νίκο Καζαντζάκη. Οι εφημερίδες τόνισαν ότι ο Πρεβελάκης υπήρξε ο «πιστός φίλος» και βιογράφος του μεγάλου Κρητικού στοχαστή, διασώζοντας πολύτιμα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του.
Τα άρθρα δεν περιορίστηκαν μόνο στην πεζογραφία του, αλλά εξήραν την προσφορά του ως ακαδημαϊκού, ποιητή, δραματουργού και ιστορικού της τέχνης. Τονίστηκε η θητεία του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου δίδαξε για δεκαετίες.
Πολλά αφιερώματα εστίασαν στο ήθος του ανδρός, περιγράφοντάς τον ως «πνευματικό ασκητή» που έμεινε μακριά από τη δημοσιότητα, αφοσιωμένος αποκλειστικά στο έργο του και στην υπηρεσία της ελληνικής γλώσσας.
Τέλος ο θάνατός του αντιμετωπίστηκε ως το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την πνευματική Ελλάδα, με τον τύπο να τον αποχαιρετά ως έναν από τους τελευταίους «μεγάλους» της εθνικής μας γραμματείας.
Ο Γιώργης Αγγελιδάκης έσπευσε αμέσως από τους πρώτους στην Αθήνα για να αποχαιρετήσει τον φίλο του κρατώντας ένα στεφάνι από κλωνάρια ελιάς
Ήξερε καλά πόσο αγαπούσε το δέντρο αυτό ο Παντελής Πρεβελάκης. Δεν είναι τυχαίο ότι και στον «Ήλιο του θανάτου» βάζει τη θεία Ρουσάκη να λέει στον μικρό Γιωργάκη «Όταν πεθάνω να φυτέψεις μια ελιά καταμεσής στο μνήμα μου για να με ρουφάει με τις ρίζες της. Κι από το λάδι που θα σου δίνει κάθε χρόνο να μου ανάβεις ένα κανδηλάκι …».
Κι ο Γιώργης Αγγελιδάκης έκανε με την κίνηση αυτή το καλύτερο που θα ήθελε και ο μεγάλος νεκρός και επιστήθιος φίλος του.









