Η υποχρηματοδότηση της έρευνας «αγκάθι» τόσο για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες – Περιορισμός πόρων, παράκαμψη αναγκαίων ερευνητικών διαδικασιών και μονόπλευρη κατεύθυνση χρημάτων στις θετικές επιστήμες
Δέκα χρόνια μετά την επίσημη θεσμοθέτησή του, αλλά έχοντας ήδη θέσει στέρεες, γόνιμες, βάσεις από τις προηγούμενες δεκαετίες, το Κέντρο Ερευνών και Μελετών του Πανεπιστημίου Κρήτης για τις Ανθρωπιστικές, τις Κοινωνικές και τις Επιστήμες της Αγωγής αποτελεί σήμερα μία ώριμη, αναγνωρισμένη, ερευνητική δομή της τοπικής ακαδημαϊκής κοινότητας και της Ρεθεμνιώτικης κοινωνίας. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα κέντρο φιλοξενίας 31 ερευνητικών εργαστηρίων, το οποίο λειτουργεί ως σταθερός πυρήνας παραγωγής γνώσης με διεπιστημονικά χαρακτηριστικά και ουσιαστική σύνδεση με την κοινότητα. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης εξάλλου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης του Ρεθύμνου, έχοντας συνδιαμορφώσει από την ίδρυσή του, το έμψυχο δυναμικό, την οικονομία, την απασχόληση, την επιχειρηματικότητα, τον πολιτισμό της και όχι μόνο. Στην πραγματικότητα, ο ρόλος του ΚΕΜΕ ενισχύει τη διεθνή και εγχώρια ακαδημαϊκή και ερευνητική αναγνώριση του Πανεπιστημίου ως ένα από τα κορυφαία Πανεπιστήμια στην Ελλάδα, συμβάλλοντας στην εκπόνηση αναγκαίου ερευνητικού έργου και λειτουργώντας ως πυλώνας ενίσχυσης και επιβίωσης των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Σε ένα περιβάλλον που η χρηματοδότηση της έρευνας ολοένα και απαξιώνεται, περιορίζεται ή κατευθύνεται αποκλειστικά προς τις τεχνολογικές και θετικές επιστήμες, το ΚΕΜΕ καλύπτει ένα θεσμικό και ερευνητικό κενό στις σχολές του Ρεθύμνου, προσφέροντας κοινό πεδίο συνεργασίας σε ερευνητές και εργαστήρια που χρειάζονται μία οργανωμένη υποστήριξη.
Τα δεκάδες εργαστήρια που συντονίζονται από ερευνητές, διδάσκοντες και μέλη της Φιλοσοφικής Σχολής, τη Σχολής Κοινωνικών Επιστημών και της Σχολής Επιστημών Αγωγής καθιστούν το Πανεπιστήμιο Κρήτης πόλο έλξης νέων επιστημόνων και συμβάλλουν σε μία διατήρηση της δυναμικής και της αναπτυξιακής πορείας που χαράσσει εδώ και χρόνια. Ωστόσο, πίσω από τη θεσμική εδραίωση παραμένουν ανοιχτές μεγάλες προκλήσεις με τις οποίες ο χώρος της επιστήμης και της έρευνας έρχεται αντιμέτωπος. Η χρόνια υποχρηματοδότηση της έρευνας αποτελεί ανάχωμα περαιτέρω ανάπτυξης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αλλεπάλληλες κοινωνικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές κρίσεις αναδεικνύουν περισσότερο από ποτέ την ανάγκη κατανόησης των κοινωνικών μετασχηματισμών και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η χρηματοδότηση των αποτελεσμάτων της έρευνας, πριν ακόμα από την εκπόνησή της είναι μία πάγια ελληνική, δημοσιονομική και πολιτική τακτική, η οποία μοιάζει να εδραιώνεται ακόμα περισσότερα τα τελευταία χρόνια. Η επετειακή εκδήλωση για τα «10 Χρόνια ΚΕΜΕ-ΠΚ» που πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης στην Πανεπιστημιούπολη του Γάλλου στις εγκαταστάσεις του Κέντρου εκτός από την απολογιστική προβολή της ιστορίας και των δράσεων του κέντρου, ανέδειξε και τον διαρκή αγώνα επιβίωσης και διεκδίκησης χώρου για την έρευνα.
Στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κρήτης παρευρέθηκαν εκπρόσωποι αρχών και φορέων του τόπου, o πρώην πρύτανης Ευριπίδης Στεφάνου, πρώην αντιπρυτάνεις και διευθυντές του ΚΕΜΕ και μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας. Στο πλαίσιο της εκδήλωσης βραβεύτηκαν για την προσφορά και το έργο τους και τους απονεμήθηκαν τιμητικές πλακέτες, ο ομότιμος καθηγητής Μιχάλης Δαμανάκης, ο ομότιμος καθηγητής Σκεύος Παπαϊωάννου και η ομότιμη καθηγήτρια Μαρία Κούση, οι οποίοι διετέλεσαν διευθυντές και διευθύντρια του ΚΕΜΕ-ΠΚ. Στην εκδήλωση χαιρετισμό απηύθυναν ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης, Ευριπίδης Στεφάνου, η αντιπεριφερειάρχης Ρεθύμνου, Μαίρη Λιονή, ο δήμαρχος Ρεθύμνης, Γιώργος Μαρινάκης, ενώ εκ μέρους του νυν πρύτανη, Γιώργου Κοντάκη, αλλά και των βουλευτών Ρεθύμνου της ΝΔ, Γιάννη Κεφαλογιάννη, του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Μανόλη Χνάρη και Επικρατείας, Ευάγγελου Αποστολάκη αναγνώστηκαν χαιρετισμοί. Εκ μέρους του Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Προδρόμου χαιρετισμό ανέγνωσε ο πατήρ Βασίλειος Παπαδάκης.
Η Διευθύντρια του ΚΕΜΕ Στέλλα Γιακουμάκη στο πλαίσιο της εκδήλωσης ανέφερε μεταξύ άλλων σε δηλώσεις της στα «Ρ.Ν.»: «Η εκδήλωση για τη συμπλήρωση δέκα χρόνων λειτουργίας του ΚΕΜΕ-ΠΚ αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή για εμάς. Μέσα σε αυτή τη δεκαετία, το ΚΕΜΕ-ΠΚ κατάφερε να εδραιωθεί ως ένας ουσιαστικός πυλώνας έρευνας, τεκμηρίωσης και επιστημονικού διαλόγου στις Κοινωνικές, τις Ανθρωπιστικές και τις Επιστήμες της Αγωγής. Με συνέπεια, και υψηλό επιστημονικό επίπεδο, ανέδειξε τη σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας, ενίσχυσε τη σύνδεση της έρευνας με την κοινωνία και δημιούργησε ένα σταθερό πεδίο παραγωγής γνώσης με πραγματικό αποτύπωμα. Η πορεία του αποδεικνύει ότι η επιστημονική γνώση μπορεί και πρέπει να συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση των σύγχρονων κοινωνικών προκλήσεων και στη διαμόρφωση πολιτικών και πρακτικών με επίκεντρο τον άνθρωπο. Η εκδήλωση δεν είναι ένας απολογισμός της μέχρι σήμερα διαδρομής. Είναι μια αφορμή να αναδειχθεί η δυναμική του ΚΕΜΕ-ΠΚ καθώς και το γεγονός ότι αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για την έρευνα στις Ανθρωπιστικές, τις Κοινωνικές και τις Επιστήμες της Αγωγής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και το νησί μας συνολικά».


Το αίτημα στον υπουργό Σημίτη και το Οφθαλμολογικό Ιατρείο στο Ηράκλειο
Μία ιστορική αναδρομή από την περίοδο που η δημιουργία του Κέντρου είχε συλληφθεί ως ιδέα, μέχρι τις ενέργειες για τη σύστασή του και εν τέλει την οριστική ίδρυσή του έκανε ο κ. Παπαϊωάννου, έχοντας διατελέσει επίσης διευθυντής του. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στα «Ρ.Ν.», μετά από μία σειρά σπουδών σε Θεσσαλονίκη και Γερμανία επέστρεψε στο Ρέθυμνο, όπου δεν υπήρχε καν τμήμα κοινωνιολογίας, παρά μόνο η Φιλοσοφική. Ως καθηγητής σε σχολείο στα Περβόλια ξεκίνησε σταδιακά να εντοπίζει μαζί με συναδέλφους την ανάγκη εκπόνησης έρευνας. «Για μένα ήταν αυτονόητο, τουλάχιστον στα χρόνια που ήμουν στη Γερμανία. Οπότε προσπαθούμε με άλλους συναδέλφους που είχαμε το ίδιο πρόβλημα να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Είχε ιδρυθεί στο μεταξύ στο Ηράκλειο το ΙΤΕ, επί Σημίτη, υπουργού Βιομηχανίας και Έρευνας. Κάποια στιγμή έρχεται ο Σημίτης ως υπουργός Παιδείας να ακούσει τα προβλήματα του Πανεπιστημίου. Πήγα ως εκπρόσωπος της Κοινωνιολογίας και του λέω κ. υπουργέ, «κάνατε το ΙΤΕ στο Ηράκλειο, κάτι αντίστοιχο για Κοινωνικές, Ανθρωπιστικές Επιστήμες καλό θα ήταν να κάνετε και στο Ρέθυμνο». Με σνομπάρει εντελώς και φεύγει. Βλέπει τον Χριστοδουλάκη, τον μετέπειτα τσάρο της οικονομίας, ο οποίος τότε ήταν γραμματέας έρευνας και τεχνολογίας και του λέει: «Νίκο, πάρε τον κ. Παπαϊωάννου μετά και συζητήστε αν έχει μία πρόταση για έρευνα να την πάει στο ΙΤΕ». Αυτή ήταν μία πρώτη φάση», ανέφερε ο κ. Παπαϊωάννου. Στη δεύτερη φάση κατά την οποία ο Μιχάλης Δαμανάκης αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για αντιπρύτανης και ζήτησε βοήθεια από τον κ. Παπαϊωάννου, εκείνος ζήτησε επίσης την επιδίωξη δημιουργίας του Κέντρου σε περίπτωση εκλογής του. «Το πήρε πολύ σοβαρά ο Μιχάλης. Μετά από διάφορες προσπάθειες στη Σύγκλητο, μας όρισε η Σύγκλητος ένα άτυπο διοικητικό συμβούλιο και προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα καταστατικό. Ο Μιχάλης ήταν άτυπα ο διευθυντής, εγώ ο υποδιευθυντής, μετά προκηρύσσεται ο διαγωνισμός για να εκλεγεί κανονικά πλέον διευθυντής του ΚΕΜΕ. Μετά άρχισαν τα προβλήματα, διότι τόσοι συνάδελφοι το σνόμπαραν, απλά χρησιμοποιούσαν κάποιους πόρους για γραφεία καθηγητών, ούτε έρευνα, ούτε τίποτα, δεν υπήρχε βέβαια και εξοπλισμός. Φτάνουμε στην αποφασιστική φάση για τη δεύτερη πτέρυγα, με τον κ. Παλλήκαρη πρύτανη. Η Περιφέρεια έδωσε γύρω στα οκτώ εκατομμύρια στο Πανεπιστήμιο για υποδομές. Ο κ. Παλλήκαρης ήθελε να πάρει αυτό το ποσό να κάνει ένα οφθαλμολογικό στο Ηράκλειο. Ο συσχετισμός ήταν υπέρ μου, με αποτέλεσμα να περάσει η πρότασή μου, έγινε η δεύτερη πτέρυγα και η διαμόρφωση του χώρου», κατέληξε.


«Χωρίς τις ανθρωπιστικές επιστήμες θα ήμασταν πολύ πιο πίσω στις επίλυση κρίσιμων ζητημάτων στον 21ο αιώνα»
Καθοριστική ήταν η συμβολή του κ. Δαμανάκη στη δημιουργία και την ανάπτυξη του ΚΕΜΕ, με τον ίδιο να διατελεί ως πρώτος διευθυντής του, καθώς και ως πρώην αντιπρύτανης του πανεπιστημίου Κρήτης. Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.»: «Το ΚΕΜΕ είναι ένας ερευνητικός θεσμός που ήρθε να καλύψει ένα κενό που υπήρχε στις σχολές του Ρεθύμνου, με την έννοια με ότι δεν υπήρχε ένας κεντρικός θεσμός στον οποίο θα μπορούσαν να συσπειρωθούν οι επιστήμονες που ήταν σκόρπιοι στα διάφορα εργαστήρια. Στέγασε λοιπόν τα εργαστήρια, απέκτησε έναν κεντρικό κορμό, οπότε οι ερευνητές έχουν τη δυνατότητα πλέον να συνεργάζονται και να δουλεύουν διεπιστημονικά, κάτι που παλαιότερα ήταν λίγο δύσκολο». Επιπλέον, μιλώντας για τη σημερινή του μορφή, ο κ. Δαμανάκης τόνισε ότι βρίσκεται σε ένα ικανοποιητικό στάδιο και έχει κάνει αισθητή την παρουσία του στον πανεπιστημιακό χώρο. Με τη σειρά της, κομβικό σημείο για το Ρέθυμνο και για την ανάδειξη και τον εμπλουτισμό του ερευνητικού του έργου χαρακτήρισε το ΚΕΜΕ, η κ. Κούση, πρώην διευθύντριά του, η οποία μιλώντας στα «Ρ.Ν.» τόνισε ότι ουσιαστικά το Κέντρο λειτουργεί ως κέντρο προστασίας και υποστήριξης των ερευνητών. Παράλληλα, στην εκδήλωση αναφέρθηκε σε δύο πολύ μεγάλες προκλήσεις της σημερινής εποχής, την χρηματοδότηση της έρευνας των ανθρωπιστικών σπουδών, αλλά και την τεχνητή νοημοσύνη. «Είναι ένα πολύ κρίσιμο ζήτημα στην εποχή μας, που ολοένα και περισσότερη χρηματοδότηση και από τον ιδιωτικό και από τον δημόσιο τομέα πηγαίνει στις τεχνολογικές επιστήμες. Οι πολλαπλές κρίσεις που έχουμε δει και ζήσει μας φέρνουν πιο κοντά στο να καταλάβουμε την αξία των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Χωρίς αυτές νομίζω ότι θα ήμασταν πολύ πιο πίσω στις επίλυση κρίσιμων ζητημάτων στον 21ο αιώνα. Η άλλη μεγάλη πρόκληση που μας έχει όλους αγγίξει είναι η τεχνητή νοημοσύνη, που έχει μπει σε όλα τα πεδία και οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες είναι αυτές που πραγματικά, σε συνεργασία με τους επιστήμονες των τεχνικών και φυσικών επιστημών, είναι αυτοί που μπορούν να βοηθήσουν και να συνδράμουν στο να γίνει η τεχνητή νοημοσύνη καλύτερη για όλους», ανέφερε.
«Για εμάς τους Ρεθεμνιώτες, το Πανεπιστήμιο Κρήτης αποτελεί διαχρονικά κάτι πολύ περισσότερο από έναν ακαδημαϊκό θεσμό. Αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της πόλης μας, έναν ζωντανό πυρήνα γνώσης, πολιτισμού και δημιουργίας, που έχει συνδεθεί ουσιαστικά με την κοινωνική, πνευματική και αναπτυξιακή πορεία του Ρεθύμνου. Η σχέση αυτή χτίστηκε μέσα στα χρόνια με αμοιβαίο σεβασμό, συνεργασία και κοινή πίστη στη δύναμη της παιδείας και της έρευνας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΚΕΜΕ-ΠΚ αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο αναφοράς για την έρευνα και την επιστημονική συνεργασία. Έναν χώρο παραγωγής γνώσης και διαλόγου, που αναδεικνύει τη σημασία των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών και σύνθετων προκλήσεων.
Η έρευνα και η καινοτομία δεν αφορούν μόνο την τεχνολογία και την οικονομία. Αφορούν και την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και την κατανόηση των μεταβολών που επηρεάζουν τις σύγχρονες κοινωνίες. Και σε αυτό το πεδίο, η συμβολή του ΚΕΜΕ-ΠΚ είναι ουσιαστική και πολύτιμη» ανέφερε στον χαιρετισμό του ο βουλευτής Ρεθύμνου της ΝΔ Γ. Κεφαλογιάννης συγχαίροντας τη Διεύθυνση, τα μέλη ΔΕΠ, τους ερευνητές, το διοικητικό προσωπικό και όλους όσους συνέβαλαν αυτά τα χρόνια στην πορεία και την καταξίωση του Κέντρου εκφράζοντας την ευχή το ΚΕΜΕ-ΠΚ να συνεχίσει με την ίδια επιστημονική συνέπεια και δημιουργικότητα το έργο του, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την παρουσία του Πανεπιστημίου Κρήτης στην Ελλάδα και το εξωτερικό και συμβάλλοντας στην παραγωγή γνώσης με ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα.













