Απρίλη μήνα μαρτύρησε ο ήρωας της ξενιτιάς
Από τις πιο «μαύρες» ήταν η δεκαετία του 1910 για το Ρέθυμνο.
Νιάτα σαν τα κρύα τα νερά περιφέρονταν άσκοπα στους δρόμους αναζητώντας ευκαιρία για μεροκάματο. Και που να το βρουν; Όποιος είχε γη μπορούσε να συντηρήσει τον εαυτό του, αλλά ούτε που μπορούσε να σκεφτεί για να πάρει κόσμο στη δούλεψή του. Στα μαγαζιά όπως περιγράφει ο Παντελής Πρεβελάκης, στο «Χρονικό μιας πολιτείας», η ίδια κατάσταση. Οι μαγαζάτορες δεν είχαν πώς να σκοτώσουν την ώρα τους μέσα σε τόση αναδουλειά.
Δυστυχία παντού … Όσο ήταν οι Ρώσοι στην πόλη εύρισκαν και οι Ρεθεμνιώτες ένα πιάτο φαγητό από τη σίτιση των στρατιωτών. Αυτό που έβραζε στα μεγάλα καζάνια του στρατώνα θα χόρταινε και ντόπιες οικογένειες που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα.
Όταν έφυγαν και οι Ρώσοι μαύρη ζωή περνούσαν οι ντόπιοι που χαίρονταν μόνο τη λευτεριά τους. Και μέσα στο κλίμα αυτό της απόγνωσης φούντωσε το όνειρο αναζήτησης καλύτερης τύχης στην ξενιτιά.
Δεν άργησαν κάποιοι περισσότερο τολμηροί να το αποφασίσουν Ό,τι μπορούσε να πουληθεί έγινε οβολός για το πολυπόθητο εισιτήριο. Και πάλι δεν άνοιγε αμέσως ο δρόμος για να κυνηγήσει καθένας το όνειρό του. Έπρεπε πρώτα να απαλλαγεί από την παραδοσιακή του φορεσιά. Κι αφού εξασφάλιζε παντελόνι και σακάκι από ένα μαγαζί της συμφοράς στην οδό Τσάρου, γραμμή για το πρακτορείο, όπου κι εκεί ερχόταν πάλι ο δισταγμός να τους βασανίσει. Και θα τα βγάζανε πέρα με το ταξίδι; Άνθρωποι του βουνού πως θα περνούσαν ωκεανό;
Όπως μας περιγράφει ο Θεμιστοκλής Βαλαρής στο βιβλίο του «Μια πόλη αναμνήσεις» εύρισκε το μπελά του ο πράκτορας μέχρι να πειστεί ο υποψήφιος ταξιδιώτης να βγάλει εισιτήριο.
Και τι σκέφτηκε ο έρημος για να ησυχάσει από τη μουρμούρα και να πάψει να τον αγχώνει ο συνωστισμός έξω από το πρακτορείο του; Υποσχόταν να τους κόψει εισιτήριο χωρίς …φουρτούνα.
Ο Ηλίας Σπαντιδάκης από τη Λούτρα, που ήταν μέσα στους αναποφάσιστους για το ταξίδι, δεν νοιαζόταν για τον καιρό. Η υποχρέωση να αλλάξει φορεσιά τον ενοχλούσε. Η πίστη του στις παραδόσεις τον έκανε να υποφέρει. Αλλά και τι του έμενε να κάνει; Ήταν μονόδρομος η απόφαση αυτή. Και μια μέρα έβγαλε μια φωτογραφία ντυμένος με τη λεβέντικη φορεσιά του και μετά έβαλε τα ευρωπαϊκά να ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι. Ήταν στα 1906 κι εκείνος μόλις 20 χρόνων.
Το ταξίδι στην Αμερική ξεπερνούσε τον μήνα. Κάποτε έφθασε. Αν και για κείνον όλα έμοιαζαν τόσο ξένα με τις συνήθειές του, φρόντισε να προσαρμοστεί. Ξεκίνησε να δουλεύει στα χαλυβουργία του Πουέμπλο, με ημερομίσθιο $1,75, για δώδεκα ώρες την ημέρα. Το 1910 ορκίστηκε Αμερικανός πολίτης και άνοιξε καφενείο στην οδό Μάρκετ του Ντένβερ, μια εργατική γειτονιά που έγινε η τοπική Greek town.
Στον Ζήση Παπανικόλα έναν ιδιόρρυθμο Ελληνοαμερικανό οφείλουμε τις λεπτομέρειες αυτές από τη ζωή του Ρεθεμνιώτη ήρωα της ξενιτιάς, αλλά και σε άπειρες πηγές που εντοπίσαμε στο διαδίκτυο κυρίως της ομογένειας.
Ο Περικλής Λουλουδάκης από το Σπήλι του Ρεθύμνου, που ζούσε πια στο Σικάγο, θυμόταν έντονα τον Ηλία Σπαντιδάκη: «Ο Λούις Τίκας είχε καφενείο τότε. Μάρκετ Στριτ δεκαεφτά. Στο Ντένβερ του Κολοράντο ήμασταν τότε ίσως διακόσιοι Κρητικοί, δουλεύαμε στα ανθρακωρυχεία της περιοχής – στο Λαφαγέτ, στο Φρέντερικ, στη Λούισβιλ, στην Ντελάγκουα, στο Λάντλοου. Και κάθε βράδυ σχεδόν αυτοί οι Κρητικοί έρχονταν μπουλούκια στο καφενείο. Με ξελάσπωσε μια φορά όταν είχα μείνει. Μου ‘δωσε μια ευκαιρία. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Ήταν εκατό τα εκατό Κρητικός».
Συμπτωματικά, απέναντι απ’ το καφενείο βρίσκονταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Wooblies). Ο Τίκας, είτε έγινε από την αρχή μέλος των Wooblies είτε όχι, ήταν αποφασισμένος να αφομοιωθεί στην καινούρια χώρα. Αρχικά, προσπάθησε να μπει στο αστυνομικό σώμα αλλά απερρίφθη εξαιτίας της εμπλοκής του με τους Wooblies. Υπάρχουν πληροφορίες ότι ήταν επικεφαλής ενός συνδικάτου λούστρων που το 1910 έκαναν απεργία ζητώντας αύξηση 100% (από πέντε σε δέκα σεντς!). Άλλοι λένε πως δούλευε για μια ασφαλιστική εταιρεία.
Αναδείχτηκε ηγετική μορφή
Έτσι κι αλλιώς, ο Λούης Τίκας αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή ανάμεσα στους συμπατριώτες του: Μιλούσε καλύτερα αγγλικά απ’ οποιονδήποτε άλλον και έστελνε τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό των συμπατριωτών του, που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα.

Ήταν τζέντλεμαν: Οι φωτογραφίες της συλλογής Ντολντ, που υπάρχουν στην πολιτειακή βιβλιοθήκη του Ντένβερ, δείχνουν έναν Αμερικανό πολίτη χωρίς μουστάκι – κάτι ασυνήθιστο για την κρητική κοινότητα – που δεν θα ξεχώριζε από έναν ντόπιο.
Οι κρητικές παραδόσεις ωστόσο δεν έπαψαν ούτε στιγμή να τον ακολουθούν.
Αναζητώντας την καλύτερη ευκαιρία για δουλειά πήρε και πάλι τον δρόμο για ένα επίσης μακρινό ταξίδι. Είχε πληροφορηθεί ότι στο Κολοράντο θα εύρισκε εύκολα δουλειά στα ανθρακωρυχεία. Εκεί, με το αίμα τους οι μετανάστες, στις υπόγειες στοές, «έχτιζαν» τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ούτε και ο ίδιος φανταζόταν ότι η ζωή και η δράση του στην Αμερική θα γινόταν ένας μύθος, αν και η μοίρα υπήρξε σκληρή μαζί του.

Εργασία σε άθλιες συνθήκες
Οι συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων ήταν άθλιες. Η εργασία στα ορυχεία ήταν σκληρή, αλλά η εκμετάλλευση των εταιρειών σε βάρος των εργαζομένων ήταν αβάσταχτη. Ουσιαστικά οι εταιρείες είχαν οργανώσει τη ζωή των ανθρακωρύχων, κατά τρόπο φεουδαρχικό και τους εκμεταλλεύονταν ληστρικότατα. Σπίτια, καταστήματα, ταβέρνες, εκκλησίες, νερό, φως τα πάντα ανήκαν στην εταιρεία που τα κοστολογούσε κατά 25% ακριβότερα, σε σύγκριση με την ελεύθερη αγορά. Και δεν είχαν άλλη επιλογή, καθώς τους επέβαλαν να είναι πελάτες των διευκολύνσεων που παρείχε η εταιρεία για να επιστρέφουν σ’ αυτήν το πενιχρό εισόδημά τους. Κάθε εργαζόμενος πλήρωνε για τροφή και ύπνο 30 δολάρια, όταν το ημερομίσθιο δεν ξεπερνούσε τα 2 δολάρια. Ο Τίκας αποφάσισε να οργανώσει όσο γίνεται καλύτερα το συνδικαλιστικό τους κίνημα έχοντας τη συμπαράσταση ενός μεγάλου μέρους των Ελλήνων εργατών του Κολοράντο. Άρχισε να περιοδεύει με δικά του έξοδα, στις ανθρακοφόρες περιοχές της βόρειας και νότιας περιφέρειας του Κολοράντο στενά συνδεδεμένος με την Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής, την οποία και ενημέρωνε για την επιτόπια έρευνά του. Έτσι κατάφερε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και να εξελιχθεί σε ηγετική μορφή. Ήταν για όλους ο «Λούης ο Έλληνας» ή ο «Λίο ο Κρητικός», όπως τον αποκαλούσαν. Έγινε θρύλος.
Στο Ντένβερ και στο Πουέμπλο συγκέντρωσε μερικά στατιστικά στοιχεία για τους Έλληνες ανθρακωρύχους στη νότια περιφέρεια. Όπως έγραψε σε μια έκθεση του υπήρχαν 350 Έλληνες στα ορυχεία της νότιας περιφέρειας. Από την Πρωτοχρονιά του 1912 ως τον Αύγουστο του 1913 είχαν σκοτωθεί 13 και είχαν τραυματιστεί πολλοί περισσότεροι.
Ένας τραυματίας εργάτης, ο Μάικλ Σταματάκης, που είχε τραυματιστεί σ’ ένα δυστύχημα στο ορυχείο του Πουέμπλο, διηγήθηκε στον Τίκας την περιφρονητική συμπεριφορά και τις απειλές του γιατρού που επί 14 μέρες τον είχε αφήσει αβοήθητο στο νοσοκομείο και τον προειδοποίησε ότι αν μιλούσε για την περίπτωσή του σε οποιονδήποτε θα τον έδιωχνε από το νοσοκομείο.
Ο Νικ Σαρρής και ο Τζέιμς Γκάνος, ο επίσημος διερμηνέας των Ελλήνων του Πουέμπλο, μίλησαν στον Τίκας για τις υπέρογκες τιμές που αναγκάζονταν να πληρώνουν οι εργάτες στα καταστήματα των εταιρειών.
Έτοιμοι για βιομηχανικό πόλεμο
Ο Τίκας σε σκληρή γλώσσα απευθύνθηκε προς το συνδικάτο των ανθρακωρύχων, γράφοντας στο γράμμα του, ότι μεταξύ των 350 συμπατριωτών του επικρατούσε μια ατμόσφαιρα εξέγερσης: «Αν δεν βελτιωθούν οι συνθήκες», ανέφερε χαρακτηριστικά, «είναι έτοιμοι οποιαδήποτε στιγμή να εμπλακούν σε βιομηχανικό πόλεμο και να αγωνιστούν όπως ακριβώς οι πατεράδες και τα αδέλφια τους στη μητέρα πατρίδα πολέμησαν ενάντια στους Τούρκους για να κερδίσουν την ελευθερία τους».
Η τεταμένη ατμόσφαιρα έδειχνε ότι είχε ωριμάσει ο καιρός για μια μεγάλη απεργία στην περιοχή των ανθρακωρυχείων του Κολοράντο, που διαφέντευε ο μεγαλοεπιχειρηματίες Τζον Ντ. Ροκφέλερ. Η απεργία άρχισε επίσημα στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 στο Λάντλοου, για να καταλήξει στα τραγικά γεγονότα και τη σφαγή του Απριλίου 1914. Τα κυριότερα αιτήματα των απεργών ήταν:
– Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.
– Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρείας.
– Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.
– Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.
– Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Η εργοδοσία στην αντεπίθεση
Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία προκειμένου να την καταπνίξει άρχισε να κάνει εξώσεις των απεργών από τα καταλύματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: Πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο. Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο, το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.
«Ρίξτε στο ψαχνό…»
Τον Οκτώβριο ο Τίκας μετακόμισε κι εκείνος στον καταυλισμό των απεργών. Ο μύθος του άρχισε ν’ απλώνεται στο Κολοράντο σύμφωνα με τα γραφόμενα στον Τύπο. Η κινητοποίηση των εργατών και η έναρξη της απεργίας είχαν προκαλέσει την κινητοποίηση των ιδιωτικών πιστολάδων των εταιρειών, ενώ δεν άργησε να εμφανιστεί και ισχυρή δύναμη της εθνοφρουράς αποτελούμενη από περίπου 700 άνδρες. Είχαν έλθει για να επιβάλουν την τάξη χωρίς φασαρίες. «Αλλά αν χρειαστεί να πυροβολήσετε – είπε ο λοχαγός Βαν Σάις «μη ρίχνετε στον αέρα, ρίξτε στο ψαχνό».
Ο Τίκας με τη γενναιότητα που τον διέκρινε, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στον λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα.
Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν εισέβαλαν στον καταυλισμό, πυροβολώντας αδιακρίτως σε ότι κι αν έβλεπαν να κινείται. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του μετεβλήθη σε λαϊκό προσκύνημα και διαμαρτυρία κατά της βίας και εκμετάλλευσης.
Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60.
Ο ποιητής Ντέιβιντ Μέισον έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: «Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας», όπου περιγράφεται η ζωή του Έλληνα πρωταγωνιστή του αμερικανικού εργατικού κινήματος.
Τη ζωή του Τίκα επανέφερε στο προσκήνιο ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας Ζήσης Παπανικόλας το 1991 γράφοντας τη βιογραφία του σε ένα βιβλίο.
Προηγήθηκε όμως η τιτάνια προσπάθεια του Γιώργου Σταυρουλάκη να συλλέξει στοιχεία γύρω από τη ζωή του ήρωα που ήταν συγγενής του και να μας τον γνωρίσει αρχές του 1990 Αργότερα κυκλοφόρησε τη δουλειά του αυτή σε μια εξαιρετική έκδοση. Ο ίδιος πρωτοστάτησε στην οργάνωση εκδηλώσεων από το Εργατικό Κέντρο για να τιμηθεί ο ήρωας στο χωριό του. Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς είχε δώσει μια καλή ευκαιρία.

Επίσης, το 2001 ο Αμερικανός τραγουδοποιός Φρανκ Μάνινγκ (Frank Manning) στηριγμένος στις αναμνήσεις του παππού του που συμμετείχε στην απεργία του Λάντλοου, έγραψε το τραγούδι «Λούης Τίκας», που βραβεύτηκε στον διαγωνισμό «Γούντι Γκάθρι». Το τραγούδησε στις ετήσιες εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο Λάντλοου από την Ένωση Ανθρακωρύχων και το 2007 το τραγούδησε και στην Ελλάδα.
Το 2013 η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά και ο σκηνοθέτης Νίκος Βεντούρας γύρισαν το ντοκιμαντέρ Παλικάρι (Ο Λούις Τίκας και η σφαγή του Λάντλοου).
Το 2014 κυκλοφόρησε και μια εξαιρετική ταινία ντοκιμαντέρ του Νικου Βεντούρα με τίτλο «Παλικάρι», που αναφέρεται στη ζωή και στον τραγικό θάνατο του Ρεθεμνιώτη ήρωα.
Το 2015 στον πρώτο δίσκο του συγκροτήματος Φερ’ το Φόκο, εμπεριέχεται το τραγούδι Λούη Τίκας, πράγμα που το καθιστά το πρώτο ελληνικό τραγούδι που γράφτηκε για τον Λούη Τίκα.
Το 2017 το Μουσείο Μνήμης για τους ανθρακωρύχους στο Τρινιντάντ του Κολοράντο αποδέχτηκε πρόταση για τη δωρεά αγάλματος του Τίκα. Στην απαντητική επστολή αναφέρεται πως ο Τίκας «άλλαξε την πορεία της αμερικανικής ιστορίας και της εργατικής νομοθεσίας».
Η πρωτοβουλία της Παγκρητίου Αμερικής να στηθεί η προτομή του ήρωα στη γενέτειρά του ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό. Φυσικά δεν έχει τη μεγαλοπρέπεια της άλλης στο Κολοράντο αλλά «κι από τ’ ολότελα…». Ευτυχώς υπάρχει και οδός στο όνομά του στην πόλη από όπου πήρε τον δρόμο της ξενητειάς.
Όσο για εκδηλώσεις προς τιμήν του ποτέ δεν είναι αργά να ξεκινήσουν και πάλι… Το Εργατικό Κέντρο έχει και τη θέληση και τη μπόρεση.










