Συνδεδεμένα με τις εισοδηματικές ανισότητες τα υψηλά επίπεδα πολιτικής και ιδεολογικής πόλωσης σε Ελλάδα και Ευρώπη – Τα αποτελέσματα της πρόσφατης ερευνητικής μελέτης της Μονάδας
Στη διασύνδεση της επιστημονικής γνώσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και της επιχειρηματικής κοινότητας στοχεύει η Μονάδα Ερευνών Αγοράς και Επιχειρηματικότητας του Πανεπιστημίου Κρήτης, η οποία αποτελεί ένα ακαδημαϊκό και ερευνητικό σύνδεσμο που στοχεύει στην προαγωγή της έρευνας, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας μέσα από τη συστηματική μελέτη των τάσεων της αγοράς και τη στήριξη της ανάπτυξης βιώσιμων επιχειρηματικών πρακτικών. Η δράση αφορά την έρευνα της αγοράς και της καταναλωτικής συμπεριφοράς, την ανάλυση επιχειρηματικών μοντέλων και στρατηγικής, τις μελέτες καινοτομίας και επιχειρηματικού οικοσυστήματος, καθώς και την εκπαίδευση και κατάρτιση φοιτητών και νέων επιχειρηματιών. Παράλληλα, η Μονάδα αναπτύσσει συνεργασίες με επιχειρήσεις, δημόσιους φορείς και οργανισμούς, προωθώντας τη δημιουργία και μεταφορά γνώσης, ενώ μέσα από ερευνητικά έργα, συμβουλευτικές δράσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα, συμβάλλει στην ανάλυση της τοπικής οικονομίας, προάγοντας την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα. Η αποστολή της είναι να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ του Πανεπιστημίου και της αγοράς, υποστηρίζοντας τη σύνδεση της ακαδημαϊκής έρευνας με την πραγματική οικονομία και προσφέροντας πολύτιμα εργαλεία ανάλυσης και λήψης αποφάσεων σε επιχειρήσεις και οργανισμούς.
Η πρόσφατη ερευνητική μελέτη με τίτλο «Together We Stand, Divided We Fall: Political Polarisation and Income Inequality in the EU and the UK» που διεξήχθη υπό την αιγίδα της μονάδας, αναλύει τη σχέση μεταξύ πολιτικής πόλωσης και οικονομικής ανισότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, για την περίοδο 1989-2024. Τα αποτελέσματα της δείχνουν ότι η πολιτική πόλωση στην Ευρώπη και κυρίως στην Ελλάδα αυξάνεται σταθερά από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, με τις πιο έντονες διακυμάνσεις να εντοπίζονται μετά την οικονομική κρίση του 2008, την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, την προσφυγική κρίση του 2015 και την πανδημία COVID-19. Η Νότια και Ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Πολωνία, εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα πόλωσης, ενώ η Βόρεια και Δυτική Ευρώπη διατηρούν σχετικά σταθερά και χαμηλότερα επίπεδα. Η ανάλυση δείχνει ότι η πόλωση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες προέρχεται κυρίως από τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνικών ομάδων (between-group alienation) και όχι από αυξανόμενη ομοιογένεια εντός των ομάδων. Οι διαιρέσεις αυτές σχετίζονται με εισοδηματικές και ταξικές ανισότητες, αντιλήψεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, πολιτισμικά ζητήματα και γεωγραφικές ανισότητες μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών. Μέσα από μια καινοτόμα μεθοδολογική προσέγγιση, οι συγγραφείς επιδιώκουν να εξηγήσουν πώς οι κοινωνικοοικονομικές μεταβολές, οι κρίσεις και οι θεσμικές αδυναμίες της Ευρώπης έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον αυξανόμενης πολιτικής και κοινωνικής διαίρεσης. Η έρευνα αξιοποιεί δεδομένα από το European Election Studies (EES) και εφαρμόζει μια σειρά από προχωρημένες στατιστικές τεχνικές, όπως ένα σύστημα διόρθωσης των σφαλμάτων αντίληψης στις αυτοτοποθετήσεις των πολιτών στον ιδεολογικό άξονα, καθώς και έναν αξιόπιστο δείκτη για την αποτίμηση του βαθμού πόλωσης με βάση δύο κρίσιμες διαστάσεις: την ταύτιση (identification) και την αποξένωση (alienation).

Όπως τόνισε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο διευθυντής της Μονάδας και καθηγητής στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, Βαγγέλης Τζουβελέκας, «η Μονάδα θεσμικά έχει ιδρυθεί από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Κρήτης, λειτουργεί υπό την αιγίδα της Πρυτανείας και εξυπηρετεί και τις ερευνητικές ανάγκες αλλά και τις εκπαιδευτικές. Στη Μονάδα απασχολούνται φοιτητές κάθε εξάμηνο, τους οποίους μαθαίνουμε τη διαδικασία διαμόρφωσης και σχεδιασμού μιας πρωτογενούς έρευνας, να την υλοποιήσουν και να κοινοποιήσουν τα αποτελέσματά της». Πέρα από την εκπαιδευτική της διάσταση, η Μονάδα συμμετέχει ενεργά σε ερευνητικά προγράμματα, συλλέγοντας και αναλύοντας δεδομένα που αφορούν κρίσιμους τομείς της οικονομίας, της απασχόλησης και της επιχειρηματικότητας. «Αυτό που τρέχει τώρα είναι ο Περιφερειακός Μηχανισμός για την αγορά εργασίας, στον οποίο αναλύουμε την ανεργία σε επίπεδο Δήμων της Κρήτης», ανέφερε ο κ. Τζουβελέκας.
Η μελέτη για την πολιτική πόλωση και τις εισοδηματικές ανισότητες
Η έρευνα, που συντονίστηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου Κρήτης, αναλύει τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική πόλωση και την εισοδηματική ανισότητα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ηνωμένο Βασίλειο, καλύπτοντας την περίοδο 1989-2024. Με τη χρήση προηγμένων στατιστικών μοντέλων, επιχειρεί να αποτυπώσει τον βαθμό πόλωσης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και να εξηγήσει τους παράγοντες που την τροφοδοτούν. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πολιτική πόλωση αυξάνεται σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες, με εντονότερες διακυμάνσεις μετά την οικονομική κρίση του 2008. Η Νότια και Ανατολική Ευρώπη, στις οποίες ανήκει και η Ελλάδα, παρουσιάζουν τα υψηλότερα επίπεδα πόλωσης, ενώ η Βόρεια και Δυτική Ευρώπη παραμένουν πιο σταθερές. Σύμφωνα με τον κ. Τζουβελέκα, «η βασική ιδέα είναι ότι προσπαθούμε να συνδέσουμε την πόλωση με τις εισοδηματικές ανισότητες, δηλαδή κατά πόσο, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, το άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας επιτείνει αυτήν την πόλωση που παρατηρούμε στο πολιτικό γίγνεσθαι». Όπως εξήγησε, η έρευνα δείχνει καθαρά ότι όσο μεγαλώνει η ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων, τόσο εντείνεται η πολιτική πόλωση. «Το πρόβλημα δεν είναι ότι μειώνεται το εισόδημα, αλλά ότι αυξάνεται η ψαλίδα μεταξύ της κατώτερης και της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Ειδικά στην τελευταία δεκαετία, το βασικό πρόβλημα της κρίσης στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο οι εκπτώσεις των εισοδημάτων, αλλά η αύξηση της ψαλίδας. Η ισοπέδωση της μεσαίας τάξης μετά το 2015 οδήγησε πολλούς προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω». Η έρευνα διαπιστώνει επίσης ότι η πολιτική πόλωση συνδέεται με τη δυσκολία λήψης συλλογικών αποφάσεων. Όπως ανέφερε ο κ. Τζουβελέκας, «όσο πιο πολωμένη είναι η κοινωνία, τόσο πιο δύσκολο είναι να συναινέσει σε κάτι κοινό και να πάει τα πράγματα μπροστά». Ειδικά στην Ελλάδα, «μόλις αλλάζει ο εκλογικός κύκλος, αλλάζουν και οι βασικοί νόμοι, γι’ αυτό στην παιδεία έχουμε 40 υπουργούς και 30 μεταρρυθμίσεις τα τελευταία 20 χρόνια». Η πολιτική πλειοψηφία στη Βουλή, όπως υπογράμμισε, «δεν σημαίνει ότι ανταποκρίνεται στην κοινωνική πλειοψηφία. Η απόσταση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής παραμένει μεγάλη, κάτι που ενισχύει την αίσθηση αποξένωσης».
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι μεσογειακές χώρες παρουσιάζουν εντονότερη πόλωση σε σχέση με τις βορειοευρωπαϊκές, κάτι που αποδίδεται τόσο στις οικονομικές ανισότητες όσο και στη θεσμική τους ανωριμότητα. «Οι δυτικές χώρες έχουν πιο ώριμες δημοκρατίες», όπως εξήγησε ο κ. Τζουβελέκας, «με ισχυρότερους κοινωνικούς δεσμούς και αξίες που ομαλοποιούν την πόλωση. Στην περίπτωση των μεσογειακών χωρών αυτό δεν υπάρχει, συν του γεγονότος ότι έχουμε μεγαλύτερες αποκλίσεις ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα». Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η μελέτη περιγράφει έναν φαύλο κύκλο, δηλαδή ανισότητες που αυξάνουν την πόλωση, και στη συνέχεια αυτή υπονομεύει τη συναίνεση και τη σταθερότητα, και αυτό με τη σειρά του να διευρύνει περαιτέρω τις ανισότητες. Ο κ. Τζουβελέκας επεσήμανε ότι «ένας τρόπος να καταφέρουμε την καταπολέμηση της πόλωσης και την ενίσχυση της δημοκρατίας είναι να μειώσουμε τις εισοδηματικές ανισότητες, οι οποίες την τελευταία 15ετία έχουν εκτιναχθεί σε όλη την Ευρώπη».
Η παραπάνω μελέτη δεν αποτελεί μεμονωμένο εγχείρημα, αλλά εντάσσεται στη στρατηγική της Μονάδας Ερευνών Αγοράς και Επιχειρηματικότητας για την παραγωγή γνώσης με κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο. Η Μονάδα, μέσω των ερευνών της, συνδέει την ακαδημαϊκή ανάλυση με τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς και της κοινωνίας, παρέχοντας πολύτιμα εργαλεία σε φορείς και επιχειρήσεις. Μελέτες όπως αυτή για την πολιτική πόλωση δεν περιορίζονται σε θεωρητικό ενδιαφέρον, αλλά λειτουργούν ως καθρέφτης της ευρωπαϊκής και ελληνικής κοινωνίας, προσφέροντας τεκμηριωμένα δεδομένα για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Μέσα από τη συνεργασία πανεπιστημιακών, φοιτητών και εξωτερικών φορέων, η Μονάδα συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτικών που ενισχύουν τη δημοκρατία, τη συνοχή και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Όπως συνόψισε ο κ. Τζουβελέκας, «η ανάπτυξη δεν έρχεται με τα λόγια, αλλά με κεφάλαια, με ίσες ευκαιρίες και με μείωση των αποκλίσεων». Η ερευνητική δουλειά που παράγεται από το Πανεπιστήμιο Κρήτης αποδεικνύει ότι το νησί δεν αποτελεί μόνο τουριστικό προορισμό, αλλά και κέντρο γνώσης, ανάλυσης και προτάσεων πολιτικής για το μέλλον της χώρας.










