Έβαζαν το καθήκον πάνω και από τη ζωή τους
Από τις εμβληματικές μορφές του περασμένου αιώνα στο Ρέθυμνο και ο Μάρκος Αβάτζος. Θα τον συναντήσουμε σε κάθε μεγάλη στιγμή της τοπικής ιστορίας.
Για τον ήρωα έχει κάνει μια εξαιρετική παρουσίαση ο καθηγητής κ. Στάθης Γαγάνης, από την οποία αντλούμε στοιχεία, αλλά υπάρχουν κι άλλες πηγές που αναφέρονται σε μεμονωμένα περιστατικά, στα οποία προσμετράται το μεγαλείο του Μάρκου Αβάτζου.
Γεννήθηκε στο Ατσιπόπουλο το 1876. Από το 1895 και μέχρι το 1941, δεν απουσίασε από κανένα κάλεσμα της πατρίδας. Ακόμα και στη Μάχη της Κρήτης έλαβε μέρος κι ας ήταν ήδη 65 χρόνων και αρκετά ταλαιπωρημένος. Επί Κρητικής Πολιτείας κατετάγη στη Χωροφυλακή.
Στα γεγονότα του Θερίσου (1905), έχουμε το πρώτο δείγμα της ηφαιστειακής ιδιοσυγκρασίας του ήρωα αυτού. Αν και επικεφαλής του σταθμού Χωροφυλακής του Ασκύφου, ενός σώματος που είχε ορκιστεί πίστη στον Γεώργιο δεν δίστασε να… κλειδώσει τον σταθμό και μαζί με τους Χωροφύλακές του να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των επαναστατών. Συμμετείχε σε όλα τα πολεμικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο δυτικό Ρέθυμνο κατά τη διάρκεια του κινήματος. Γι’ αυτό τον λόγο τιμωρήθηκε για λιποταξία και συνομωσία με 20 χρόνια ειρκτή. Αργότερα δόθηκε χάρη.
Κατά τη διάρκεια των βαλκανικών αγώνων, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος, προβλέποντας τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην αστυνόμευση της Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωσή της, διέταξε από τις 24 Οκτωβρίου (πριν ακόμη απελευθερωθεί η Θεσσαλονίκη) τη μεταφορά της Κρητικής Χωροφυλακής εκεί. Σταδιακά όλη η δύναμη της Κρητικής Χωροφυλακής μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε το τιτάνιο έργο της αστυνόμευσης. Εκεί ήταν και ο Αβάτζος που δοξάστηκε (όπως μας πληροφορεί η ζωντανή παράδοση) στις επιχειρήσεις εκκαθάρισης της Θεσσαλονίκης από τους Βουλγάρους κατά τη διάρκεια του 2ου Βαλκανικού πολέμου.
Ο καπετάν Μάρκος εκφωνούσε και επικήδειους. Από τους ιστορικούς ο παρακάτω που εκφώνησε στον νεκρό του οπλαρχηγού Στυλιανού Γαλερού από το Καλονύχτι.
Από τα πιο εντυπωσιακά σημεία στην εργασία του κ. Στάθη Γαγάνη είναι το μεγάλο κατόρθωμα του Αβάτζου στην Αγία Σοφία στη Θεσσαλονίκη.
Πηγή του η εφημερίδα «Εμπρός» που αναφέρει: «…Οι Βούλγαροι, μόλις έβλεπον τας πρώτας απωλείας των ύψωνον λευκάς σημαίας και παρεδίδοντο. Εις την Αγίαν Σοφίαν ημύνοντο τριάκοντα βούλγαροι, προσεβλήθησαν δε μόνον υπό 15 Κρητών Χωροφυλάκων και πέντε ευζώνων. Το μεσονύκτιον μέρος της φρουράς παρεδώθη. Ελληνική δύναμις κατέλαβε τον περίβολον και ήρξατο πυροβολούσα κατά των παραθύρων. Καταφθάνει τότε μικρά ενίσχυσις χωροφυλάκων των μετόπισθεν. Οι Βούλγαροι προετοιμάσαντες ρήγμα επιχείρησαν έφοδον αιφνιδίαν. Οι Κρήτες και οι εύζωνοι αντεπεξήλθον δια των λογχών καταλαβόντες τον ναόν του Ιουστινιανού οριστικώς περί την δευτέραν μεταμεσονύκτιον ώραν…».
Η εφημερίδα «Μακεδονία» (19/6/1913) για το ίδιο θέμα, αναφέρει: «…Εντός του ναού της Αγίας Σοφίας ήταν οχυρωμένοι 26 Βούλγαροι στρατιώται οι οποίοι ημύνοντο υπό τας οπάς του υψηλού μιναρέ του ναού τούτου και των παραθύρων, αλλ’ ότε κατώρθωσαν εκ του ανατολικού μέρους του ναού να εισέλθουν εντός του περιβόλου Κρήτες Χωροφύλακες, οι Βούλγαροι εκλείσθησαν εντός του ναού οπότε κατά την 10ην περίπου φονευθέντων υπό των ημετέρων εκ των παραθύρων τινών εξ αυτών ήρχισαν να παραδίδωνται…».
Τα ίδια περίπου αναφέρει και η εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ». Αλλά ούτε η ιστορία του Ελληνικού έθνους της εκδοτικής Αθηνών, ούτε η ιστορία των βαλκανικών αγώνων της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού αναφέρουν το όνομα Αβάτζος. Κι ας ήταν ο πρωταγωνιστής.
Μας έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ο ήρωας Γιώργος Ι. Λιονής πήγε στον Αβάτζο να πάρει ευχή όταν έφευγε για το μέτωπο το 1940. Κι εκείνος λέει του έδωσε ένα φυλαχτό που τον προστάτευσε αρκετές φορές όταν έβλεπε το χάρο με τα μάτια του.
Ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος απομονώθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Κανένας δεν έμαθε ποτέ το γιατί. Σημασία έχει πως ο Μάρκος Αβάτζος τίμησε το Ατσιπόπουλο που γεννήθηκε και την ιστορία του. Έγινε ένας ακόμα από αυτούς τους πολυσήμαντους που αποτελούν καύχημα για τον τόπο. Κι έτσι τον τιμάμε οι μεταγενέστεροι.

Νικόλαος Κ. Μυστράκης: Ο γιατρός της προσφοράς (1873-1956)
Ο Νικόλαος Μυστράκης γεννήθηκε στις 12 Μαΐου του 1873, στο Ατσιπόπουλο, και ήταν παιδί πολυμελούς οικογένειας. Γονείς του ο Κώστας Μυστράκης και η Μαρία Παπαλεξάκη. Ήταν η εποχή που χάλκευε το αγωνιστικό πνεύμα των νέων ανθρώπων. Συνετέλεσε και το ιστορικό παρελθόν της οικογένειας κι έτσι διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας του μικρού, με όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν κάθε Κρητικό, με πλήρη επίγνωση της σημαντικής καταγωγής του.
Μετά το δημοτικό σχολείο, που τέλειωσε στο χωριό του, γράφτηκε στο τότε ελληνικό Γυμνάσιο Ρεθύμνου. Αν και η εκπαίδευση δεν ήταν στα σημερινά πρότυπα χρονικής διάρκειας, εν τούτοις τα παιδιά, έχοντας δασκάλους, κορυφαίες μορφές της εκπαίδευσης, μάθαιναν καλά γράμματα. Και μπορούσαν άνετα να μεταλαμπαδεύσουν το φως της γνώσης.

Στην έδρα του δασκάλου
Έτσι ο Νικόλαος με το απολυτήριο του Γυμνασίου, μόρφωση εξαιρετική για τα δεδομένα της εποχής, διορίστηκε δάσκαλος στα Ρούστικα, αρχικά και στη συνέχεια στις Μουρνιές Χανίων. Πόθος του Μυστράκη, όμως, ήταν να σπουδάσει ιατρική. Κι ο πατέρας του, που διέθετε και τη σχετική οικονομική άνεση, δεν είχε καμιά αντίρρηση.
Στα 19 του χρόνια λοιπόν ο νεαρός Μυστράκης, αφήνει πίσω του την έδρα του δασκάλου, ανεβαίνει στην Αθήνα και γράφεται στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αν και οι πειρασμοί για έναν επαρχιώτη φοιτητή ήταν πολλοί, ο Νικόλαος, θωρακισμένος με τις οικογενειακές παραδόσεις, ήξερε να βάζει προτεραιότητες στη ζωή του. Με άνεση, λοιπόν, τέλειωσε, αριστούχος, τις σπουδές του στη Γενική Ιατρική και εξειδικεύτηκε στη Μαιευτική. Σύμφωνα με αναφορά του κ. Αετουδάκη, στο βιβλίο του «Σκόρπιες μνήμες», ο Νικόλαος Μυστράκης μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, πραγματικό κατόρθωμα για την εποχή του.
Εκείνο που τον χαρακτήριζε ήταν και μια έμφυτη αρχοντιά. Και προκαλούσε το σεβασμό, με το μέτριο ανάστημα, αλλά χαριτωμένο του παρουσιαστικό.
Μόρφωση αξιόλογη
Σαν γνήσιος Ατσιποπουλιανός, δεν άφησε καμιά ευκαιρία, για περισσότερη γνώση να πάει χαμένη. Συμπλήρωσε λοιπόν τη μόρφωσή του με Γαλλικά και Γερμανικά. Ήταν στα 1897, που ετοιμαζόταν να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του στη φαρμακευτική, γιατί εκείνα τα χρόνια ο γιατρός παρασκεύαζε ο ίδιος τα φάρμακα που έδινε στους ασθενείς του. Η έκρηξη της επανάστασης, όμως, ξύπνησε τον πατριώτη μέσα του κι έτρεξε να προσφέρει, από τους πρώτους, τις αγωνιστικές του υπηρεσίες στο νησί του.
Μέλος της γ’ τάξης των αγωνιστών, έκανε το χρέος του σαν Κρητικός και το 1902 τελειώνει τις σπουδές του, αποκτά ειδίκευση το 1905 και επιστρέφει στον τόπο του, αδιαφορώντας για τις ευκαιρίες, καριέρας ζηλευτής, που θα του εξασφάλιζε η παραμονή στην πρωτεύουσα.
Εδώ προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Δημοτικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου, που είχε κτιστεί από τους Ρώσους και σήμερα στεγάζει τη Σχολή Αστυφυλάκων.

Πίσω στο μέτωπο
Νέο κάλεσμα της πατρίδας το 1912, ξεσηκώνει το νεαρό γιατρό, που κατατάσσεται από τους πρώτους, εθελοντής στον ελληνικό στρατό, με πολλούς συγχωριανούς του, γιατί είναι γνωστή η προσφορά των Ατσιποπουλιανών σε όλους τους εθνικούς αγώνες.
Υπηρέτησε στο 1ο και 6ο Στρατιωτικά Νοσοκομεία και αργότερα στο Μεσολόγγι.
Μετά την αποστρατεία του επιστρέφει στο χωριό του και στα 1918, τοποθετείται επιμελητής στο Δημοτικό Νοσοκομείο μέχρι το 1925. Παράλληλα εξυπηρετούσε και πάσχοντες συγχωριανούς του στο πατρικό του σπίτι, που αποτελούσε ιατρείο και φαρμακείο.
Ήταν άνθρωπος που λάτρευε τη διαφάνεια και ήθελε να βλέπει γύρω του ανθρώπους με άποψη, που μόνο η σωστή ενημέρωση διαμορφώνει. Βλέπουμε λοιπόν να δημοσιεύει στα 1926, στην εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρηση» έναν εκτεταμένο πίνακα με τους ασθενείς που εξυπηρετήθηκαν στο νοσοκομείο. Και μας έδωσε με τον τρόπο αυτό και μια πολύτιμη εικόνα, για τον μελλοντικό ερευνητή της κατάστασης που επικρατούσε στον τομέα της Υγείας εκείνη την εποχή στο Ρέθυμνο.
Ενεργός συμμετοχή στα κοινά
Εργάζεται άοκνα ο Νικόλαος Μυστράκης, αλλά και πάλι νιώθει ανεπαρκείς τις υπηρεσίες του στον τόπο. Παράλληλα με τα ιατρικά του καθήκοντα, ασχολείται ενεργά με τα κοινά. Και στη διάρκεια 1903-1905, εκλέγεται δήμαρχος Ατσιποπούλου, αναλαμβάνοντας δήμο με τα τεράστια προβλήματα δώδεκα χωριών, που ανήκαν στη διοικητική δικαιοδοσία του. Και το τονίζουμε αυτό, για να φανεί η ανιδιοτελής ανάγκη προσφοράς, που διέκρινε τον Μυστράκη, χωρίς ιδιοτέλειες και προσωπικές φιλοδοξίες. Ο τόπος τον απασχολούσε και η αναζήτηση τρόπου απομάκρυνσης της μιζέριας. Οι συνθήκες της εποχής, υποχρέωσαν τον δήμαρχο να δημιουργήσει ομάδες νέων, ικανών να υπερασπιστούν τον τόπο τους, αν χρειαστεί. Δημιουργήθηκε έτσι ο Σκοπευτικός Σύλλογος με πρόεδρο τον ίδιο.
Μία όμορφη οικογένεια
Τα χρόνια περνούν κι όλοι πιέζουν το γιατρό να δημιουργήσει και οικογένεια. Είχε δικαίωμα κι αυτός στις χαρές της ζωής. Ο ίδιος αποφασίζει ν’ ασχοληθεί με τον εαυτό του έχοντας πια «πατήσει» τα 47 του χρόνια. Εκλεκτή του είναι η Χρυσή Μιχαήλ Κωστάκη και ο γάμος τους γίνεται 12 Ιανουαρίου 1920. Αποδεικνύεται, ωστόσο, κι ένας εξαιρετικός οικογενειάρχης που καμαρώνει τα παιδιά του Κώστα, Μαρία, Ειρήνη και Γαρυφαλιά. Αν και μεγάλος στην ηλικία, για τα δεδομένα της εποχής, μεταδίδει στα παιδιά του νεανικό ενθουσιασμό για κάθε τι πρωτοπόρο και δημιουργικό που ωφελεί τους γύρω μας.
Στο βιβλίο του «Σκόρπιες Μνήμες» ο Δημήτρης Αετουδάκης, αναφερόμενος στον αλτρουιστή Νικόλαο Μυστράκη, τονίζει ότι έβαζε το καθήκον πάνω απ’ όλα. Ακόμα κι όταν είχε ο ίδιος πυρετό, όσο άρρωστος κι αν ήταν δεν άφηνε αβοήθητο τον πάσχοντα που τον χρειαζόταν. Ούτε μια στιγμή επίσης δεν σταμάτησε να συμπληρώνει τις γνώσεις του ιδιαίτερα γύρω από τις εξελίξεις στην επιστήμη του. Κατάφορτη ήταν η βιβλιοθήκη του και τα δέματα με νέα βιβλία δεν σταματούσαν ποτέ να φθάνουν στο σπίτι. Η συμπεριφορά του στον ασθενή ήταν παραπάνω από αδελφική. Με τρυφερότητα, αγάπη και κατανόηση αντιμετώπιζε κάθε περίπτωση. Έκανε πάντα άριστη διάγνωση και έδινε αποτελεσματική θεραπεία. Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι είχε ένα μοναδικό τρόπο να δίνει κουράγιο και να ανυψώνει το ηθικό του ασθενούς. Όσο για χρήματα ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε. Ένας πραγματικά «ανάργυρος» γιατρός.

Μέχρι το τέλος
Ο χρόνος άρχισε να βαραίνει στους ώμους του. Ο ίδιος όμως δεν εννοούσε να καταθέσει τα όπλα του αγώνα για τον συνάνθρωπο. Δεν αποφάσιζε να ξεκουραστεί.
Κάποτε αρρώστησε σοβαρά. Και αυτή η ασθένεια που τον κράτησε μεγάλο διάστημα, κατάκοιτο, τον έστειλε στον τόπο των δικαίων τον Γενάρη του 1956. Έφυγε με την ικανοποίηση της πλήρους καταξίωσης και της απόλυτης στοργικής φροντίδας των αγαπημένων του.
Σύσσωμος η κοινωνία του Ατσιποπούλου τον συνόδευσε, με ειλικρινή θλίψη, στην τελευταία του κατοικία. Επικήδειους εκφώνησαν ο Γιάννης Δαλέντζας και ο γιατρός Νίκος Λυράκης ως πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου, που τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Αι ποικίλαι αρεταί, η καλοσύνη και έμφυτος ψυχική του ευγένεια, συνετέλεσαν ώστε ο Νικόλαος Μυστράκης, να αγαπηθεί, η δε προσέλευση των κατοίκων των πέριξ χωριών εις την κηδείαν είναι μια ηθική επιβράβευση της ξεχωριστής του προσωπικότητας.
Ο ανθρώπινος πόνος και η αρρώστια δεν γίνανε ποτέ για τον φωτισμένο και μεγαλόψυχο γιατρό Μυστράκη αντικείμενο πλουτισμού. Σαν επιστήμονας εθεωρείτο ο εκλεκτότερος της εποχής του και μέχρι των τελευταίων του ημερών ακόμα. Οι διαγνώσεις του ήταν πάντοτε σωστές και οι συμβουλές του σοφές.
Θυσίασε και λεφτά και θέσεις που του προσφέρθηκαν επανειλημμένα στην Αθήνα και αλλού για να μείνει κοντά στο χωριό του. Το όνομά του συμβολίζει τη θυσία του επιστήμονα, του αληθινού επιστήμονα που έταξε σε όλο του το βίο σκοπό άγιο την εξυπηρέτηση των συνανθρώπων του…».
Σήμερα η προτομή του γιατρού στο Ατσιπόπουλο μένει να θυμίζει την προσφορά του και να παραδειγματίζει τις γενιές, που έρχονται για το χρέος κάθε ανθρώπου, που θέλει να τιμά τις παραδόσεις του τόπου του.
Το αφιέρωμά μας συνεχίζεται.









