Οι τερατολογίες του ξεπερνούσαν κάθε φαντασία
Από το παλιό Ρέθυμνο κανένας δεν έγινε τόσο συχνά σημείο αναφοράς της τερατολογίας όσο ένας συμπαθέστατος Μυνχάουζεν από την Πηγή.
Το χρώμα των μαλλιών του έδωσαν το παρανόμι Κόκκινος αλλά όπως και ο ίδιος το απαιτούσε ήταν ο «Καπτά – Μανώλης Χαμαράκις» με το όνομα.
Μέχρι και ο βάρδος του Ρεθύμνου Γιώργης Καλομενόπουλος τον αναφέρει με την ασύγκριτης γλαφυρότητας ποιητική του πέννα.
Λίγο κουτσός, κοκκινωπός,
μουστακαλής κι αρρενωπός,
με πετεινού παράστημα
Γλυκού νερού ψευτονταής
στο Ρέθεμνος «καπανταής»
λίγο κοντός στ’ ανάστημα.
Χρόνια και χρόνια καφετζής
ή στου Ζαμπράκο μπουφετζής
«Καφέ Αμάν», «Περβόλα».
Να λέει τσούκους φοβερούς
να κάνει όρκους τρομερούς
πως είν’ αλήθεια όλα
Η έρευνά μας έδειξε πως οι περισσότεροι Ρεθεμνιώτες λόγιοι που δημοσιογραφούσαν στον καιρό τους τον αναφέρουν.
Πληρέστερη αναφορά κάνει ο Μιχαήλ Μύρ. Παπαδάκης (Πολιτιστικό Ρέθυμνο) τονίζοντας μεταξύ άλλων:
«Παιδί οκτώ χρόνων ήτο στο Ολοκαύτωμα του Μοναστηριού (Αρκαδίου). Μα έλεγε πως αν ήτονε μεγαλύτερος, γνώριζε τρόπο να… σφάξη το Μουσταφά Πασσά. Να ελευθερώση τον τόπο!
Με πράξι ηρωική άρχισεν ο Κόκκινος τη νεανική του σταδιοδρομία. Μια μέρα βρισκότανε σε πατρικό χωράφι στην τοποθεσία Νήσπιτα για δουλειές. Εκεί ένας θηριώδης Τούρκος, Γκαρδιακό τον έλεγαν, του έκαμεν επίθεσι για ανήθικο σκοπό. Ο Κόκκινος τον έβαλε κάτω. Και με το ίδιο το μαχαίρι του Τούρκου, του τρύπησε την κοιλιά! Αφού πρώτα,ζωντανού, του έκοψε «τ’ αχαμνά» του και τα πέταξε σε σκύλο που περνούσε! Με το μαχαίρι ψηλά, αιματωμένο, έμπαινε στην Πηγή ο Κόκκινος. Και «διαλάλειε» το κατόρθωμάτου. Φθονεροί και κακοί άνθρωποι υπήρχαν και τότε στον κόσμο. Και στα χωριά. Αυτοί, δήθεν «εξεγυβεντίσανε» τον Κόκκινο και είπαν πως δεν ήτονε Τούρκος που μαχαίρωσε αλλά ένας… γάιδαρος ψοφισμένος. Και πρόσθεσαν οι αφιλότιμοι πως η «μαχαιρέ» φαίνεται καθαρά στην κοιλιά του ζώου!
Με τον καιρό, ο Κόκκινος ήθελε να μεταφέρη κι αλλού τη δραστηριότητά του.
Ανιαρό και ανίκανο να τον νοιώση, καταλάβαινεν όσο μεγάλωνε, το χωριό του. Και προτίμησε τη «Χώρα».



Γιατί τον προτιμούσε η νεολαία
Πάνω από το σημερινό Τελωνείο που υπήρχε ένας λόφος έκανε το καφενείο του. Και τον προτιμούσε η νεολαία για να απολαμβάνει τις τερατολογίες του όπως μας περιγράφει ο Θεμιστοκλής Βαλαρής στο βιβλίο του «Μια πόλη αναμνήσεις».
Πρωινές ώρες το καφενείο του Κήπου (δεν αναφερόμαστε στον Δημοτικό που δεν υπήρχε τότε αλλά στην περιοχή πάνω από το Τελωνείο) δεν είχε πελατεία από μεγάλους. Και πήγαιναν νεαροί Ρεθεμνιώτες χασομέρηδες πλουσιόπαιδα που δεν ασχολούνταν με δουλειές να περάσουν την ώρα των μακρυά από τον πατρικό έλεγχο που τότε ήταν αυστηρός. Στον Κήπο κάπνιζαν κανένα τσιγαράκι, έπαιζαν μπιλιάρδο, πείραζαν τον Κόκκινο και τον προκαλούσαν να λέη τις ιδιοτροπίες και τις φαντασιώσεις του.
Των έλεγεν αίφνης πως πρωί – πρωί την Κυριακή που έβγαινε στο κυνήγι ή το ψάρεμα, άμα συναντούσε κανένα τόχε «κακό ποδαρικό» και γύριζε πίσω. Κι αυτοί οι αφιλότιμοι πήγαιναν κι έπιαναν όλες τις εξόδους του Κήπου και του φώναζαν:
– Καλημέρα Καπτά – Μανώλη. Ε! που πας;
Ο Καπτά Μανώλης γύριζε στη βάσι του και φώναζε:
– Αμέτε στο διάολο!
Δεν ήταν όμως πάντα εριστικός όπως αναφέρει στη συνέχεια ο Θεμιστοκλής Βαλαρής: «…Σε μια, λοιπόν, από τις συχνές επισκέψεις μας στο καφενείο του, τον βρήκαμεν με ερεθισμένο τον εγωισμό του από προηγηθείσα παρέα. Του λέμεν λοιπόν…
«Ήντα ‘χεις, Μανωλάκη, και είσαι τσατισμένος;»
«Δε με παραιτάτε κι εσείς απού μου κάνετε τσοι έξυπνους…», η απάντηση.
«Στάσου δα, Μανωλάκη, μη σε παίρνει η φόρα. Εξηγήσου μας ήντα σου
συμβαίνει».
«Να, μωρέ. Εσείς θαρρείτε πως τα κατέχετε ούλα, μα κακομοίρηδες γελιέστε, γιατί εγώ κατέω και είδα και με τα μάθια μου πράμματα που εσείς μουδέ στο όνειρό σας μπορείτε να δήτε!»
«Στάσου δα, Μανωλάκη. Γιάντα τα ‘χης μετά μας που δε σου φταίμεν. Καλλιά δεν είναι να μας πης να μάθωμεν κι εμείς κάτι τις από τον κόσμο που ‘χεις δη;…».
Μαλακώνει ο Μανωλάκης.
«Και ήντα να σάσε πω, απού δε κατέτε και πράμα από κόσμο. Κατέτε, μωρέ, τον Πύργο του Αλφιέ! (Άιφελ), που είναι στην Γαλλία;»
«Ποιος είναι πάλι τούτοσας ο Πύργος του Αλφιέ: Πρώτη φορά τον ακούμεν».
Με περιφρονητικό ύφος μας λέει…
«Και ήντα σάσε φταίω εγώ που δεν κατέχετε τον κόσμο. Αυτός, μωρέ, ο Πύργος είναι στα Παρίσια κι ούλος είναι κτισμένος με ασημένια τάλαρα!»
«Για το Θεό, Μανωλάκη. Και ήντα λοής στέκει όρθιος…»
«Κολλημένα, μωρέ, είναι τα τάλαρα!»
Με θαυμασμό του λέμε…
«Για το Θεό! Πρωτάκουστα πράματα μας λες…»
«Ετσά, μωρέ, να τόνε δήτε, εκατόν πενήντα μέτρα ύψος απού ‘ναι, να λάμπη και να μείνη ο νούς σας. Μόνο επαέ να ‘ρχεστε να με βρίσκετε, να ξεστραβωθήτε, να μην κουτουλάτε σαν τζ’ άλλους Ρεθεμνιώτες!»
Άλλη πάλι φορά πήγαμεν παρέα μεγάλη, μήπως και τα καταφέρομεν και μας πη ο Κόκκινος κάτι να γελάσωμεν, γιατί αυτό δεν ήτο τόσο εύκολο πράμα. Πολλές φορές πηγαίναμεν και δεν άνοιγε το στόμα του, οπότε φεύγαμεν άπρακτοι.
Καθίζομεν, λοιπόν, και του παραγγέλνομεν καφέδες. Ένας όμως από μας, που το ύφος του εκαπετανόφερνεν, του παραγγέλνει ξεχωριστά…
«Κάμε μου ένα πολλά βαρύ καφέ, Μανωλάκη».
Ο φίλος μας αυτός είχε ύφος πάντοτε καπετανίστικο επειδή, κάθε που γιορτάζαμε μια μεγάλη νίκη μας στον πόλεμο του 1912, εξέθετε στην βιτρίνα του καταστήματος του θείου του, που παρανόμαζαν «Ζούμπερο» και που ήταν στην οδό Τσάρου τότε, την αρματωσιά του πατέρα του, ένα γκρά, μια διμούτσουνη μπιστόλα και απλωμένα στον πάτο της βιτρίνας κάμποσα φυσέκια, άπαιχτα, του γκρα.
Σε λίγο φτάνει ο Μανωλάκης με τους καφέδες και μας τους σερβίρει, αλλά ξεχωρίζει τον καφέ του φίλου μας, λέγοντάς του… «Αυτός είναι ο βαρύς ο δικός σου…» και φεύγει.
Πάει, λοιπόν, ο φίλος μας να τραβήξη την πρώτη ρουφιά και φωνάζει έκπληκτος, αφήνοντας το φλυτζάνι στο τραπέζι.
«Μανωλάκη, έλα παέ. Ήντα ‘ναι τούτονά που μου ‘φερες. Καφές είναι ή κάτι άλλο;…»
Έρχεται κούτσα κούτσα ο Μανωλάκης και του λέει…
«Ήντα παράξενο θωρείς. Βαρύ δεν μου τόνε παράγγειλες; Βαρύ σου τον έκαμα!»
Γεμάτοι περιέργεια εμείς, πιάνομεν το φλυτζάνι του καφέ, που όντως ήταν βαρύ, και το γυρίζομεν σιγά σιγά κι εχύθηκεν λίγος καφές, αλλά έπεσε και κάτι βαρύ χάμω. Το πιάνομεν και βλέπομεν πως ήταν το μολύβι από άπαιχτη μπάλα φυσεκιού του γκρα.
Ο Μανωλάκης στέκει, μας κοιτάζει όλους και λέει…
«Ήντα παράξενο θωρείτε. Βαρύς άντρας είναι, βαρύ του τον έκαμα!» και φεύγει κουτσαίνοντας».


Συμμετοχή στις επαναστάσεις
Για τη συμμετοχή του στις επαναστάσεις μας πληροφορεί ο Μιχαήλ Μυρ Παπαδάκις.
«Στις Κρητικές επαναστάσεις 1895-1898, δεν φάνηκεν ο Κόκκινος πουθενά. Λίγο μετά τον πρίγκιπα, στο τέλος του 1898, παρουσιάστηκε στο Ρέθεμνος ξαφνικά.
Οι Ρεθεμνιώτες τόνε ρωτούσανε:
– Πούσουνε Καπτά – Μανώλη στην επανάστασι; Δε σ’ είδαμενε!
Αυτός απηλογάτονε:
– Στο Κάστρο, μωρέ μπουνταλάδες, ευρέθηκα. Εγίνηκεν ένας πόλεμος στον Άγιο Μύρος κι ήμουν εκειά. Εμπήκα ομπρός απου τσ’ άλλους κι ανακατώθηκα με τσοι Τούρκους. Κι εμαχαίρωνά τσοι. Έπαιξέ μου κανείς τονε, η μπάλα μ’ ηύρενε στο μερό κι’ έπεσα ανάμεσά ντωνε. Απής ετέλειωσεν η μάχη οι Τουρκοι εμαζώνανε τσοί δικούς των σκοτωμένους και τσοί βαρυσμένους. Εσίμωσέ μου κι εμένα εκειά που κοίτουμουνε ένας Τούρκος γιατρός. Εθάρρεψενε πως είμαι Τούρκος. Έδεσέ μου την πληγή κι απόης είπενε:
– Τούτο σες είναι πολλά βαρέ βαρυσμένος. Να τονε πέψωμεν με τσ’ άλλους «βαρές» στην Αλεξάντρα στο Νοσοκομείο. Έτσα γίνηκε-ν- κιόλας! Ογλήγορα καλλιτέρεψα. Και λέω τ’ απατού μου.
– Δε σηκώνεσαι μωρέ κακομοίρη να χαθής από επά μη σε γνωρίσουν οι Τούρκοι και σε σφάξουνε; Και το πρωί εγίνηκα λαγός. Τέσσερις χρόνους εγύριζα στην Αλεξάντρα, έκανα δουλειές και κέρδιζα παράδες. Δεν ημπόρουνε να γιαΰρω στην Κρήτη. Εκόβγουμουνε νάρθω στον πόλεμο. Μα… αδύνατο. Μόνο εδά. Απόμεινέ μου όμως σημάδι τση μπάλλας.
Και κουτσαίνω απού το βαρυσμένο πόδα!
Πάλι όμως η κακογλωσσιά έδιδε κι έπερνε. Μα δεν την πίστευε κανείς. Έλεγε δηλαδή πως ο Κόκκινος δεν τραυματίστηκε στον πόλεμο. Αλλά έβγαλε βουϊδόπαχο στον πόδα κι εκούτσενεν από μικρός».

Η μυστική τρύπα
Από τους τακτικούς θαμώνες του Κόκκινου και ο Λυκούργος Καφφάτος ο ιδρυτής και επί πολλά χρόνια ευφυής διευθυντής της τοπικής εφημερίδος «ΒΗΜΑ».
Ένα απόγευμα πήγε και βρήκε τον Κόκκινο μοναχό, χωρίς κανένα πελάτη. Σε ερέθισμα του Λυκούργου και εκδήλωση θαυμασμού προς τον Κόκκινο, αυτός ενθουσιάστηκε και του διηγήθη την επόμενη μυθιστορία.
«- Επαέ, απού λες, Λυκούργο, στον Κήπο είναι μια μυστική τρύπα. Δεν τηνε κατέχει κιανείς. Εγώ την ηύρα οντενέσκαφτα να φυτέψω ένα δεντρό. Την είδα βαθέ και σκοτεινή και τη σκέπασα για μια. Μα δεν εφύτεψα το δεντρό εκειά. Πέρα – πέρα τόβαλα.
Μιάν αργαδυνή απής άδειασε-ν- το μαγαζί μούρθενε στο νου να μπω την τρύπα να ιδώ ίντάναι. Εκακόβαλα πως είναι πράμμα δαιμόνοι μέσα, εκρέμασα στο λαιμό του το χαϊμαλί μου απού με γλύττωσεν απού τσοί πολέμους ένα Τίμιο Σταυρό απού έφερα απού τ’ Αγιονόρος, εγέμισα και τον τσιφτέ μου και τον εβάστουνε γεμάτο, άψα το καγκελωτό φενέρι απούχω κι εμπήκα στην τρύπα. Στην αρχή εσάλευγα καβρουλιστός. Ύστερα ορθός μα μ’ απαντήξανε νερά. Έβγαλα τα στιβάνια μου, αναμπούκωσα τη βράκα μου κι επέρασά τα. Ύστερα έτυχενε ένας ταύκος. Επήρα φόρα, επήδηξα και βρέθηκα στη πέρα πάντα του.
Πολλές τρύπες ήσανε ετσά που σάλευγα. Και δεν εκάτεχα ποια ν’ ακλουθήξω. Έπερνα μια και δεν έβγαινενε ποθές, εγιάερνα οπίσω. Κι ηύριχνα άλλη. Κι εγανάχτησα να βρω τη σωστή απού όσονε πήγαινενε εστένευγενε και την επέρνουνε με την κοιλιά. Με το πολυώρι έφταξα σε μια μεγάλη τρύπα. Εξάνοιξα απού τον πόρο της κι ήτον ομπρός μου ένα μεγάλο χάος. Θωρώ μέσα ντου πράμματα κι εγλακούσανε, εφωνιάζανε κι εχτυπιούσανε ο γεις το άλλο. Λέω με το νου μου.
– Μικρά, δαιμονοσπέρματα θάναι!
Ένα μ’ είδενε. Και λέει του πρώτου-ν τωνε.
– Ιδέ εκέ έναν κερατά. Να τονεπνίξωμενε!
Ο πρώτος του απαντά:
– Εστραβώθηκες μωρέ και δε θωρείς πως βαστεί κεινονά απού μας σε ξεκουμπίζει;
Το Σταυρό;
Δεν επρόλαβε να τ’ αποπή και ούλα τα δαινομικά γινήκανε άσπρος καπνός. Και χαθήκαν από μπρός μου.
Εμπήκα στο χάος κι εσάλευγα στον πάτο του να βρω καμμιάν τρύπα. Ψηλά είδα μια μικρή. Εσώριασα πέτρες, επάτησα απάνω και την έφταξα. Εσάλεψα κάμποσες ώρες ορθός.
Ύστερα μ’ απαντήξανε πολλά νερά. Εγδύθηκα έκαμα κόμπο τα ρούχα μου, τάδεσα στη ράχη μου κι όσον επροχώρουνα διάκρινα… ημέρα! Έκαμα το σταυρό μου και σε λιγάκι βρέθηκα σ’ ένα πηγάδι. Άκουσα εμιλιές από πάνω και κατάλαβα πως ήσανε χανούμισσες κι επέρνανε νερό. Απής εφύγανε, είχε-ν- το πηγάδι πέτρες έπιανα τη μια και άφηνα την άλλη και με τα πόδια μου επάτουνε τσ’ αποκάτω πέτρες κι εβγήκα στον ήλιο. Επαραμέρισα ς’ ένα γύρο κι εντύθηκα. Ξανοίγω καλά τον τόπο κι ήμουνε στη Φορτέζα! Εξεκίνησα νάρθω επαέ. Οι γι’ ανθρώποι απού απαντήχνανε με ρωτούσανε:
– Από πούρχεσαι Κατεπά – Μανώλη κι’ είσαι αρματωμένος κι ολόγρος;
Ήλεγα καλημέρα κι έφευγα. Άλλο μπράμμα.
Ρωτά ο Λυκούργος:
– Από παέ στη Φορτέτζα δεν είναι 100 μέτρα και συ πορπάθειες ούλη νύχτα ως τε να φτάξης;
– Ναι ετσάναι απού την τρύπα.
– Και δε μου τη δείχνεις κι’ εμένα Καπτά – Μανώλη να την κατέχω;
– Φχιούούού – απαντά ο Καπτά – Μανώλης. Σα σε πιάνει και σένα βρέ τηνε».

Και τι δεν κατέβαζε το κεφάλι του
Ο Κόκκινος δεν έκανε εξαίρεση ούτε και στους μεγάλους αγωνιστές. Και λέει μια φορά στον καπετάν Γαλλιανό από τους σημαντικότερους στις Κρητικές Επαναστάσεις πως είχε πιάσει μια ζουρίδα ζωντανή και την είχε εκπαιδεύσει να βάνει …μασούργια..!!!
Και τι δεν κατέβαζε το κεφάλι του ευφάνταστου Μανόλη. Για γυμνασμένους ψύλλους, για ομιλούντες σκύλους, μέχρι και για ένα κροκόδειλο τους μίλησε που είχε δει στην Αίγυπτο και θα ήταν ίσαμε… δέκα μέτρα. Μια άλλη φορά είδε στο βάθος του ορίζοντα, πέρα από τη θάλασσα, ένα βοσκό να περπατά στα κύματα. Σε λίγο όμως συνειδητοποίησε έντρομος πως ήταν το κεφάλι ενός τεράστιου ψαριού, που χρειάστηκε μια μέρα να περάσει το σώμα του και κατά το βράδυ πέρασε και η… ουρά του.
Με πρωταγωνιστή τον ίδιο ήταν και η τερατολογία που ξεφούρνισε στον Νικόλαο Λυράκη τον αξέχαστο μαιευτήρα. Είπω πως μια μέρα του όρμησε ένα ψάρι όσο το …Ρεθεμνιώτικο Καμπαναριό. Πριν προλάβει ο Κόκκινος να αντιδράσει το ψάρι τον ρούφηξε με μιας κι εκείνος βρέθηκε στην κοιλιά του κήτους ως άλλος Ιωνάς. Εκεί που βρέθηκε τον έκοψε κρύος ιδρώτας, γιατί όπου άγγιζε έπιανε νεκροκεφαλές ανθρώπων που είχε καταπιεί προηγουμένως το τεράστιο ψάρι.
Για να δώσει κουράγιο στον εαυτό του άρχισε να παραμιλεί «Όχι βρωμόψαρο εμένα δεν θα προλάβεις να με χωνέψεις». Κι όπως το έλεγε θυμήθηκε το μαχαίρι που είχε κρυμμένο πάντα σε μια …δίπλα της κοιλιάς του (μάλλον πως ήταν και υπέρβαρος, ποιος ξέρει). Με το μαχαίρι του λοιπόν κατάφερε λίγο λίγο ν’ ανοίξει τρύπα και να γλιστρήσει στο νερό. Στο μεταξύ το ψάρι είχε ψοφήσει οπότε ανέβηκε στη ράχη του κι από εκεί προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν. Φθάνει στο νησάκι, κοιτάζει καλά μα δεν βλέπει κανένα. Ένα ράσο μόνο ξεχασμένο από βοσκούς που κατέβαζαν εκεί ζώα το χειμώνα. Παίρνει το ράσο και το απλώνει να ξαπλώσει. Μια και δεν μπορούσε να φάει ας έπαιρνε κανέναν υπνάκο. Για την ατυχία του όμως το ράσο ήταν γεμάτο ψείρες που όρμησαν πάνω του και λίγο έλειψε να τον …πνίξουν. Σηκώνεται αμέσως και πέφτει στη θάλασσα. Αμέσως ανακουφίστηκε. Μπορεί τώρα καμιά ψείρα να είχε σωθεί στην κεφαλή του αλλά τουλάχιστον είχε σωθεί από το μεγάλο κακό. Κολυμπάει με δύναμη και φθάνει στο Μεγάλο Κάστρο. Εκεί στην παραλία που κατέληξε έπαιζαν μερικά παιδιά που μόλις τον είδαν εξαφανίστηκαν τρομαριασμένα. Σηκώνεται αυτός, σκεπάζει τα «σκιαντά» του με ένα ρουχαλάκι που άφησαν τα παιδιά στο φεύγα τους και οδεύει προς το σπίτι του φίλου του Σερβέτ -Εφέντη. Ώστε να τονέ δει εκείνος τον αγκαλιάζει και του λέει ανήσυχος:
– Για το Θεό καπετά Μανόλη ήντα ναι τουτονε το πράμα. Πώς απόδωκες ετσά;
Αρχίζει ο Κόκκινος να του αφηγείται την περιπέτειά του κι όταν τέλειωσε φωνάζει ο Τούρκος έναν υπηρέτη του και του δίνει λεφτά για να πάει να ψωνίσει για τον φίλο του ρούχα και ποδήματα. Μετά του λέει να μείνει στο κονάκι του όσο θέλει και να νοιώθει σαν στο σπίτι του. Εκτός από φαγητό και ποτό του πρότεινε να κάνει χρήση και στο …χαρέμι του αν το τραβούσε η όρεξή του.
Εκείνος ευχαρίστησε αλλά δεν έκανε καλό. Φόρεσε τα ρούχα και τα στιβάνια και κίνησε με τα πόδια για το Ρέθυμνο όπου έφτασε πρωί πρωί.
Το αδύναμο σημείο του Κόκκινου ήταν να καθυστερεί ο πελάτης να δώσει παραγγελία. Λεπτομέρεια που την ήξεραν οι παρέες των φαρσέρ πελατών του και την αξιοποιούσαν δεόντως μέχρι να τον νιώσουν ότι βράζει από κρυμμένο θυμό. Κι όταν έδιναν πια την πολυπόθητη παραγγελία, εκείνος φρόντιζε να τους σερβίρει μια ιστορία ανάλογη με την περίπτωση. Αν τώρα ο υπερβάλλων ζήλος τον έφερνε πέρα από τα εσκαμμένα κι η παρέα τον «έκραζε», εκείνος φρόντιζε να αποκαταστήσει το γόητρό του στη γλώσσα του λιμανιού.
Αυτός ήταν ο Κόκκινος που και τα στερνά του μας περιγράφει τόσο χαρισματικά ο Καλομενόπουλος:
Ήρθαν γεράματα βαθιά
σβησμένη ολότελα η ματιά
πάψαν τα παραμύθια
«Ψεύτης ο κόσμος βρε παιδιά»
Έλεγε με βαριά καρδιά
Η μόνη που ‘πε… αλήθεια!








