Από τρίτη μεγαλύτερη χώρα – παραγωγός ελαιολάδου η Ελλάδα, πλέον έχει υποχωρήσει στην κατάταξη, με την Τυνησία και την Τουρκία τα τελευταία λίγα χρόνια να έχουν μπει δυναμικά στο «παιχνίδι».
Οι δύο χώρες εξελίσσονται ως ισχυροί ανταγωνιστές των παραδοσιακών παραγωγών της Μεσογείου, με το μεγάλο τους πλεονέκτημα να είναι το χαμηλό κόστος παραγωγής κυρίως λόγω των φθηνών εργατικών χεριών και οι ανταγωνιστικές τιμές, διεκδικώντας ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο της ευρωπαϊκής αγοράς.
Η φετινή ελαιοκομική περίοδος βαίνει προς το τέλος της μέσα στις επόμενες 15 – 20 ημέρες (τουλάχιστον όσον αφορά στην Κρήτη), με τη συγκομιδή να έχει ήδη ολοκληρωθεί σε ένα ποσοστό 70% – 80% και η εικόνα που διαμορφώνεται να δείχνει μείωση της παραγωγής σε σχέση με την περυσινή χρονιά.
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής εκτιμήσεις, η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου αναμένεται να κινηθεί μεταξύ 200.000 και 220.000 τόνων, όταν σε καλές χρονιές έφτανε ακόμη και τους 350.000 τόνους. Στην Κρήτη, η παραγωγή εκτιμάται χαμηλότερη από τον μέσο όρο των 80.000 τόνων, χωρίς να υπάρχουν ακριβή στατιστικά στοιχεία.
Η έλλειψη βροχοπτώσεων και οι συνθήκες ξηρασίας που δημιουργήθηκαν επηρέασε αρνητικά την ελαιοπαραγωγή όλων των μεσογειακών χωρών, με εξαίρεση απ’ ότι φαίνεται την Τυνησία που ισχυρίζεται ότι έχει φέτος υπερπαραγωγή, γεγονός που τη φέρνει μπροστά από την Ιταλία (που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός) στην κατάταξη.
Η χώρα της Βόρειας Αφρικής κάνει λόγο για παραγωγή – ρεκόρ 450.000 έως 500.000 τόνους, όταν τα προηγούμενα χρόνια κινούνταν στους 250.000 – 300.000 τόνους.
Τα δεδομένα στην παγκόσμια παραγωγή και κατανάλωση ελαιολάδου αλλάζουν και επηρεάζουν πλέον άμεσα και την Ελλάδα, επεσήμανε μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο γεωπόνος και επιστημονικός σύμβουλος του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης Νίκος Μιχελάκης.
«Έχουν παρουσιαστεί νέοι «παίκτες» στην ελαιοπαραγωγή των μεσογειακών χωρών και αυτοί είναι η Τυνησία και η Τουρκία, οι οποίες ισχυρίζονται ότι έχουν πλούσια παραγωγή τα τελευταία χρόνια και όπως φαίνεται πράγματι έχουν μια μεγάλη παραγωγή», περιέγραψε ο ίδιος, ενώ πρόσθεσε ότι αποτελούν ανταγωνιστές: «Παράγουν με χαμηλότερο κόστος, καθώς τα εργατικά έξοδα και στην Τυνησία και στην Τουρκία προφανώς είναι με χαμηλότερο κόστος απ’ ότι εδώ. Επομένως και μόνο από αυτόν τον παράγοντα, το κόστος παραγωγής σε αυτές τις χώρες είναι χαμηλότερο».
Το γεγονός ότι η Τυνησία διαθέτει θεσμοθετημένο καθεστώς αδασμολόγητων εισαγωγών στην Ευρωπαϊκής Ένωσης την καθιστά ακόμα πιο ανταγωνιστική, τόνισε ο κ. Μιχελάκης.
«Η Τυνησία φέτος ισχυρίζεται ότι έχει πλούσια παραγωγή και επειδή η Ευρώπη δεν έχει μεγάλη παραγωγή ζητά να αυξηθεί η ποσότητα αυτήν την οποία εισάγει και να φτάσει στους 90.000 τόνους. Αυτό δεν έχει γίνει ακόμη αποδεκτό και μάλιστα έχει προκαλέσει την αντίδραση των Ιταλών παραγωγών, οι οποίοι προφανώς δεν θέλουν να υπάρξει αυτή η εξέλιξη, καθώς θα ζημιώσει κατά πολύ τις τιμές του δικού τους ελαιολάδου», ενώ πρόσθεσε: «Εισαγόμενο το ελαιόλαδο από Τυνησία και Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γίνεται ένας ισχυρός ανταγωνιστής. Οι μεγάλες βιομηχανίες θέλουν να προμηθεύονται ελαιόλαδα φθηνότερα από χώρες όπως την Τυνησία και σε έναν βαθμό από την Τουρκία, παρόλο που η δεύτερη δεν έχει νομικό καθεστώς σε εισαγωγές. Πρέπει να καταβάλει δασμούς κατά κάποιον τρόπο, ενώ η Τυνησία έχει μια ποσότητα σημαντική που μπορεί θεσμοθετημένα να την εισάγει αδασμολόγητη στην Ε.Ε. και επομένως είναι ευθέως ανταγωνιστής των ελληνικών ελαιολάδων», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά στην παραγωγή της Τουρκίας είναι χαμηλότερη περίπου το 1/3. Πέρυσι είχε παραγωγή 450.000 τόνοι, φέτος εκτιμάται γύρω στους 150.000 τόνους. «Είναι κι αυτή σημαντικός παίκτης πλέον στην παραγωγή των μεσογειακών χωρών», τόνισε ο κ. Μιχελάκης
Στην Ισπανία, που είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα ελαιολάδου, υπάρχουν εκτιμήσεις που μιλούν για παραγωγή από 1,3 μέχρι 1,5 εκ. τόνους, ενώ η Ιταλία που μέχρι πρότινος ήταν δεύτερη στην κατάταξη, φέτος παράγει μια χαμηλότερη ποσότητα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια της, και αυτή είναι γύρω στους 250.000 – 300.000 τόνους.
Συνοπτικά, οι εκτιμήσεις της φετινής παραγωγής στις χώρες είναι:
Ισπανία: 1,3 μέχρι 1,5 εκ. τόνοι
Τυνησία: 450.000 έως 500.000 τόνοι
Ιταλία: 250.000 – 300.000 τόνους
Ελλάδα: 200.000 -220.000 τόνους
Τουρκία: 150.000 τόνους
Στα 4,80 – 5 ευρώ κυμαίνεται η τιμή παραγωγού του ελαιολάδου στην Κρήτη
Σύμφωνα με το Δελτίο Τιμών του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης για τις 7 Ιανουαρίου, οι τιμές παραγωγού στο νησί κυμαίνονται από 4,80 έως 5 ευρώ. Στην Πελοπόννησο από 4,20-5,10€/κ και στα νησιά στα 4,20€/κ.
Στην Ισπανία υπάρχει κάποια πτώση στις μέγιστες τιμές, αφού από 5,59€/κ στα τέλη Δεκεμβρίου έπεσαν στα 5,08€/κ. Ωστόσο υπάρχει μικρή άνοδος στις ελάχιστες τιμές που από τα 3,70€/κ αυξήθηκαν στα 3,89€/κ.
Στην Τυνησία οι τιμές των έξτρα διατηρούνται στα 3,68€/κ ενώ στην Ιταλία, τις τελευταίες τρεις βδομάδες οι ιστοσελίδες πηγές του Συνδέσμου δεν εμφανίζουν τιμές, πιθανώς λόγω των εορταστικών διακοπών.












