Το πώς ζούσε ο Αθηναίος μεγαλοδικηγόρος και το τι τελικά οδήγησε στον θάνατό του δεν αποτελεί, για μένα, ζήτημα ουσίας, αν και βλέπω ότι απασχολεί πολλά χείλη και αρκετές γραφίδες.
Σε μια κοινωνία όπου η πληροφορία διαχέεται γρήγορα και συχνά ανεξέλεγκτα, το focus για τις λεπτομέρειες μιας ζωής μετά το τέλος της μοιάζει περισσότερο με κουτσομπολίστικη περιέργεια παρά με πραγματική ανάγκη γνώσης και κατανόησης.
Η μεταθανάτια εικόνα ενός ανθρώπου δεν είναι ποτέ πλήρως αντικειμενική· διαμορφώνεται από αφηγήσεις, σκοπιμότητες και προσωπικές ερμηνείες.
Στον αντίποδα, εκείνο που νομίζω ότι έχει πραγματική σημασία είναι η ευθύνη που φέρει ο καθένας μας όσο ζει. Μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο όπου ζούμε και δρούμε, η προσωπική υπόληψη και η πορεία της ζωής μας δεν είναι καθόλου δεδομένες, αλλά αποτέλεσμα επιλογών. Η προσοχή απέναντι σε «κακοτοπιές», μικρές ή μεγάλες, εντός ή εκτός προγράμματος, δεν αφορά μόνο την αποφυγή λαθών, αλλά και τη συνειδητή διαμόρφωση και υποστήριξη ενός τρόπου ζωής που αντέχει στον χρόνο και στην κρίση των άλλων.
Διότι μετά τον θάνατο, η αλήθεια καταντά εύπλαστη σαν τη σχολική πλαστελίνη. Ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί και να διαδώσει, δια ζώσης ή χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οτιδήποτε. Είτε να αγιοποιήσει, είτε να διασύρει, είτε να υψώσει ή να καταρρίψει μια προσωπικότητα, ανάλογα με το δικό του πνευματικό επίπεδο, με τα δικά του κριτήρια και συμφέροντα. Ως λογικό επακόλουθο τούτων νομίζω ότι και η μόνη αληθινή και άτρωτη «άμυνα» κόντρα σε αυτήν την αβεβαιότητα είναι η στάση ζωής που επιλέγουμε όσο είμαστε παρόντες – μια στάση που δεν επιτρέπει αρκετά περιθώρια παρερμηνείας, ακόμα κι όταν εμείς δεν θα είμαστε πια εδώ για να την υπερασπιστούμε. Συμφωνείτε;









