Σε ποινή φυλάκισης τριών ετών με αναστολή καταδικάστηκε κατηγορούμενη, η οποία κατά τη διάρκεια ενός συγκρουσιακού διαζυγίου, κατήγγειλε ψευδώς τον σύζυγό της ότι κακοποιούσε τα παιδιά τους, προκειμένου να τα απομακρύνει από αυτόν, με αποτέλεσμα μάλιστα να τον καταστήσει κατηγορούμενο για βαριά κακουργήματα.
Μετά τον χωρισμό τους ο πατέρας, όπως κατέθεσε στο Δικαστήριο, αναγκάστηκε να κάνει πολλές δικαστικές ενέργειες για να βλέπει τα παιδιά του αλλά η τέως σύζυγός του παραβίαζε τις αποφάσεις και ήταν τελικά λίγες φορές που είχε καταφέρει να επικοινωνήσει με τα τέκνα του τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του.
Η κατηγορουμένη, όπως κατέθεσε ο μηνυτής και η οικογένειά του στο Δικαστήριο, για να τον αποκόψει πλήρως από τα παιδιά του, τα χειραγωγούσε ώστε να έχουν κακή εικόνα για τον πατέρα τους και να καταθέτουν στους ειδικούς -ψυχολόγους γεγονότα που στην πραγματικότητα δεν είχαν συμβεί. Εν συνεχεία τον μήνυσε για κακοποίηση των παιδιών τους, επικαλούμενη τα λόγια των παιδιών και πέτυχε να περιοριστεί η επικοινωνία των τέκνων με τον πατέρα τους. Η κατηγορία αυτή κατέπεσε και ο πατέρας απαλλάχθηκε με βούλευμα, αλλά, όπως είπε ο ίδιος στο Δικαστήριο, ο στιγματισμός και η απώλεια των παιδιών του τον «διέλυσαν» και συμπλήρωσε ότι «είχε την ηθική υποχρέωση απέναντι στα παιδιά του να αποδείξει την αλήθεια» και γι΄ αυτό υπέβαλλε εναντίον της τέως συζύγου του μήνυση. Μάλιστα η Εισαγγελέας στην αγόρευσή της μίλησε για «δολοφονία χαρακτήρα» που επιχείρησε η κατηγορούμενη κατά του τέως συζύγου της προτείνοντας την ενοχή της. Το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για ψευδή καταμήνυση κατ΄ εξακολούθηση και για ψευδή κατάθεση κατ΄ εξακολούθηση. Αξίζει να σημειωθεί μάλιστα ότι το δικαστήριο απέρριψε τα ελαφρυντικά για την κατηγορούμενη.
Σε επικοινωνία που είχαμε με το δικηγόρου του πατέρα – μηνυτή Μανώλη Πετρακάκη, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την απόφαση του Δικαστηρίου, χωρίς να προχωρήσει σε περαιτέρω δήλωση λόγω της φύσεως της υπόθεσης.












