Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας αποτελούν θεμελιώδη πυλώνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και τη σταθερότητα στην αγορά εργασίας
Συνολικά περισσότερα από 190 εργατικά δυστυχήματα έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα μέσα στο 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων, ενώ ο αριθμός στο Ρέθυμνο και στην Κρήτη υπολογίζεται ότι αγγίζει τα επτά (πέντε μέχρι τον Σεπτέμβριο και δύο που έκτοτε έχουν καταγραφεί), τρία εκ των οποίων αφορούν τον κλάδο των κατασκευών. Παράλληλα, τα τελευταία τρία χρόνια, στον νομό Ρεθύμνου έχουν χάσει την ζωή τους περισσότεροι από 15 άνθρωποι εν ώρα εργασίας, τη στιγμή που τα μικρά ή σοβαρότερα εργατικά ατυχήματα αποτελούν μία συνηθισμένη πλέον καθημερινότητα, ιδιαίτερα για επαγγέλματα υψηλής έντασης εργασίας. Σύμφωνα τώρα με στοιχεία των Επιθεωρήσεων Εργασίας, τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν καταγραφεί στην Κρήτη περισσότερα από 2.500 εργατικά ατυχήματα και τα περισσότερα αφορούν τον κλάδο των κατασκευών. Η εντατικοποίηση της εργασίας, οι δυσμενείς εργασιακές συνθήκες και η έλλειψη κατάλληλων μέτρων που να υποστηρίζουν μία εργασιακή καθημερινότητα ασφάλειας για τον εργαζόμενο είναι όλοι παράγοντες που έχουν οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε μία αύξηση στα περιστατικά που σημειώνονται την ώρα της δουλειάς. Εκτός από τα θανατηφόρα εργατικά δυστυχήματα, υπάρχουν και τα εκατοντάδες, καθημερινά, εργατικά μικροατυχήματα, τα οποία συνήθως δεν καταγράφονται, αλλά αποτελούν καθημερινότητα για τους εργαζομένους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Eurostat, κάθε μέρα στη χώρα μας σημειώνονται 40 εργατικά ατυχήματα χωρίς η καταγραφή να είναι πλήρης. Αρκεί να σημειωθεί ότι το 2024 ο αριθμός των θυμάτων εργατικού δυστυχήματος ξεπέρασε τους 150, γεγονός που σημαίνει ότι κατά τη φετινή χρονιά καταγράφεται ένα νέο αρνητικό ρεκόρ. Η έλλειψη σωστού εξοπλισμού, ο χειρισμός ειδικών μηχανημάτων από ανεκπαίδευτους εργάτες, η θερμική εξάντληση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και η γενικότερη κούραση, συνέπεια των υπερωριών δημιουργούν συνθήκες υψηλής επικινδυνότητας, ειδικά σε εργοτάξια και οικοδομές. Την ίδια ώρα, τους εξαντλητικούς αυτούς ρυθμούς εργασίας ήρθε να επιβεβαιώσει και να νομιμοποιήσει το εργασιακό νομοσχέδιο για το 13ωρο, που ουσιαστικά αύξησε τις υπερωρίες και συνεπώς τους κινδύνους εν ώρα εργασίας.
«Δυστυχώς για μία ακόμα φορά βρισκόμαστε στο τέλος μιας χρονιάς, η οποία ήταν πολύ οδυνηρή για τους εργαζόμενους, διότι δεν υπάρχουν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, οι οποίοι θα διασφαλίσουν την ασφάλεια και την υγιεινή στους χώρους εργασίας. Δεν υπάρχει τεχνικό τμήμα στο Ρέθυμνο, υπάρχει τεχνικό τμήμα Δυτικής Κρήτης και αυτό είναι υποστελεχωμένο, έχει πέντε υπαλλήλους, για να μπορέσει να εξυπηρετήσει και να ελέγξει δύο ολόκληρους νομούς, Χανιά και Ρέθυμνο. Νομούς, όχι πόλεις», ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου, Κώστας Νικολιδάκης και στη συνέχεια πρόσθεσε: «Θα πρέπει όλοι εμείς οι εργαζόμενοι, όταν δεν νιώθουμε ασφαλείς να μην αναλαμβάνουμε εργασία, καλύτερα να χάσουμε ένα μεροκάματο, παρά να χάσουμε τη ζωή μας». Τα εργατικά ατυχήματα είναι δεδομένο ότι είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο όμως σχετίζεται άμεσα με την εντατικοποίηση της εργασίας, σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων σχολιάζοντας στα «Ρ.Ν.», ο Μάνος Πετράκης, σύμβουλος απασχόλησης στο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. «Τα εργατικά ατυχήματα έχουν πολλούς παράγοντες στον πυρήνα τους, αλλά και στο πλαίσιο της ψήφισης του 13ωρου, προκύπτει ότι η εντατικοποίηση της εργασίας είναι βασικός παράγοντας πρόκλησής τους. Διευρυμένα ωράρια, σε συνδυασμό με την προσπάθεια αύξησης της παραγωγής, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, είναι ο κύριος παράγοντας αύξησης των εργατικών ατυχημάτων», σημείωσε και μάλιστα εξήγησε ότι πολλές επιχειρήσεις διστάζουν μέτρα ασφάλειας για τους εργαζομένους, «εξαιτίας αυτής προσπάθειάς τους να ελαχιστοποιήσουν το κόστος σε σχέση με τον χρόνο παραγωγής, κάτι το οποίο πιστεύω ότι είναι ο κύριος παράγοντας». Σύμφωνα με τον κ. Πετράκη, υπάρχουν συγκεκριμένοι κλάδοι υψηλής έντασης εργασίας, όπως αυτός του τουρισμού κατά τη διάρκεια της σεζόν και των κατασκευών για όλο τον χρόνο με αιχμή τους καλοκαιρινούς μήνες, λόγω εξαντλητικών θερμοκρασιών, στους οποίους φαίνεται ότι υπάρχει μεγαλύτερη συχνότητα σε αυτά τα φαινόμενα. Ωστόσο, όπως επιβεβαίωσε, ακόμα και σε αυτά τα επαγγέλματα, τα εργατικά ατυχήματα «δεν είναι τόσο αποτέλεσμα προσωπικής ευθύνης ή έλλειψης ατομικών μέτρων από πλευράς εργαζομένων».
Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιχειρούν την επιστροφή στους προ-μνημονιακούς όρους εργασίας
Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας αποτελούν θεμελιώδη πυλώνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και τη σταθερότητα στην αγορά εργασίας. Μέσα από τη συλλογική διαπραγμάτευση εργοδοτών και εργαζομένων καθορίζονται βασικοί όροι απασχόλησης, όπως οι μισθοί, το ωράριο, οι άδειες και τα μέτρα υγείας και ασφάλειας, ενισχύοντας την εργασιακή ισορροπία και τη διαφάνεια. Η Ελλάδα υπέγραψε πρόσφατα (Νοέμβριος 2025) μια Κοινωνική Συμφωνία μεταξύ Κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), η οποία νομικά θα εφαρμοστεί στις αρχές του 2026. Στο πλαίσιο αυτής θεωρητικά σηματοδοτείται το τέλος των μεταμνημονιακών σχέσεων εργασίας και η εφαρμογή νέων ρυθμίσεων για την προστασία των εργαζομένων και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, παρέχοντας έτσι πιο σταθερές συνθήκες εργασίας. Πρόκειται για ένα βήμα, που μπορεί να έχει άμεσο αντίκτυπο και στις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων, διασφαλίζοντας ένα περιβάλλον, στο οποίο ο εργαζόμενος δεν θα λειτουργεί υπό πίεση και υπερβολικό φόρτο εργασίας, προστατευόμενος και από τυχόν εργατικά ατυχήματα. «Επιτέλους ξεκίνησαν να προσπαθήσουν να εφαρμόσουν την ευρωπαϊκή οδηγία, που λέει ότι τουλάχιστον το 80% των εργαζομένων θα πρέπει να καλύπτεται με κλαδικές συμβάσεις εργασίας, όταν αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, κλαδική σύμβαση έχει το 29% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, αλλά δυστυχώς εφαρμόζεται ένα ποσοστό 18-20%. Από τις κλαδικές συμβάσεις που είναι σε ισχύ, λίγες είναι αυτές που είναι υποχρεωτικές», σχολίασε ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου Κ. Νικολιδάκης και στη συνέχεια εξήγησε ότι η πρώτη βασική αλλαγή της νέας συμφωνίας είναι ότι σε περίπτωση λήξης της κλαδικής σύμβασης, ο εργαζόμενος συνεχίζει να αμείβεται με τους όρους αυτής, μέχρι να υπογραφεί νέα σύμβαση, σε αντίθεση με το παρελθόν, που «ήταν έρμαιο στα χέρια του εργοδότη». Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Εργατικού Κέντρου, «τώρα πλέον έχουμε σε ισχύ, παρότι έχει λήξει η κλαδική σύμβαση και τρεις και τέσσερις και πέντε μήνες, έως ότου τελεσιδικήσει η νέα σύμβαση, που θέλει πολύ χρόνο, ο εργαζόμενος καλύπτεται από τη ληγμένη κλαδική σύμβαση, για όσο καιρό χρειαστεί». Μία δεύτερη σημαντική αλλαγή είναι ότι «αν ένας κλάδος θέλει να υπογράψει κλαδική σύμβαση, μέχρι τώρα αυτό που ίσχυε, ήταν ότι θα έπρεπε το Υπουργείο για να μπορέσει να την κάνει υποχρεωτική, να προσφύγει στον ΑΣΕΠ, να γνωμοδοτήσει με ό,τι αυτό συνεπάγεται στον Υπουργό και ο Υπουργός να την κηρύξει υποχρεωτική. Αυτό λοιπόν τώρα, αν τελικά συνυπογράψει η ΓΣΕΕ, παρακάμπτεται και πάει απευθείας στον Υπουργό για υποχρεωτικότητα». Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια σταδιακής επαναφοράς στις προ μνημονίων σχέσεις εργασίας είναι βήμα προς θετική κατεύθυνση, σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Πετράκης: «Σε σχέση με την ασφάλεια στην εργασία δεν υπάρχει ευθύγραμμη σχέση, σίγουρα όμως το γεγονός, ότι μπαίνουμε σε μία διαδικασία σταδιακά να επανέρχονται οι συλλογικές ρυθμίσεις, αυτό θα επηρεάσει και αυτό που λέμε αγορά εργασίας, γιατί μέσα από αυτό θα προβλέπουμε να έχουμε μία βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης».
«Στο τέλος της δεκαετίας του 2010, ο μέσος όρος ενσήμων στην οικοδομή ήταν κοντά στο 15, σήμερα είναι 12,5»
Μέχρι τις αρχές του μήνα, συνολικά 37 οικοδόμοι σε όλη την Ελλάδα και τρεις στο Ρέθυμνο έχασαν τη ζωή τους μέσα στο 2025, την ώρα που τα εργατικά δυστυχήματα ξεπερνούν τα 190 σε όλους τους κλάδους για την τρέχουσα χρονιά. Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.» ο Στάθης Λουκάκης, πρόεδρος του Συλλόγου Οικοδόμων και Συναφών Επαγγελμάτων Νομού Ρεθύμνου, «δεν περνάει μέρα που να μην έχει καταγραφεί ένα ατύχημα και αργά ή γρήγορα θα έρθει και το δυστύχημα». Όπως τόνισε, «υπάρχει εντατικοποίηση της δουλειάς, ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια που υπάρχει τεράστια έλλειψη χεριών στην οικοδομή, από τον απλό εργάτη μέχρι τον εξειδικευμένο εργαζόμενο και λόγω αυτής της εντατικοποίησης είναι αναπόφευκτο ότι θα γίνονται και τα ατυχήματα και τα δυστυχήματα». Οι οικονομικές δυσκολίες των εργαζομένων, με ανεπαρκή μεροκάματα και πολύωρη εργασία, σε συνδυασμό με τα υψηλά ενοίκια, τις τιμές στα είδη πρώτης ανάγκης και το ευρύτερο κόστος διαβίωσης έχουν δημιουργήσει ασφυκτικές συνθήκες για τους εργαζομένους. «Όλα αυτά οδηγούν δυστυχώς σε εργαζόμενους που πρέπει να δουλέψουν 12-12-15 και 20 ώρες την ημέρα, για να ανταπεξέλθουν στα άκρως απαραίτητα. Δεν είναι τυχαίο που ψηφίστηκε το 13ωρο», ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Λουκάκης και επίσης συμπλήρωσε ότι πέρα από την υπερεργασία, οι οικοδόμοι αντιμετωπίζουν και το ζήτημα της ανασφάλιστης εργασίας. «Στο τέλος της δεκαετίας του 2010, ο μέσος όρος ενσήμων στην οικοδομή ήταν κοντά στο 15, σήμερα είναι 12,5», σημείωσε και τέλος κατέληξε στο ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας που έχει υπογράψει η Ομοσπονδία Οικοδόμων Ελλάδας δεν έχει γίνει ακόμα υποχρεωτική, με κυβερνητική ευθύνη.













