17 °C Rethymno, GR
05/12/2022

Κραυγές αγωνίας για την πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά

Οι εργασίες του ΙΓ’ Διεθνούς Κρητολογικού συνεδρίου, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών και τον δήμο Αγίου Νικολάου, ολοκληρώθηκαν την Κυριακή 9 Οκτωβρίου μέσα σε κλίμα συγκίνησης αλλά και ικανοποίησης, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, για τις εισηγήσεις και τα συμπεράσματα που προέκυψαν και από τη φετινή διοργάνωση αυτού του πολιτικού σημαντικού θεσμού. Το κλείσιμο όμως επιφύλαξε και μια ακόμη σημαντική συνεισφορά που καλό θα είναι να τη λάβουν σοβαρά υπόψη όσοι ασχολούνται με τα πολιτιστικά και πνευματικά ζητήματα αυτού του τόπου. Μια κίνηση – κραυγή αγωνίας που προς τιμήν των διοργανωτών, χωρίς θορυβώδεις καταγγελίες έθεσε τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων.

Μετά από πρόταση της Οργανωτικής επιτροπής, η Ολομέλεια του συνεδρίου υιοθέτησε τέσσερα (4) ψηφίσματα που αφορούν σε σημαντικά επίδικα που σχετίζονται με τη διαχείριση της πολιτιστικής μας και της ιστορικής μας κληρονομιάς από τα υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας:

Το πρώτο συνδέεται με την αλλαγή του καθεστώτος σε ΝΠΔΔ και την αποκοπή τους από την Αρχαιολογική Υπηρεσία πέντε μεγάλων κρατικών μουσείων, μεταξύ αυτών και του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου. Το δεύτερο με την αλλαγή στην πολιτική του ελληνικού κράτους σχετικά με τη διεκδίκηση αρχαιοτήτων με αφορμή την πρόσφατη συμφωνία του ΥΠΠΟΑ με φορείς και ιδιώτες των ΗΠΑ για συλλογή αντικειμένων του κυκλαδικού πολιτισμού. Το τρίτο αναφέρεται στην εγκατάλειψη μνημείων της υπαίθρου και ειδικά των τοιχογραφημένων ναών της Κρήτης. Τέλος, το τέταρτο εκφράζει τις ανησυχίες των συνέδρων για τις δυσλειτουργίες που παρουσιάζουν τα δημόσια αρχεία της χώρας από τη μηδενική καταβολή λειτουργικών εξόδων.

Για να αποφύγουμε οποιαδήποτε αυθαίρετη ερμηνεία της πρότασης που δεν ανταποκρίνεται στις διαθέσεις των συνέδρων, θα καταθέσουμε κάποιες δικές μας σκέψεις με αφορμή αυτά τα ψηφίσματα:

Αν μπορούσαμε να κάνουμε μια κατηγορική διαίρεση θα διαχωρίζαμε τα δύο πρώτα από τα δύο δεύτερα. Το ζήτημα του μετασχηματισμού των μεγάλων κρατικών μουσείων σε ΝΠΔΔ και των συμφωνιών όπως αυτή για τη «συλλογή Στερν» εντάσσονται σε μια, δυστυχώς, απ’ ότι φαίνεται ιδεοληπτική στάση απέναντι σε κάθε τι που μπορεί να παραμείνει ή να καταστεί δημόσιο με την ακέραια έννοια του όρου. Στο όνομα των διαχρονικών παθογενειών του δημοσίου ή λόγω της απροθυμίας «σπασίματος αυγών» με ιδιωτικές πρακτικές που σχετίζονται με τον χώρο της πολιτιστικής κληρονομιάς, λαμβάνονται αμφιβόλου αποτελεσματικότητας αποφάσεις που διακινδυνεύουν σημαντικά ζητήματα της ελληνικής πολιτιστικής πολιτικής.

Διότι αναρωτιόμαστε τι θα συμβεί αν ένα μουσείο ΝΠΔΔ λόγω μιας εκάστοτε διοίκησης ακολουθήσει μια αυτόνομη πολιτική που δεν συνάδει με τις αξίες που διέπουν τη διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και σχετικά με το δεύτερο ζήτημα, έχουμε σκεφτεί ότι το ελληνικό κράτος μπορεί να κατηγορηθεί για «άφεση αμαρτιών» σε αρχαιοκάπηλους, ενώ ταυτόχρονα χάνει και το δικαίωμα διεκδίκησης του οριστικού επαναπατρισμού των αντικειμένων και εκθεμάτων.

Στα ζητήματα που τίθενται από το τρίτο και τέταρτο ψήφισμα ανακύπτουν ερωτήματα σχετικά με τις προτεραιότητες που θέτουν τα αρμόδια υπουργεία. Η έλλειψη χρηματοδότησης και στις δύο περιπτώσεις, με την κατάσταση στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) να αποτελεί «σκάνδαλο» αδιαφορίας, μας αναγκάζουν αν εικάσουμε ότι ό,τι δεν «πουλάει» δεν απολαμβάνει παρεμβάσεων. Και για να είμαστε δίκαιοι και σαφείς, η εγκατάλειψη, ειδικά των ΓΑΚ, δεν αφορά μόνο στις πολιτικές της παρούσας κυβέρνησης, αλλά και των προηγούμενων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κατιούσα πορεία που διανύει και το παράρτημα των ΓΑΚ στο Ρέθυμνο. Γι’ αυτό και συμφωνούμε απόλυτα με το ψήφισμα τρία που μιλάει για ποιοτικά και όχι ποσοτικά κριτήρια.

Αυτή, λοιπόν, η κατάσταση, ειδικά την τρέχουσα περίοδο, καταδεικνύει μια εκλεκτική αντιμετώπιση των πολιτιστικών και πνευματικών μας ζητημάτων με όρους αγοράς, στάση που τελικά και κατά τη γνώμη μας αποτελεί τον κοινό παρονομαστή και των τεσσάρων ψηφισμάτων και που εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για το άμεσο και απώτερο μέλλον…

*Ο Δημήτρης Στεμπίλης είναι δημοσιογράφος – ιστορικός