Η προπαγάνδα μόνο «εξήρε» το γεγονός
Μπορεί το Ρέθυμνο να μην είχε τις καλύτερες σχέσεις με τη μοναρχία, αλλά οι μονάρχες δεν του στέρησαν ποτέ την τιμή της επίσκεψής τους. Πάντα ο καθένας για δικούς του λόγους φυσικά.
Αν κρίνουμε από τα σχόλια έγκριτων ιστορικών, το μόνο εκπρόσωπο μοναρχίας που υποδέχτηκαν με ειλικρινή συμπάθεια οι Ρεθεμνιώτες ήταν ο πρίγκιπας Γεώργιος. Και τους λόγους αντιλαμβανόμαστε από τη στιχομυθία του Ύπατου Αρμοστή με τον Αναγνώστη Κατσαντώνη.
Ο γέροντας πολέμαρχος όταν ο υψηλός επισκέπτης τον ρώτησε σαν τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος απάντησε ότι αυτός τη λευτεριά του ήθελε. Και του περίσσευε ότι αξιώθηκε να μιλά με έναν από τις αρχές του ελεύθερου πλέον ελληνικού κράτους.
Αργότερα βέβαια οι σχέσεις Ρεθύμνου μοναρχίας έγιναν χειρότερες καθώς όπως είναι γνωστό τον Πρίγκηπα Γεώργιο στη θέση του Ύπατου Αρμοστή του νησιού διαδέχτηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ως και τον Οκτώβριο του 1908, όταν πήραν οι Κρήτες την υπόθεση στα χέρια τους κηρύσσοντας μονομερώς την Ένωση με την Ελλάδα! Τον Αύγουστο του 1916 και μεσούντος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, ο Βενιζέλος ήρθε σε απόλυτη σύγκρουση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Με αφορμή την αιχμαλωσία του Δ΄ σώματος Στρατού από τους Βουλγάρους και τη βουλγαρική κατοχή της ανατολικής Μακεδονίας, δημιουργήθηκε το Βενιζελικό Κίνημα Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη ως απάντηση στην απώλεια της Μακεδονίας. Με τη στήριξη των Ευρωπαίων συμμάχων ο Βενιζέλος τότε, σχημάτισε νέα κυβέρνηση που ήλεγχε μόνο τη Βόρεια Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη. Λίγο αργότερα ο βασιλιάς εξαναγκάστηκε από τους συμμάχους να καταφύγει στο εξωτερικό, και τότε η νέα κυβέρνηση μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Ήταν η περίοδος όπου προκλήθηκε ανοιχτή σύγκρουση Φιλοβασιλικών και Φιλοβενιζελικών κι έμεινε στίγμα στην ιστορία ως εθνικός διχασμός.
Ο λαός αφοσιωμένος στον Βενιζέλο
Πόσο σημαντικός ήταν ο Βενιζέλος για τους Κρητικούς φαίνεται από το γεγονός ότι στον τοπικό τύπο διαβάζεις εκδηλώσεις που γίνονταν και σε μικρά χωριά για να τιμηθούν τα ονομαστήρια του Εθνάρχη. Κι όταν πέθανε πια είναι απερίγραπτη η οδύνη σε όλο το νησί και κάτι περισσότερο στο Ρέθυμνο από όσα διαβάζουμε και όσα μας κληροδότησε η προφορική παράδοση.
Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 ήταν η κορύφωση του εθνικού διχασμού και αποτέλεσε «θείον δώρο» για τους εχθρούς του Βενιζέλου και της Δημοκρατίας, αλλά και των προσφύγων.
Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 ήταν η συνισταμένη των συνωμοτικών ενεργειών διάφορων κύκλων και οργανώσεων της βενιζελικής παράταξης, που απέβλεπαν στην αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πίσω από τον στόχο αυτό βρισκόταν η επιθυμία των απότακτων βενιζελικών αξιωματικών να ξαναγυρίσουν στο στράτευμα και να προχωρήσουν σε ριζικές εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων, καθώς και η επιδίωξη των πολιτικών της ίδιας παράταξης να επανέλθουν στην εξουσία.
Από τα αίτια του κινήματος ξεχωρίζουν δύο:
• Η απόπειρα του Ιουνίου 1933 κατά της ζωής του Βενιζέλου και ο αντίκτυπός της στη νοοτροπία και τις ενέργειες του γηραιού πολιτικού.
• Στη σταδιακή αποστέρηση των ερεισμάτων της βενιζελικής – δημοκρατικής παράταξης στο στράτευμα, ιδιαίτερα με αφορμή το Κίνημα Πλαστήρα 6ης Μαρτίου 1933.
Η απόπειρα του 1933 έπεισε τον Βενιζέλο ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι δε θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο προκειμένου να τον εξοντώσουν και η πεποίθησή του αυτή, καθώς και η πίστη του ότι η παράταξή του και η χώρα γενικά χρειάζονταν τις υπηρεσίες του, ασφαλώς συνέβαλαν στη λήψη αποφάσεων που μόνο ατυχείς μπορούν να χαρακτηριστούν. Η από μέρους του ενθάρρυνση και υπόθαλψη συνωμοτικών οργανώσεων στον στρατό, με ανομολόγητο αλλά πραγματικό σκοπό την προάσπιση της βενιζελικής σύνθεσης του στρατεύματος, πρόδιδαν έλλειψη αυτοκυριαρχίας. Τέτοιες οργανώσεις ήταν η «Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση» (ΕΣΟ) και η «Δημοκρατική Άμυνα».
Η πρώτη συγκροτήθηκε από αξιωματικούς που υπηρετούσαν στον στρατό και από τα ηγετικά στελέχη της ήταν ο αντισυνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες, ο αδελφός του λοχαγός Ιωάννης Τσιγάντες, ο συνταγματάρχης Στέφανος Σαράφης και άλλοι. Σκοπός της οργάνωσης ήταν να εμποδίσει τον Γεώργιο Κονδύλη να επιβάλει με δικό του κίνημα δικτατορία, αλλά και να ετοιμάσει αντίστοιχα στρατιωτικό κίνημα, για να αποτρέψει ενδεχόμενη μεταβολή του πολιτεύματος. Η δεύτερη οργάνωση, η «Δημοκρατική Άμυνα», συγκροτήθηκε από αποστρατευμένους κυρίως βενιζελικούς αξιωματικούς. Ηγέτες της ήταν οι στρατηγοί Αναστάσιος Παπούλας και Στυλιανός Γονατάς αλλά πραγματικός αρχηγός ο Νικόλαος Πλαστήρας, αυτοεξόριστος στη Γαλλία μετά την αποτυχία του κινήματος που είχε οργανώσει το 1933. Οι δύο αυτές οργανώσεις ενώθηκαν με την πρωτοβουλία του βενιζελικού πολιτικού Αλέξανδρου Ζάννα με κοινό στόχο την προάσπιση του πολιτεύματος.
Η επίκληση πολιτικών και πολιτειακών αρχών και οι αναφορές στον εθνικό διχασμό έδιναν την απαραίτητη ιδεολογική υπόσταση στον αγώνα της ολοκληρωτικής επικράτησης. Η ηγεσία αυτή προτιμούσε να παραμένει δέσμια ενός ιδεολογικού επιφαινόμενου, το οποίο δεν ανταποκρινόταν στις πολιτικοκοινωνικές τομές και τα προβλήματα της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αναζωπύρωση του διχασμού συμπίπτει χρονικά με την πρώτη, ύστερα από δέκα χρόνια μονοκομματικής βενιζελικής διακυβέρνησης, αποτελεσματική πρόκληση εκ μέρους της αντιπολίτευσης. Οι αναφορές στους κινδύνους που απειλούσαν την αβασίλευτη δημοκρατία άρχισαν να πληθαίνουν και να εντείνονται από τότε που το Λαϊκό Κόμμα αναγνώρισε το πολίτευμα και ανέλαβε να το σεβαστεί, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αντιπολίτευση.

Μετά την άφιξη του στόλου των κινηματιών στην Κρήτη, το Ρέθυμνο πέρασε στον έλεγχο των βενιζελικών. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τσαλδάρη αντέδρασε δυναμικά και, μετά την τελική αποτυχία του κινήματος στις 11 Μαρτίου, πολλοί Ρεθυμνιώτες υπέστησαν διώξεις από τα έκτακτα στρατοδικεία που συστάθηκαν.
Η αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα είναι παρακινδυνευμένη δεδομένου ότι σε κάθε αναζήτηση η σύγκριση με τα στοιχεία που μας δίδονται με άλλες αξιόπιστες πηγές αποδεικνύουν τεράστια σφάλματα.
Ακολούθησαν διώξεις, αποτάξεις αξιωματικών και η επιβολή στρατιωτικού νόμου, γεγονότα που προλείαναν το έδαφος για την παλινόρθωση της μοναρχίας και την μετέπειτα δικτατορία του Μεταξά.
Συνέπειες των διώξεων στο Ρέθυμνο
Πραγματοποιήθηκαν έκτακτα στρατοδικεία όπου επιβλήθηκαν ποινές απόφυλάκιση έως και θανατικές καταδίκες (οι περισσότερες δεν εκτελέστηκαν, με εξαίρεση τους Παπούλα, Κοιμήση και Βολάνη).
Ένας μεγάλος αριθμός Ρεθυμνιωτών αξιωματικών του Στρατού και της Χωροφυλακής απομακρύνθηκαν οριστικά από τις θέσεις τους, Πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι και εκπαιδευτικοί στο Ρέθυμνο απολύθηκαν λόγω των βενιζελικών τους φρονημάτων.
• Συνήγορος όλων αυτών ήταν ο Ευθύβουλος Τσουδερός και εξαιτίας της τόσο κοπιώδους προσπάθειας να βοηθήσει όσο το δυνατόν περισσότερους κινηματίες αρρώστησε βαριά και πέθανε αφήνοντας τη χήρα του στα 37 της χρόνια με τέσσερα παιδιά Δυο από αυτά ήταν οι πολύ σπουδαίοι Ρεθεμνιώτες Ανδρέας και Ιωάννης Τσουδερός.
Επίσκεψη Γεωργίου και Μεταξά στο Ρέθυμνο
Ένα ακόμα Μαρτιάτικο σημαντικό γεγονός είχαμε το 1937 σε μια απέλπιδα προσπάθεια του Μεταξά να φέρει κοντά του το λαό που ακόμα θρηνούσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η επίσκεψη του Βασιλιά Γεωργίου του Β’ και του Ιωάννη Μεταξά σκοπό είχε την προβολή της ενότητας του «δυαδικού» σχήματος Βασιλιά-Μεταξά και την επαφή με τον πληθυσμό της Κρήτης, που παραδοσιακά είχε βενιζελικές και αντιμοναρχικές καταβολές.
Κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους (που περιλάμβανε το Ρέθυμνο στις 11 Μαρτίου 1937), εκφωνήθηκαν λόγοι που εστίαζαν στην ενότητα και την υποστήριξη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.
Ο πρωθυπουργός συνήθιζε να εκφωνεί λόγους προς τον λαό και ιδιαίτερα προς τη νεολαία (ΕΟΝ). Στις ομιλίες του στην Κρήτη, τόνιζε την ανάγκη για εθνική πειθαρχία και την πίστη στον Βασιλιά.
Οι παρεμβάσεις του Γεωργίου ήταν συνήθως πιο σύντομες και τυπικές, εστιάζοντας στη σύνδεση του Στέμματος με τον στρατό και την παράδοση.
Ομιλίες υποδοχής εκφωνήθηκαν επίσης από τον τότε δήμαρχο Ρεθύμνου και τον νομάρχη, οι οποίοι εξήραν το έργο της κυβέρνησης.
• Κατά τη διαμονή του στο Ρέθυμνο, ο Γεώργιος Β’ επισκέφθηκε δημόσια ιδρύματα και ναούς, ενώ πραγματοποιήθηκαν δοξολογίες και παρελάσεις προς τιμήν του. Ήταν η πρώτη επίσκεψη του βασιλιά στην Κρήτη μετά την αποκατάσταση της μοναρχίας το 1935, σε μια προσπάθεια «συμφιλίωσης» με το κρητικό στοιχείο, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ο θρίαμβος της προπαγάνδας
Έστω και με τις γνωστές υπερβολές έχουμε εικόνα από τις επισκέψεις αυτές από τον αθηναϊκό τύπο.
Οι ιστορικές εφημερίδες «Ελεύθερον Βήμα» και «Καθημερινή» με διθυραμβικούς φιλιππικούς στο πρωτοσέλιδά τους (το Ελεύθερον Βήμα για τρεις συνεχόμενες ημέρες, 11, 12 και 13 Μαρτίου 1937 και η Καθημερινή στις 9 Μαρτίου 1937) και με ολοσέλιδες ανταποκρίσεις στις εσωτερικές τους σελίδες εξυμνούν ως Μεσσίες τους δύο άντρες.
Η βασιλική επίσκεψη
Αντλώντας λοιπόν πληροφορίες από τις εφημερίδες της εποχής , τόσον από «το Ελεύθερο βήμα» αλλά και την «Καθημερινή», και την «Ακρόπολιν», πληροφορούμαστε τα παρακάτω όσον αφορά το πρόγραμμα της επίσκεψης και τα υπόλοιπα συμβάντα. Ο βασιλιάς συνοδευόμενος από τον πρωθυπουργό Μεταξά έφτασαν στην Κρήτη μέσω Χανίων, που όμως αμέσως αναχώρησαν για το Ρέθυμνο, αποφεύγοντας να εμφανιστούν δημοσίως σε εκδηλώσεις στην πόλη των Χανίων. Φτάνοντας στην πόλη του Ρεθύμνου διανυκτέρευσαν στο μέγαρο της Μητροπόλεως. Την επομένην, οι επίσημοι επισκέπτες συμμετείχαν σε εκδηλώσεις, όπως η κατάθεση στεφάνου στο Ηρώον, η επίσκεψη στο νοσοκομείο, στο ορφανοτροφείο, στη νομαρχία, στον Δημοτικό κήπο, καθώς και στο λύκειο των Ελληνίδων. Τη μεθεπόμενη ημέρα αναχώρησαν για το Ηράκλειο, με μία στάση στο χωριό Φόδελε.
Ήταν σαφές πάντως και παρά τις προσπάθειες της προπαγάνδας ότι η επίσκεψη αυτή απέτυχε παταγωδώς.
Για τα επόμενα 3,5 τουλάχιστον χρόνια έως και την κήρυξη του πολέμου τον Οκτώβριο του 1940, καθόσον και ως τότε και ο βασιλιάς και ο Μεταξάς διατηρούσαν την εξουσία στη χώρα, δεν επιχείρησαν ξανά την επανάληψη μιας τέτοιας επίσκεψης.
Κι ας δίδονταν αφορμές όπως οι επέτειοι της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, αλλά και η επέτειος του ολοκαυτώματος του Αρκαδίου.
Η ιστορία κατέγραψε την επίσκεψη αυτή , όχι όμως σαν μια επιτυχία της επικοινωνιακής τακτικής του βασιλιά και του Μεταξά, αλλά σαν την επιβεβαίωση των αρνητικών συναισθημάτων του λαού της Κρήτης προς αυτούς.
Η προπαγάνδα όμως δούλεψε φιλότιμα όπως αποδεικνύουν οι εφημερίδες.
«Ηράκλειον, 10 Μαρτίου, Τηλεγραφικώς. – Η σημερινή ημέρα της πόλεως του Ηρακλείου θα παραμείνει εκ των ολίγων αλησμόνητων ημερών της Ιστορίας της. Η άφιξις της Α.Μ. του Βασιλέως και του προέδρου της κυβερνήσεως υπήρξε μια ευκαιρία εκδηλώσεων ενθουσιασμού εκτάκτως συγκινητικού. Η αναχώρισις της βασιλικής συνοδείας εκ Ρεθύμνου εγένετο την 8:30 π.μ. Η προπομπή της Α.Μ. του Βασιλέως εγένετο εκ της πλατείας όπου το ηρώον των πεσσόντων. Εις την πλατείαν παρετάχθη λόχος του 44ου τάγματος, τυμπανισταί και η φιλαρμονική του Δήμου. Πρώτος αφίχθη ο δήμαρχος μετά του συμβουλίου και ο πρόεδρος της κυβερνήσεως μετά του υφυπουργού κ. Μπουρμπούλη γενόμενος δεκτός ενθουσιωδώς. Μετ’ ολίγον αφίχθη το βασιλικόν αυτοκίνητον ανοικτόν, εις το οποίον επέβαινεν η Α.Μ. ο Βασιλεύς, ενώ η μουσική επαιάνιζεν το βασιλικόν εμβατήριον. Ο άναξ κατήλθεν του αυτοκινήτου και εχαιρέτησε δια χειραψίας τον δήμαρχον και τας λοιπάς αρχάς, εστάθη εις προσοχήν κατά την ανάκρουσιν του εθνικού ύμνου και ανεχώρησεν επευφημούμενος ζωηρώς τόσον αυτός όσον και ο κ. Μεταξάς.
Από του σημείου αυτού η διαδρομή του Βασιλέως και του πρόεδρου της κυβερνήσεως μέχρι του Ηρακλείου υπήρξεν θριαμβευτική. Οι κάτοικοι ολοκλήρου της περιφερείας με γραφικάς κρητικάς ενδυμασίας καθ’ ομάδας κατερχόμενοι εκ των χωρίων των εις την κεντρικήν οδόν, έστηνον ανά 100 περίπου μέτρα αψίδας με δάφνας, έστρωναν την οδόν με δάφνας και ανέμενον την διέλευσιν της βασιλικής συνοδείας».
«ΡΕΘΥΜΝΟΝ, 6 Μαρτίου. (Του απεσταλμένου μας). – Η διαδρομή της βασιλικής πομπής από Χανίων εις Ρέθυμνο, υπήρξε θριαμβευτική. Εις όλα τα ενδιάμεσα χωρία οι κάτοικοι είχαν συγκεντρωθή διά να επευφημήσουν τον Άνακτα και να διαδηλώσουν την αφοσίωσίν των προς την Κυβέρνησιν. Αι μαθηταί των σχολείων ήταν παρατεταγμένοι εις τας οδούς εκ των οποίων διήρχετο ή βασιλική πομπή. κρατούντες σημαίας και εικόνας της Α.Μ. και του κ. Μεταξά.
Εις όλα τα χωρία του νομού Χανίων και της επαρχίας Αποκορώνου, του νομού Ρεθύμνης οι κάτοικοι είχον εγκαταλείψει πάσαν εργασίαν και ανέμενον από της μεσημβρίας την διέλευσιν της Α.Μ. και του κ. πρωθυπουργού».
Η ιστορική ανασκόπηση αυτής της επίσκεψης, επιβεβαιώνει και υπενθυμίζει ένα κοινό γνώρισμα επιβίωσης όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων, γνώρισμα άλλωστε και της μετά από 30 χρόνια δικτατορίας στη χώρα, αλλά και απανταχού στον κόσμο. Τη σταθερή προσήλωση τους για λόγους προπαγάνδας σε φανατισμένα και χειραγωγημένα πλήθη. Όμως η συγκεκριμένη επίσκεψη έχει και μια άλλη μοναδικότητα κυρίως για το βασιλιά Γεώργιο Β’. Η μοίρα θα του έπαιζε ένα σκληρό παιχνίδι τέσσερα χρόνια μετά, πάλι από τα χώματα της Κρήτης: Για τρεις συνεχόμενες νύχτες η ελληνική βασιλική οικογένεια θα περιπλανιόταν στα Λευκά όρη με τη συνοδεία Νεοζηλανδών στρατιωτών μέχρι να φυγαδευτεί ασφαλής με βρετανικό πολεμικό πλοίο από την Αγία Ρουμέλη στην Αλεξάνδρεια, την ώρα που τα Γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδιζαν ανηλεώς την Κρήτη.









