Έντονη είναι η ανησυχία των Ελλήνων επιχειρηματιών για την εξαγωγή κρητικού ελαιολάδου στην Αμερικανική αγορά, στην οποία υπάρχουν χιλιάδες Έλληνες της ομογένειας, μετά τους δασμούς που επέβαλε ο Πρόεδρος Τραμπ στα εισαγόμενα στις Η.Π.Α. προϊόντα. Ο φόρος που αγγίζει το 20% αναμένεται να προκαλέσει μεγάλη ζημιά στις Κρητικές εξαγωγές ελαιολάδου, σύμφωνα με όσα ανέφερε στον ΣΚΑΪ Κρήτης 92,1 και στην εκπομπή του Κώστα Μπογδανίδη, ο Δημήτρης Μποτζάκης, Κρητικός επιχειρηματίας που εδώ και τρεις δεκαετίες στέλνει μεγάλες ποσότητες τυποποιημένου ελαιολάδου στις ΗΠΑ. «Κάναμε 30 χρόνια προσπάθεια να ανοίξουμε την αμερικάνικη αγορά για το κρητικό ελαιόλαδο. Και τώρα που είχαμε μπει σε ένα καλό δρόμο και να απολαμβάνουμε τους καρπούς του αγώνα που κάναμε ήρθαν αυτοί οι δασμοί. Πριν 30 χρόνια ο πατέρας μου προσπάθησε να μπει στην αμερικάνικη αγορά. Ξεκινήσαμε με μια παλέτα και τώρα φτάσαμε στο σημείο να έχουμε σημαντικούς συνεργάτες, να στέλνουμε ικανές ποσότητες. Επενδύσαμε χρόνο, χρήμα και κόπο για να πετύχουμε αυτή τη συνεργασία. Εμείς ανοίξαμε την αγορά για το ΠΟΠ Πεζά, το παρθένο ελαιόλαδο που δεν ήξεραν στην Αμερική. Μοιάζει το όνειρο να γκρεμίζεται σαν πύργος από τραπουλόχαρτα», ανέφερε.
Μπορεί το αύριο να είναι αβέβαιο, όπως τόνισε ο κ. Μποτζάκης, ωστόσο η Αμερικανική αγορά δεν παύει να είναι ένας πολύ σημαντικός ενδιαφερόμενος για το παρθένο Κρητικό ελαιόλαδο. Μάλιστα, ο Αμερικανικός στρατός προμηθεύεται Κρητικό λάδι, το οποίο είναι και το μοναδικό προϊόν το οποίο δεν παράγεται στις Η.Π.Α. και καταναλώνεται από τις Αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, όπως σημείωσε. Η Αμερικανική αγορά αρέσκεται στην υψηλή ποιότητα ελαιολάδου, ενώ ο Αμερικανός καταναλωτής αγοράζει το λάδι σε πολύ καλή τιμή, λίγο πιο ακριβή από τον Ευρωπαίο, εξαιτίας του υψηλού μεταφορικού κόστους, όπως τόνισε ο κ. Μποτζάκης. Οι ανησυχίες για την αύξηση της τιμής του εξαγόμενου ελαιολάδου εντείνονται, καθώς όταν το ελαιόλαδο έφτασε για πρώτη φορά τα 8 και τα 9 ευρώ, ο καταναλωτής τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ελλάδα, στράφηκε σε υποκατάστατα, όπως τα ηλιέλαια και άλλα σπορέλαια. «Πρόκειται για ακόμα ένα εμπόδιο, ένα μεγάλο εμπόδιο. Κανονικά το λάδι, η ελιά, το κρασί είναι προϊόντα που θα έπρεπε να εξαιρεθούν από τους δασμούς Τραμπ. Θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να προστατεύσουμε τα προϊόντα μας και εμείς οι ίδιοι να μην εισάγουμε προϊόντα τριτοχωρικά», συμπλήρωσε ο επιχειρηματίας και στη συνέχεια ανέφερε ότι αυτού του είδους οι αγορές απαιτούν συνέπεια, αλλά και διαρκώς υψηλή ποιότητα, έχοντας πλέον στρέψει τις απαιτήσεις τους στις αιθανόλες, καθώς «όσες πιο πολλές αιθανόλες έχει ένα ελαιόλαδο, τόσο καλύτερο είναι».
Οι προκλήσεις της φετινής ελαιοκομικής περιόδου
Παρότι οι εκτιμήσεις των παραγωγών για την ελαιοκομική περίοδο που μας πέρασε είναι θετικές, σημειώνοντας ακόμα και διπλάσια παραγωγή σε σχέση με την περσινή χρονιά, η απουσία επίσημης καταγραφής στοιχείων για την ελαιοκομία σε επίπεδο Κρήτης, δεν επιτρέπει την ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι παραγωγοί εκφράζουν την ικανοποίησή τους τόσο για την ποσότητα, όσο και για την ποιότητα του ελαιολάδου που παράχθηκε, ωστόσο σημειώνουν ότι τα δείγματα διαφέρουν ανά περιοχή, με τη λειψυδρία να επηρεάζει και να πλήττει διαφορετικά τα δέντρα. Η έλλειψη αντικειμενικών στατιστικών δειγμάτων αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για τον σχεδιασμό των βημάτων που αφορούν την επόμενη ελαιοκομική περίοδο και αφήνει περιθώρια για αυθαίρετες κουβέντες, που απέχουν από την πραγματικότητα και δημιουργούν λανθασμένες εντυπώσεις. «Δεν ξέρουμε ανά πάσα στιγμή ποια είναι η παραγωγή και σε τι ύψη φτάνει. Δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα. Αυτό δημιουργεί μία ανησυχία και μία αναστάτωση», ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Γιώργος Ανδρεαδάκης, πρόεδρος του Συλλόγου Τυποποιητών ελαιολάδου Κρήτης. «Στην Ισπανία πατούν ένα κουμπί και μπορούν να δουν ότι σήμερα αυτή είναι η παραγωγή τους, αυτές οι ενέργειες έχουν γίνει και αυτές οι ποσότητες υπάρχουν σε αποθέματα», συμπλήρωσε.
Όπως τόνισε, «όταν δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία, ούτε οι παραγωγοί γνωρίζουν τι μέλλει γενέσθαι, ούτε οι μεταποιητές, ούτε οι έμποροι. Αναγκαστικά όλοι κάνουμε εκτιμήσεις», σημειώνοντας επίσης ότι τα επίσημα στοιχεία τα έχουν ανάγκη οι ίδιοι οι παραγωγοί προκειμένου να μπορέσουν να επιβεβαιώσουν ότι οι κινήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της ελαιοκομικής περιόδου είχαν θετικό αντίκτυπο. «Οι εκτιμήσεις μας είναι ότι η φετινή ελαιοκομική περίοδος είναι σχεδόν διπλάσια σε σχέση με πέρυσι, σε επίπεδο Κρήτης, ωστόσο υπάρχει και η εποχικότητα στα δέντρα. Στη Σητεία για παράδειγμα είναι πολύ λιγότερη η παραγωγή φέτος, ενώ στη Μεσαρά η παραγωγή ήταν διπλασιασμένη», ανέφερε. Μάλιστα, όπως επεσήμανε ο κ. Ανδρεαδάκης, τα τελευταία λάδια που παράχθηκαν δεν είχαν καλή ποιότητα, απέχοντας από τη συνολική, πολύ υψηλού επιπέδου εικόνα, που είχε η παραγωγή κατά τη διάρκεια της ελαιοκομικής περιόδου.
Την ίδια ώρα, μεταξύ 4,20 και 4,50 ευρώ διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή η τιμή του παραγωγού, ενώ μεταξύ 5,30 και 5,50 ανέρχεται για τα βιολογικά προϊόντα, όπως σημείωσε ο κ. Ανδρεαδάκης, τονίζοντας ότι αν η τιμή του λαδιού πέσει κάτω από τα 4 ευρώ, πολλοί είναι αυτοί που θα εγκαταλείψουν τις καλλιέργειες. Το κόστος της παραγωγής, με τις αυξημένες τιμές σε λιπάσματα, εργατικό δυναμικό και ενεργειακές παροχές έχουν καταστήσει ιδιαίτερα δύσκολη τη δουλειά των παραγωγών, των οποίων οι βιωσιμότητα πολλές φορές τίθεται υπό αμφισβήτηση. «Δεν επηρεάζουμε εμείς με την παραγωγή μας την παγκόσμια αγορά ελαιολάδου. Η Ισπανία είναι η ισχυρότερη δύναμη, καταλαμβάνοντας το 50% της παραγωγής».
Το ζήτημα της λειψυδρίας αποτελεί ακόμα τον νούμερο ένα «πονοκέφαλο» για την ελαιοκομία, με τις περιοχές που υπήρξε παρατεταμένη ανομβρία πολλών ημερών ή και μηνών να πλήττονται σοβαρά. Μία από αυτές ήταν το Αρκαλοχώρι, όπως σημείωσε ο κ. Ανδρεαδάκης, όπου η πολύ μεγάλη ξηρασία δεν επέτρεψε εκτεταμένη και ικανοποιητική παραγωγή. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι βροχοπτώσεις των τελευταίων ημερών, ακόμα και για την προετοιμασία των δέντρων ενόψει της έναρξης της επόμενης ελαιοκομικής περιόδου, καθώς «το νερό που ρίχνει τώρα εννοείται ότι επηρεάζει τα δέντρα και δημιουργεί ένα απόθεμα για όλη τη χρονιά. Μέχρι τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβρη δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες καρποφορίας», τόνισε και στη συνέχεια συμπλήρωσε: «Η ελιά προσλαμβάνει πολύ εύκολα το νερό. Έχουμε παρατηρήσει τον Αύγουστο που είχαμε πολύ υψηλές θερμοκρασίες και μετά τις βροχές τον Σεπτέμβρη, τα δέντρα επανήλθαν σε καλή μορφή. Το ζήτημα είναι να δέσουν σωστά τα δέντρα στην αρχή και μετά ένα μήνα πριν το μάζεμα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να ενισχυθούν με νερό». Νωρίς είναι ωστόσο για να γίνουν οι πρώτες εκτιμήσεις για τη νέα χρονιά, σύμφωνα με τον κ. Ανδρεαδάκη, τονίζοντας ότι τον Μάιο θα έχουμε μία πιο ξεκάθαρη εικόνα για το δέσιμο στα δέντρα. Πάντως, ακόμα και οι περιοχές που είχαν αρδεύσιμο νερό, με τη λειψυδρία «στέγνωσαν», σύμφωνα με τον κ. Ανδρεαδάκη, όπως για παράδειγμα στην περιοχή της Μεσαρά.
Εξίσου μεγάλων διαστάσεων είναι και το ζήτημα της έλλειψης εργατικών χεριών, όπου «τα μεροκάματα είναι πολύ ψηλά, το κόστος της καλλιέργειας έχει ανέβει πάρα πολύ σε όλες τις περιοχές οι ενέργειες που έχουν γίνει από την Περιφέρεια δεν επαρκούν», σύμφωνα με τον κ. Ανδρεαδάκη, ο οποίος σημείωσε ότι το πρόβλημα αυξάνεται χρόνο με το χρόνο και οι εργαζόμενοι σπανίζουν. Δεν είναι λίγοι οι παραγωγοί που αδυνατούν να βρουν ακόμα και μερικούς μόνο εργαζόμενους για να προχωρήσουν στην αποκομιδή της ελιάς, ενώ το υπάρχον εργατικό δυναμικό αποτελείται κυρίως από ανειδίκευτους αλλοδαπούς, οι οποίοι απασχολούνται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και δεν γνωρίζουν καλά τη διαδικασία της αποκομιδής. Ουσιαστικά αυτοί οι μετακλητοί εργαζόμενοι, όπως σημείωσε ο κ. Ανδρεαδάκης περνούν από εκπαίδευση, η οποία επίσης επιβαρύνει τους παραγωγούς, καθυστερώντας την όλη διαδικασία.
Γιάννης Κωστάκογλου