Από τις σημαντικές μορφές και ο Γιώργης Πετουσάκης
Έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα αφιερώματά μας στη συλλογική προσπάθεια συμπολιτών με δεξιότητες και φαντασία να οργανώνουν καρναβάλι.
Το 1915 όμως η προετοιμασία γινόταν κάτω από μεγάλο άγχος και αγωνία για το αποτέλεσμα. Να διαισθάνονταν εκείνοι οι πρώτοι διδάξαντες ότι διοργάνωναν μια τελετή που θα γινόταν θεσμός και θα έφερνε στο προσκήνιο το Ρέθυμνο;
Σε όποια ψυχική κατάσταση βρισκόταν καθένας εκείνη την εποχή ζούσαν για τη μεγάλη στιγμή.
Μας περιγράφει σχετικά ο Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκης: «Ο κόσμος είχε μεγάλη διάθεση να ξεφαντώσει. Κι ας έμεναν τα εμπορεύματα στα ράφια κι ας είχε προδώσει και η παραγωγή λαδιού τις τόσες προσδοκίες.
Δεν θα τους έβαζε κάτω κι εκείνη τη χρονιά τους Ρεθεμνιώτες η ανέχεια.
Πηγαίο και άφθονο ήταν το κέφι. Με το που έπεφτε το βράδυ γέμιζαν σπίτια και μαγαζιά από ανθρώπους που διψούσαν για γλέντι. Καλλιτέχνες κάθε επιπέδου είχαν την τιμητική τους. Οι περιζήτητοι βέβαια ήταν ο Νικήστρατος με το βιολί του και τις μαντινάδες του, ο Δαλέντζας με τη λύρα του και ο Αγιούτης με το μπουζούκι του.
Η γενική ευθυμία έδινε άφεση και στα παιδιά να ξεφύγουν από το μέτρο με δαιμονισμένο θόρυβο και ατέλειωτο παιχνίδι».
Οι πρωτοστάτες του κεφιού
Για τις μορφές τώρα που πρωτοστατούσαν και κανοναρχούσαν τα γλέντια γράφει σχετικά ο Μιχαήλ Παπαδάκις.
«Ποιος δεν θυμάται τον Μανώλη τον γαλατά τον πατέρα του γλύπτη Ιω. Κανακάκη. Τον καλό και αστείο στην εμφάνιση του, που μόνο με τη θέα της γελάς.
Είχε δέκα η δώδεκα παιδιά ανήλικα στον λαιμό του και μόνο τον κόπο και τον ημερονύκτιο μόχθο του διά να τα συντηρήσει στη ζωή. Και όμως αυτός ήταν εκείνες τις Αποκριές ο βασιλιάς του Καρναβαλιού στο Ρέθεμνος.
Είχε και συνεργάτες εκλεκτούς. Οι δάσκαλοι Σταυρακάκης, Ηλιακάκης που παίζανε βιολί, ο Μανόλης (Χρύσανθος) Βιτζικουνάκης μαντολίνο, Αρτέμης Μπεμπισάκης, Μ. Ηλιακάκης, Κ. Βαρούχας, Π. Σκαντάλης, Ιω. Καμπουράκης, Ν. Γουναρίδης καλοί τραγουδιστές. Είχαμε κάνει ένα άρτιο αποκριάτικο συγκρότημα με καλλιτεχνικά μέλη του, τους εκλεκτούς πολίτες και πραγματικούς καλλιτέχνες επιπλοποιούς, Νίκο και Βαγγέλη Μουντριανάκη, από τους οποίους ο πρώτος έπαιζε ωραία κιθάρα και τραγουδούσε περίφημα.
Όλοι αυτοί με μακριές και φιλότιμες προσπάθειες και δοκιμές παρουσίασαν πράγματα που δεν ξανάγιναν και ούτε νομίζω πως είναι βολετό να ξαναγίνουν στο Ρέθεμνος».
Και εγένετο το πρώτο άρμα
Αυτοί οι άνθρωποι που ξεσήκωναν τον κόσμο ήταν και οι δημιουργοί του πρώτου άρματος.
Κυριακή του 1915. Όλη η δράση είχε μεταφερθεί στη Σοχώρα γιατί εκεί μόνο είχαν άνεση χώρου να δουλέψουν οι κατασκευαστές και να χωρέσει το άρμα.
Και συνεχίζει ο Παπαδάκις: «Έζεψαν ένα τεράστιο άλογο, φοράδα που είχε αγορασμένη από τους Ρώσους ο μακαρίτης ο Γκαγκας. Και το άλογο οδηγούσε ένας Οθωμανός ο Αμπτουλλάς, που το είχε και το δούλευε και τις άλλες μέρες κουβαλώντας πέτρες και λάδια και τον εγνώριζε.
Όταν όλοι πήραν τις θέσεις τους, άρχισε η θριαμβευτική παρέλαση του Καρναβαλιού.
Ο Βασιλιάς ντυμένος με κόκκινα και χρυσά ρούχα και στέμμα, έδινε συνθήματα.
– Εμπρός παιδιά να φύγουμε
όλοι μας για τα ξένα
με το δικό μας Βασιλιά
του Καρναβάλου Στέμμα.
– Εμπρός παιδιά, δουλειά παιδιά
τη μέρα και τη νύχτα
Να ‘χωμε χρυσή καρδία.
– Τώρα καθένας ας χαρεί
καιρό που δεν εχάρει
Τώρα που είναι νιος και νεις
τώρα ας χαρεί.
Ακολούθησαν η «ανθισμένη αμυγδαλιά» και άλλα ωραία τραγουδάκια της εποχής. Και οι μελωδικές φωνές και οι ήχοι των οργάνων σαν έβγαιναν από το τεράστιο μαντολίνο, αποτελούσαν ένα πραγματικό χαριτωμένο σύνολο ωδικής και μουσικής μαζί, που δεν ξανάδε το Ρέθεμνος.
Αυτό το πρώτο άρμα είχαμε κατασκευάσει δεκαετία του ’90 με τα παιδιά του Πολυκλαδικού που παρακολουθούσαν τα προαιρετικά μαθήματα δημοσιογραφίας.
Μετά την παρέλαση, μέρες μετά το βρήκαμε πεταμένο και σε κομμάτια, κάπου στο Ατσιπόπουλο.
Αργότερα το παρουσίασε και άλλη ομάδα. Ελπίζουμε αυτό τουλάχιστον να έχει προστατευθεί».

Η πορεία εκείνου του Καρνάβαλου
Ας γυρίσουμε όμως και πάλι σε κείνο το όμορφο χθες.
«Το κάρο με τον Καρνάβαλο ξεκίνησεν από την Μαρμαρόπορτα, πέρασε στο Αμπουχούρι, Μεγάλη Πόρτα, Άμμος Πόρτα, πέρασε την οδό Αρκαδίου, μέχρι το φούρνο του Ροδινού που ήταν στον Πόρο του λιμανιού και γύρισε πίσω τον ίδιο δρόμο.
Το σύνθημα του γυρισμού έδωκε ο Βασιλιάς Καρνάβαλος με αφάνταστα γέλια φωνές και τραγούδια. Τα μπαλκόνια, τα παράθυρα, οι στέγες των σπιτιών ήσαν γεμάτες κόσμο που πετούσε λουλούδια και φασόλες στο μαντολίνο του Καρνάβαλου.
«ΦΧΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ-ΦΧΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ»
Και όλοι πείραζαν τον Βασιλιά.
Ο φίλος του ο γέρο Γαληνός ο ζωγράφος, αντίς άλλης υποδοχής του εφώναζε…
«Φχιου Βασιλιά, φχιου Βασιλιά» και του έκανε μανίκια. Και ο Βασιλιάς του έδειχνε με Βασιλική αξιοπρέπεια, πως τονε γράφει σε μέρος του σώματος του που δεν μπορώ να σας πω.
Ο Γιάννης ο Τερζής που ήταν εκεί που τώρα είναι το χρυσοχοείο Κουγιτού πέταξε του Βασιλιά δυο κρεμμύδες, από το μαγαζί του.
Κι ο Βασιλιάς του είπε, αποτεινόμενος στο πλήθος…
– Εδώ είναι ο Γιάννης ο Τερζής με το μεγάλο φέσι
κι ανε βολή κανιούς ποσάς
να πα να τονε χ@@ει.
Όταν ο Βασιλιάς είδε ένα παπά να παρακολουθεί κι αυτός του είπε…
– Όποιος δεν τον αγαπά
τον αφεη τον παπά
να ‘χει την τρομάρα του
και τη λιγωμάρα του.
Κι όταν όλο το πλήθος τον επευφημούσε, του χειρονομούσε και του φώναζε και αυτός, είχε και έλεγε ανεξάντλητα αστεία.
Σαν Βασιλιάς υπόγραφε και κάπου κάπου. Και είχε για πένα ένα τεράστιο καλάμι και για καλαμάρι τον…πισινό της φοράδας. Εκεί βουτούσε και υπόγραφε.
Πανδαιμόνιο χωρίς παρεξηγήσεις
Κι αυτές τις χειρονομίες και τους αστείους μορφασμούς του Βασιλιά ο κόσμος δεχότανε με χάχανα, με φωνές και σφυρίγματα, πανδαιμόνιο ολόκληρο.
Από τα μπαλκόνια που πετούσαν λουλούδια στο μαντολίνο και οπού άλλου ήθελαν. Οι έγκλειστοι σ’ αυτό έριχναν κι αυτοί λουλούδια με μια λαβίδα της επινοήσεως του Μουντριανάκη που τα πετούσε μακριά.
Η περιοδεία του Καρναβαλιού με αδιάπτωτο και αυξανόμενο κέφι κατέληξε πάλι στη Σοχώρα…
Και από εκεί οι Ρεθυμνιώτες έπιασαν τους δρόμους και τις πλατείες, τα μαγαζιά, τα σπίτια και συνέχιζαν το γλέντι τους και άλλοι πήγανε στο θέατρο «Ιδαίον Άνδρον» του Σπανδάγου, που ήταν δημόσιος χώρος.
Όλη τη νύχτα βάσταξε το αξέχαστο εκείνο γλέντι σε όλη του την ένταση».
Η μεγάλη ώρα της Περιηγητικής
Χρόνια αργότερα, δεκαετία του ’60, μια ομάδα ανθρώπων με επικεφαλής τον Κώστα Μανουρά, τον Κώστα Καννά, τα Δασκαλάκια κι άλλους πολλούς, είχαν μεγάλες φούριες στον χώρο που μπορούσαν να δουλέψουν.
Ήταν η μεγάλη ώρα για την Περιηγητική.
Το πνεύμα συνεργασίας διάχυτο παντού.
Σ΄ εκείνα τα πρώτα Καρναβάλια έδωσε το στίγμα του και ο συνθέτης μας Μπάμπης Πραματευτάκης αλλά από την πλευρά του αρχιτέκτονα. Ήταν πριν πάει στο Μόναχο για σπουδές.

Σχεδίαζε άρματα και φυσικά επόπτευε και βοηθούσε στην κατασκευή.
Από τα πιο γνωστά έργα του, το άρμα της χελώνας, που συμβόλιζε την πορεία του πολιτισμού στη χώρα αλλά και στην πόλη.
Λεπτομέρεια χαρακτηριστική, αντί για δόρυ ένα στυλό «μπίκ» που μόλις είχε κυκλοφορήσει.
Και χορηγός του άρματος ο αξέχαστος συμπολίτης Γιώργης Δεληγιώργης που το μαγαζί του στην πλατεία 4ων Μαρτύρων, έμεινε ιστορικό, γιατί από το μπαλκόνι του που ήταν συνήθως και το βήμα στις κεντρικές προεκλογικές συγκεντρώσεις, γινόταν η προσφώνηση και αντιφώνηση του Καρνάβαλου.
Παρερμηνεία με την υδρόγειο
Από τα πιο κομψά άρματα που εμπνεύστηκε ο Μπάμπης Πραματευτάκης ήταν μια γόνδολα που δεσπόζει στα φωτογραφικά φλας μπακ παλιών Καρναβαλιών και μια υδρόγειος σφαίρα.
Αυτή παρά λίγο να δημιουργήσει και μια παρεξήγηση. Παρίστανε την υδρόγειο και πάνω της τσακώνονταν δυο γαϊδούρια.
Αυτό προκάλεσε ανησυχία σε γνωστό συμπολίτη μήπως το θέμα προκαλέσει …αναμόχλευση παθών καθώς δεν είχε σβήσει η κόντρα αριστερών – δεξιών. Κι έτσι ο Μπάμπης Πραματευτάκης για να μη δημιουργηθούν εντυπώσεις και χαλάσουν τη διάθεση των θεατών, έβαλε την επιγραφή «Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα» θέλοντας να δείξει τη ματαιότητα της αντιπαράθεσης καθώς όλοι είναι περαστικοί από τον πλανήτη αυτό.
Περιζήτητος κι αυτός
Κι ένας ακόμα συμπολίτης ήταν περιζήτητος στα συνεργεία που κατασκεύαζαν τα άρματα. Ο Βαγγέλης Στεφανάκης. Ήταν εξειδικευμένος στην κατασκευή των τεράστιων κεφαλών με χαρτοπολτό, μια διαδικασία καθόλου εύκολη που ήθελε μεγάλη επιδεξιότητα αλλά και μαθηματικό νου για να υπολογίζει τις διαστάσεις.

Είχαν κατασκευαστεί περίπου 17 κεφαλές που πλαισίωναν τις παρελάσεις του Καρναβαλιού για αρκετές διοργανώσεις. Δυστυχώς όμως καταστράφηκαν όταν κάηκε η αποθήκη της Περιηγητικής μαζί με αρκετό άλλο πολύτιμο, μουσειακό υλικό.
Κι έχουν να πουν οι παλιότεροι ότι σε μια παρέλαση ο Βαγγέλης Στεφανάκης, είχε εντυπωσιάσει και εμφανισιακά ως ιππότης σε άλογο …
Ο αξέχαστος Μάρκος
Εντυπωσιακή πάντα και η παρουσία του αξέχαστου Μάρκου Γιουμπάκη, που πάντα εύρισκε τρόπους να βγάζει γέλιο σε αποκριάτικες παρελάσεις.
Κανένας, που τα έζησε, δεν μπορεί να ξεχάσει το «δοχείο νυκτός» και τα «λουκάνικα». Κι ακόμα μάλιστα γελάει.
Κι εδώ πρέπει να υπογραμμιστεί πως το κάθε τι θέλει τρόπο. Ακόμα και το πιο χυδαίο θέμα μπορεί να παρουσιαστεί χαριτωμένο και ξεκαρδιστικό αν ξέρεις να το δώσεις. Και ο αξέχαστος Μάρκος ήταν πρύτανης στην καλοπροαίρετη σάτιρα.
Εκείνες τις εποχές η χαρισματική σε φωνή και εν γένει καλλιτεχνική φύση, Ευριδίκη Κούνουπα Τζιράκη, περνούσε βδομάδα έντασης. Στο κομμωτήριό της συνωθούνταν όλες οι κομψές κυρίες για να χτενιστούν. Και να σημειωθεί ότι όλες στην προσπάθειά τους να μη χαλάσουν την κόμμωση, μέχρι τη βραδιά του χορού που θα πήγαιναν, έχαναν τον ύπνο τους. Αλλά μπρος στα κάλλη τι ήταν η ταλαιπωρία; Όσο για την περιζήτητη κομμώτρια παρά την κούραση, μόλις τέλειωνε τη δουλειά της, έσπευδε να φρεσκαριστεί και να τρέξει στα οικογενειακά και άλλα γλέντια όπου το Κουνουπέϊκο πρωταγωνιστούσε με τις αγγελικές φωνές του.
Μνήμη Πετουσάκη
Αλλά το οδοιπορικό μας στο χαρούμενο αυτό παρελθόν του Ρεθύμνου έχει και συνέχεια.
Ευκαιρία να μνημονεύσουμε με ευγνωμοσύνη κι ένα σπουδαίο δεξιοτέχνη που οι κατασκευές του άφησαν εποχή.
Ο Γιώργος Πετουσάκης ήταν ο άνθρωπος που «ό,τι έβλεπαν τα μάτια του μπορούσαν να κάνουν τα χέρια του», όπως λέει ο λαός μας. Οι συνθέσεις του με τα πιο απλά υλικά άφηναν τις καλύτερες εντυπώσεις και ο διάκοσμος που αναλάμβανε να επιμεληθεί ήταν πραγματικά ένα έργο τέχνης.
Αυτός δημιούργησε και τα πρώτα καλούπια για τις μεγάλες κεφαλές πάνω στις οποίες δούλευαν μετά οι εθελοντές για την προετοιμασία του Ρεθεμνιώτικου Καρναβαλιού.
Η τεχνογνωσία του σε συνδυασμό με την έμφυτη καλαισθησία και την παραγωγική φαντασία του δημιουργούσαν συνθέσεις άξιες να μείνουν σε κάποια μουσειακή συλλογή.
Εκείνος που θα ασχοληθεί με το Ρεθεμνιώτικο Καρναβάλι, στο πέρασμα του χρόνου, δεν θα πρέπει να ξεχνά και τον δεξιοτέχνη Γιώργο Πετουσάκη.
Πόσοι όμως γνωρίζουν και την άλλη την αγωνιστική πλευρά του Γιώργου Πετουσάκη;
Αξίζει να τον γνωρίσουμε καλύτερα.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1928. Ανήκε κι αυτός στην σπουδαία εκείνη γενιά που ανέδειξε ανθρώπους φιλοπρόοδους και δημιουργικούς όπως Μάρκος Πολιουδάκης, Ηλίας Δρετουλάκης, Μανός Αστρινός, Αριστείδης Λιαναντωνάκης και τόσοι άλλοι…
Η γενιά αυτή είχε ενισχυμένο το αίσθημα της φιλίας και του αλτρουισμού, όπως φαίνεται από τη στάση ζωής που ακολούθησαν.
Η κατοχή τους βρήκε στην πιο τρυφερή τους ηλικία. Δεν άργησαν όμως ούτε λεπτό να ενταχθούν στην Αντίσταση. Το χρέος να υπερασπιστεί κάποιος την πατρίδα του δεν είχε ηλικία, φύλο, κοινωνική τάξη.
Ο Γιώργος επέλεξε να πάρει μεγαλύτερο ρίσκο για να βοηθήσει πιο ενεργά τον αγώνα.
Απευθύνθηκε στον Νίκο Τζιφάκη, που δεν μπόρεσε να του αρνηθεί κι ας τον προβλημάτιζε το νεαρό της ηλικίας του Γιώργου και οι κίνδυνοι που απειλούσαν την ομάδα ολόκληρη από μια τυχόν επιπολαιότητα, από μια αθέλητη παιδική αστοχία.
Ο νεαρός είχε κάτι στο βλέμμα του που ενέπνεε εμπιστοσύνη. Ο Τζιφάκης του έδωσε την ευκαιρία και ο Γιώργος με το θάρρος και τη γενναιότητά του δικαίωσε την εμπιστοσύνη αυτή του αρχηγού του.
Αργότερα αναγνωρίστηκε η προσφορά του με την τιμητική διάκριση που επιβράβευε την αγωνιστική του δράση.
Ο Γιώργος Πετουσάκης, άνθρωπος κοινωνικός και δραστήριος, ιδιαίτερα αγαπητός στην τοπική κοινωνία μας είχε πολλούς φίλους. Έναν όμως είχε στην καρδιά του και τον τοποθετούσε πάντα ψηλά σε κάθε του αναφορά. Ήταν ο Γρηγόρης Παπαδουράκης. Ο Γιώργος με τον Γρηγόρη συμπορεύτηκαν στην Αντίσταση. Αν και τόσο νέοι δεν υστερούσαν σε τόλμη και αποφασιστικότητα από τους μεγαλύτερους σε ηλικία συναγωνιστές τους.
Κάποτε οι Γερμανοί που είχαν αντιληφθεί τη δράση τους κατάφεραν να συλλάβουν τον Γρηγόρη. Ούτε λέξη δεν του πήραν οι Γερμανοί παρά τα φρικτά βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλαν.
Ο Γιώργος ποτέ δεν ξέχασε τη λεβέντικη στάση που έδειξε ο Γρηγόρης και η φιλία τους έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Τα χρόνια περνούσαν και αποχαιρετώντας την εφηβεία επιδίωξε την επαγγελματική του αποκατάσταση. Κατέληξε στο τμήμα Πρόνοιας, όπου και κατάφερε να προσφέρει σπουδαίο κοινωνικό έργο ως προϊστάμενος.
Είχε καθιερώσει σε όλες τις μεγάλες γιορτές, διάφορες εκδηλώσεις με απώτερο σκοπό να μοιράσει δώρα και να δώσει χαρά κυρίως στα παιδιά.
Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Ο Γιώργος Πετουσάκης συναντούσε καθημερινά την ανθρώπινη δυστυχία χωρίς να μπορεί σαν κράτος να προσφέρει το παραμικρό.
Κι επειδή ως λειτουργός, σ’ ένα ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας παρακολουθούσε αμήχανος κάθε περιστατικό, αφού δεν του διέθετε η υπηρεσία τη δυνατότητα να προσφέρει άμεση βοήθεια αναγκάστηκε να λειτουργήσει ως άνθρωπος με ιδέες και όραμα.
Κατάφερε να έρθει σε επαφή με οργανώσεις της ομογένειας και να αναπτύξει επαφές. Μέσα από αλληλογραφία προσπαθούσε να δώσει την εικόνα της απόλυτης ένδειας που ταλαιπωρούσε τους Ρεθεμνιώτες. Τι να προλάβει το Φιλόπτωχο και οι έρανοι των Γυναικείων Σωματείων;
Οι εκκλήσεις του ευαίσθητου Ρεθεμνιώτη έπιασαν τόπο. Ήταν και μια εποχή που οι απόδημοι ήταν περισσότερο ευαισθητοποιημένοι έχοντας περάσει οι περισσότεροι από αυτούς τα δεινά του πολέμου. Ας μην ξεχνάμε πόσο άργησε η αποκατάσταση των ορφανών του Κέντρους που στοιβαγμένα στη σχολή Ασωμάτων έτρωγαν όσπρια με τα ζωύφια να σχηματίζουν ένα δάκτυλο στρώμα από πάνω.
Κατάφερε λοιπόν να εξασφαλίσει στα παιδιά διάφορα επιδόματα από τους ομογενείς, δίνοντας βέβαια προτεραιότητα στις πιο δύσκολες περιπτώσεις.
Μεσολάβησε επίσης με μεγάλη αίσθηση ευθύνης για τη διευκόλυνση υιοθεσιών χαρίζοντας ευτυχία σε πολλά άτεκνα ζευγάρια, εξασφαλίζοντας ένα λαμπρό μέλλον για δεκάδες Ρεθεμνιωτόπουλα και προσφέροντας ανακούφιση σε πολύτεκνες οικογένειες που δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν υποφερτές συνθήκες διαβίωσης στα παιδιά τους.
Στο κάλεσμα της Περιηγητικής για το Καρναβάλι δεν θα μπορούσε να απουσιάσει. Κι έδωσε με τον επιστήθιο φίλο του Τάκη Αποστόλου τον καλύτερο εαυτό του.

Παλιοί Ρεθεμνιώτες τους θυμούνται διαρκώς «κρεμασμένους» να φτιάχνουν τις εντυπωσιακές γιρλάντες με απίστευτα πρόχειρα υλικά που τελικά ξεπερνούσαν και τα ακριβότερα σε καλαισθησία, ή να είναι σκυμμένοι στα συνεργεία και να δουλεύουν ακατάπαυστα για την ετοιμασία των αρμάτων.
Οι περιπέτειες που αντιμετώπισε καθώς έμενε ασυμβίβαστος στα ιδανικά του ήταν αμέτρητες με αποκορύφωμα την απόσπασή του στο Κιλκίς στην περίοδο της χούντας.
Από το Κιλκίς μετά από ενάμιση χρόνο περίπου ήρθε νέα μετάθεση για Λάρισα, όπου έμεινε περίπου πέντε χρόνια.
Όταν γύρισε ήταν ήδη ράκος από την ταλαιπωρία του αυτή αλλά πάντα αξιοπρεπής και απροσκύνητος.
Πέθανε το 1982 από τα προβλήματα της υγεία του που είχε αρκετά κλονιστεί, αλλά γεμάτος από τον ήλιο της αγάπης των συμπολιτών του, πλήρης από τη στοργή του παιδιού του και με ήσυχη τη συνείδηση πως στον κόσμο αυτό που βρέθηκε δεν σπατάλησε ούτε λεπτό προς όφελος δικό του.













