Ατρόμητοι αγωνιστές που αψήφησαν κάθε κατακτητή
Πόσο άδικη είναι η παροιμία «κακό χωριό τα λίγα σπίτια» έρχεται ο Βάτος να το βεβαιώσει Ένα χωριουλάκι που μόνο από τον Λευτέρη Κρυοβρυσανάκη έχει αναδειχθεί όπως του πρέπει καθώς άλλοι ερευνητές το παρουσιάζουν «μετόχι» του Αρδάκτου.
Ατρόμητοι οι κάτοικοι ούτε τον Ρεσίτι πασά υπολόγισαν που έκαψε το χωριό να τους τιμωρήσει στα 1867.
Άνθρωποι με ψυχή αλλά και με πάθος για τη μάθηση. Κάποιοι από αυτούς σημάδεψαν την πνευματική ζωή του τόπου μας όπως η Μαρία Παπαδάκη – Χουρδάκη που ίδρυσε το τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Και πόσα δεν οφείλουμε στον αδελφό της Μιχαήλ δικηγόρο που οι έρευνές του φώτισαν τόσες ιστορικές περιόδους.
Δεν ξέρεις από πού να βάλεις αρχή για να προβάλεις τους Βαθιανούς που γράψανε ιστορία.
Σύμφωνα με τον Λευτέρη Κρυοβρυσανάκη το 1821 μαζί με τον Μελχισεδέκ Τσουδερό πολέμησαν στα Σφακιά, όπου σκοτώθηκε ο Γιάννης Περογιαννάκις, ενώ το 1866-69 σκοτώθηκαν ο Γιώργης Φραγκεδάκις και ο Μιχάλης Αναλαμπιδάκις.
Το 1897 οι κάτοικοι πήραν μέρος σ’ αρκετές μάχες, ενώ έλαβαν μέρος και στην επανάσταση του Θερίσου το 1905.
Πήραν επίσης μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ το 1917 στη Μάχη της Δοϊράνης σκοτώθηκε ο Λευτέρης Μιχ. Παπαδάκις, αλλά και ο Γιώργης Γρηγοράκης καθώς άλλοι δυο από τις κακουχίες οι: Κ. Φραγκεδάκης και ο φοιτητής Γρηγόρης Μακριδάκης.
Στον Αλβανικό πόλεμο ο πρώτος κρητικός νεκρός ήταν ο Βαθιανός δημοσιογράφος Κωστής Παπαδάκης.
Ας βάλουμε όμως αρχή τιμώντας αυτούς τους ανθρώπους στον βωμό της μνήμης με τον Ιωάννη Αναλαμπιδάκη.
Γεννήθηκε το 1848 και υπηρέτησε ως εκατόνταρχος των επαναστατικών σωμάτων.

Διακρίθηκε για τη συμμετοχή και την προσφορά του στην Κρητική Επανάσταση του 1878.
Αποτελεί μία από τις εξέχουσες ιστορικές προσωπικότητες του Βάτου Αγίου Βασιλείου, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της που πολέμησαν ενάντια στον οθωμανικό ζυγό.
Εμμανουήλ Γκαλονομάκης (Χιλίαρχος) (ανώτερος στρατιωτικός βαθμός των άτακτων επαναστατικών σωμάτων).
Γεννήθηκε και έδρασε στον Βάτο.
Υπήρξε ο κεντρικός επικεφαλής των ενόπλων της περιοχής. Συντόνιζε τις επιθέσεις και τις άμυνες του χωριού, το οποίο λόγω του υψομέτρου του (620 μέτρα) χρησίμευε ως ορμητήριο.
Ανδρέας Πελεκανάκης (Εκατόνταρχος) (ομόβαθμος με τον Ιωάννη Αναλαμπιδάκη).
Είχε υπό την οδοιπορία και την ευθύνη του ένα σώμα περίπου 100 ανδρών (κυρίως συγχωριανών του). Συνεισέφερε ενεργά στις μάχες της επαρχίας Αγίου Βασιλείου για την ανακοπή της πορείας του οθωμανικού στρατού προς τα ενδότερα της Κρήτης.
Όλοι οι παραπάνω αγωνιστές, μαζί με τον Ιωάννη Αναλαμπιδάκη, έλαβαν μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1878, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη Σύμβαση της Χαλέπας μια ιστορική συμφωνία που παραχώρησε καθεστώς αυτονομίας στην Κρήτη εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπεγράφη στις 15 Οκτωβρίου 1878 στη συνοικία Χαλέπα των Χανίων (στο σπίτι του πολιτικού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) και έδωσε τέλος στην Κρητική Επανάσταση του 1878.
Τα σώματα των Αγιοβασιλιτών συμμετείχαν σε σκληρές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή του Ρεθύμνου.
Βασικός στόχος ήταν η προστασία των χριστιανικών πληθυσμών και η διεκδίκηση της αυτονομίας του νησιού.
Μανασής Παπαδάκης
Από τις θρυλικές μορφές του Βάτου ήταν ο Μανασής Παπαδάκης.
Είχε ταυτιστεί, με τις παραδόσεις του ιστορικού μοναστηριού Πρέβελη και δεν απουσίασε από κανένα προσκλητήριο της πατρίδας. Κι ας είχε αφοσιωθεί στον Θεό από τα 11 χρόνια του.
Γεννήθηκε στα 1860 στον Βάτο Αγίου Βασιλείου. Ήταν γιος του ιερέα Εμμανουήλ Παπαδάκη και της πρεσβυτέρας το γένος Περαντωνάκη.
Σύμφωνα με τον Χριστόφορο Σταυρουλάκη όλοι οι ιερείς του Βάτου σε μια συνέχεια 220 ετών από το 1700 και εντεύθεν ήταν από τη γενιά του Μανασσή. Αυτό βέβαια δεν τους εμπόδιζε να πιάνουν και τα άρματα, όποτε πρόσταζε το χρέος προς την πατρίδα.
Όπως ο παπά-Αντώνης Παπαδάκης που είχε λάβει ενεργά μέρος στην επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1770. Πολέμησε γενναία κι όταν έσβησε η επανάσταση με τον μαρτυρικό θάνατο του αρχηγού της, ο παπά-Αντώνης επέστρεψε στα καθήκοντά του. Άλλωστε οι Τούρκοι είχαν δώσει αμνηστία στους υπόλοιπους αγωνιστές. Φαίνεται όμως πως αυτή δεν ίσχυε για όλους. Για κείνους που είχαν προκαλέσει μεγάλη ζημιά στον εχθρό υπήρχε ανοικτός λογαριασμός. Κι αυτός που οι Τούρκοι είχαν ανοίξει με τον παπά-Αντώνη Παπαδάκη έμελε να κλείσει τον Μάη του 1775 με μαρτυρικό τρόπο.

Τον έσφαξαν μπροστά στο ποίμνιό του
Ήταν 8 του Μάη μέρα του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Κι ο παπά-Αντώνης πήγε να ιερουργήσει στο ιστορικό ξωκλήσι του Άη Γιάννη. Εκεί την ώρα της θείας ευχαριστίας μπήκαν οι Τούρκοι στην εκκλησία και τον έσφαξαν μπροστά στα μάτια του ποιμνίου του που παρακολουθούσε έντρομο τη σκηνή. Στη συνέχεια κατάσχεσαν την περιουσία του και την πούλησαν για λογαριασμό του Τουρκικού Δημοσίου.
Γιος του μάρτυρα παπά-Αντώνη ήταν ο παπά-Γιάννης, που τον διαδέχθηκε στην ενορία του Βάτου. Τα καθήκοντα από αυτόν στην συνέχεια πήρε ο γιος του παπά-Μιχάλης. Αυτόν διαδέχτηκε ο γιος του, παπά-Μανόλης πατέρας του Μανασσή.
Όλοι τους τίμησαν την ιεροσύνη τους και με το παραπάνω. Και ποτέ δεν υπερηφανεύτηκαν γι’ αυτό θεωρώντας πως ήταν το πρώτιστο καθήκον τους να μην ντροπιάσουν τη γενιά τους.
Εκτός όμως από τον πατέρα του Μανασή, και η μητέρα του είχε ρίζες από ιστορική οικογένεια. Θείος της ήταν ο περίφημος Αγαθάγγελος Παπαβασιλείου ηγούμενος (1864-1871) της Ιεράς Μονής Πρέβελη, ο τιμητικά επωνομαζόμενος «Γούμενος του 65» λόγω της συμμετοχής του στη μεγάλη επανάσταση του 1866. Η πατριωτική του δράση ήταν αφορμή για το κάψιμο της μονής δεύτερη φορά μετά την επανάσταση του 1821.
Αυτός, σύμφωνα με τον Λευτέρη Κρυοβρυσανάκη, σε ηλικία 19 ετών πήρε μέρος στις μάχες Καψαλέ-Ακουμίων το 1823, αλλά και στο διάστημα της ηγουμενίας και σε περιόδους επαναστάσεων έδειξε σπουδαίο πατριωτισμό. Σ’ αυτόν μάλιστα οφείλεται και η πρώτη εκκλησία των Τεσσάρων Νεομαρτύρων στον Αϊ Βασίλη.
Ήταν τότε, μας αναφέρει ο Μιχαήλ Μύρωνος Παπαδάκης, που οι κάτοικοι του ορεινού χωριού Ακτούντα, είναι ένα από τα ψηλότερα της Κρήτης, δεν είχαν εκκλησία να τους χωρεί. Κατάφυγαν στο Μοναστήρι και με τη μεσολάβηση του ονομαστού χωριανού τους Αγαθάγγελου πέτυχαν να καταβάλει τούτος τα έξοδα και εκείνοι την προσωπική εργασία να κτισθεί η Εκκλησία. Ύστερα από απαίτηση του Μοναστηριού στη Διμάρτυρη εκκλησία που θα χτιζόταν, το ένα κλίτος θα αφιερώνετο στον Ευαγγελισμό και το άλλο στους Τέσσερις Νεομάρτυρες των Μελάμπων.
Η εκκλησία κτίστηκε και είναι ένα πολύ εντυπωσιακό έργο για την εποχή του, στα 1877. Και σε όβγορη τοποθεσία τόσο που φαίνεται όλη η Επαρχία τ’ Αϊ Βασίλη και δυτικά τα βουνά ως τη Μαλάξα και Ανατολικά η έκτασις ως τα Αστερούσια όρη (Κόφινας) του Μονοφατσίου. Μόνο η παραλία δεν φαίνεται!
• Με αυτό το βαρύ ιστορικό παρελθόν μπήκε παιδάκι σχεδόν ο Μανασής στο μοναστήρι του Πρέβελη στα 1871. Αφού διδάχτηκε από τον θείο του τα πρώτα γράμματα και τη Θεία Ακολουθία εκάρει μοναχός το 1887. Αναφέρει σχετικά ο Χριστόφορος Σταυρουλάκης: «Πολλαπλή είναι η ευεργετική δράσις του Μανασσή προς την Μονή της Μετανίας του και προς την πατρίδα.
Έλαβε μέρος εις τας επαναστάσεις του 1878, 1889 διαπρέψας ως απλός αγωνιστής κατά δε την επανάσταση του 1896-97 επικεφαλής σώματος επαναστατών καταρτισθέντος και συντηρουμένου υπό της Μονής επί ηγουμενίας του φλογερού Νείλου Βολανάκη του Β.
Έλαβε μέρος διακριθείς κατά τας μάχας Σπηλίου, Ασωμάτου, Βρύσινα, Τσιλίβδικα και άλλες μικροσυμπλοκές κατά τους αγώνες εκείνους, πάντα γενναίος παράτολμος και ενθουσιώδης».
Από σχετικό ανέκδοτο ποίημα της εποχής αναφερόμενο σε συγκέντρωση επαναστατών στον Αη – Βασίλη, προ της επιθέσεως των Τούρκων που ‘καμαν στις 28 τ’ Απρίλη για να καταλάβουν τη γραμμή Μύρθιο – Σελλί, παραλαμβάνω τους εξής στίχους:
Κι έφταξε του Ροδακίνου παλ’ ο Δημητρακάκης
κι ο Χατζηδάκης Αρχηγός, κι ο Νίκος ο Βιστάκης
Χατζηγρηγόρης ο γιατρός, Μαμάλιος και Βαβούρης
και ο παπα Μαρουλιανός ήρως τση Κρήτης ούλης.
Ο Μαρινάκης Τσουδερός, με τσ’ Αγιοβασιλιώτες.
Του Πρέβελη ο Μανασσής με διαλεκτούς παιχνιώτες.
Έφταξαν κι οι Ξηρούχηδες με πλείσιους π’ου το Σπήλι
τ’ Άγιου Βασίλη τα χωριά μονομεργιούν ως χίλιοι.
Λευκογιανοί Κοξαριανοί Μετοχιανοί Κουμιώτες
κι ο Πετρομάρκος τση Γωνιάς με σταυραητούς Γωνιώτες
Σαραντατρείς Νιζάμιδες στη μάχη σκοτωθήκαν
κι εξήντα λαβωθήκανε κι αποσκευές αφήκαν.
Δεν τ’ολπιζ’ο Φουλ -Αγάς σε τέτοια μαλιά να λάχει
μα γλύτωσε στο ύστερο χωρίς ελπίδα να χει.
Ο Μανασής οπλαρχηγός
Ο Μανασής μετά τις τόσες ανδραγαθίες του δεν άργησε να ονομασθεί οπλαρχηγός. Από τους πρώτους ήταν που κατετάγη το 1912, στον Κρητικό Εθελοντικό Ηπειρωτικό αγώνα. Διέπρεψε κι εκεί πολεμώντας στα τρία Χάνια, στο Δρίσκο, στο Δεμάτι, στο Μέτσοβο, παρασημοφορηθείς μάλιστα για την μεγάλη του γενναιότητα και την απαράμιλλη τόλμη του.
Κι ήρθε η περίοδος της Μάχης της Κρήτης. Μετά την ηρωική αντίσταση του νησιού οι Γερμανοί διψώντας για εκδίκηση έφθασαν και στο Πρέβελη που είχε μεταβάλει σε Πύλη της Ελευθερίας ο Αγαθάγγελος Λαγκουβάρδος. Κι εκεί βρήκαν μονάχο τον Μανασή. Δεν ήθελε για τίποτα στον κόσμο να φύγει από το μοναστήρι του. Στάθηκε σύμβολο έτσι που και ο εχθρός να θαυμάσει το μεγαλείο αυτού του μοναχού.
Ο χρόνος τον σεβάστηκε. Κυλούσε πάνω του χωρίς να αφήνει ίχνη ντροπής. Ο Μανασής παρέμενε πάντα ακμαίος να προσφέρει τις σπουδαίες του υπηρεσίες στη Μονή. Ήξερε από μνήμης με κάθε λεπτομέρεια τη μακραίωνη ιστορία της από της ιδρύσεώς της, όπως γνώριζε με λεπτομέρειες όλα τα δεινοπαθήματα των επαναστάσεων της Κρήτης από του 1866 μέχρι των ημερών του.
Είχε όμως κι άλλες αρετές που τον άφησαν στην ιστορία του μοναχισμού ως λαμπρό πρότυπο. Ήταν ταπεινός, ελεήμων, καλοκάγαθος, αληθινός χριστιανός. Παροιμιώδης ήταν η φιλοξενία του και η αγαθοεργία του παρά το γεγονός ότι πάσχιζε με κάθε τρόπο να μη γίνονται γνωστές οι πράξεις του αυτές.
Κόντευε να φθάσει στον αιώνα της επίγειας ζωής του, όταν αρχές του Γενάρη του 1958 παρέδωσε την ηρωική ψυχή του στον Πλάστη του. Με τα γαλανά του μάτια έκλεισε και η τελευταία σελίδα του μεγάλου κεφαλαίου που είναι η Ιστορία της Μονής Πρέβελη.
Στη Μονή Πρέβελη για 87 χρόνια επιτελούσε μέγιστο πνευματικό και αγωνιστικό έργο ο Μανασής Παπαδάκις.
Επιφανείς λόγιοι τον νεκρολόγησαν στον τοπικό τύπο. Ανάμεσά τους και ο Χριστόφορος Σταυρουλάκης που σε δημοσίευμά του (ΒΗΜΑ 10 Ιανουαρίου 1958) με τίτλο «Στο θάνατο του Πρεβελιώτη Καπετάνιου» αναφέρει μεταξύ άλλων:
«Στο ιστορικό Μοναστήρι του Πρέβελη χτυπά σιγανά μια καμπάνα, που ο ήχος της αντιλαλεί στα γύρω βουνά σαν θλιβερό μοιρολόι.
Δεν είναι χτύπος γοργός και δυνατός συναγερμού των επαναστατών, δεν είναι χτύπος για συνάθροιση σε πανηγύρι πολέμου.
Δεν είναι χτύπος χαράς στη είσοδο των πολεμάρχων αρχηγών της Κρήτης, και την καμπάνα δεν χτυπούνε χέρια έξαλλα ενθουσιασμού στο πλησίασμα της λευτεριάς.
Οι χτύποι της μοιάζουν με κλάμα και δάκρυα νεκρικής πομπής. Περίλυποι ρασοφόροι κινούνται στην αυλή του Μοναστηριού και ο αδάμαστος ο ηρωικός Πρέβελης δεν μπορεί τώρα να κρύψει τον πόνο του. Προπέμπει ένα από τα εκελεκτώτερα τέκνα του ένα αιωνόβιο αγγονάρι του, ένα σεμνό και αληθινό αδελφό διακονίσαντα 87 ολόκληρα χρόνια το Μοναστήρι.
Κηδεύει ένα υπεράξιο στρατιώτη της πίστης και της πατρίδος, τον μοναχό οπλαρχηγό Μανασσή, θρυλικό απομεινάρι των ηρωικών εκείνων χρόνων που το ανυπόταχτο Μοναστήρι έγραφε ακόμη την ιστορία του, γεμάτη πίστη, γεμάτη δόξα και τιμή, μια ιστορία που τις τελευταίες λαμπροστόλιστες σελίδες της διεκόσμησε με την ηρωική δράση του ο κηδευόμενος νεκρός πολέμαρχος.
Τη θλίψη και τον πόνο του Πρέβελη συμμερίζεται ολόψυχα η επαρχία του Αγίου Βασιλείου και ολόκληρος ο νομός Ρεθύμνης για το χαμό του διαλεχτού καπετάνιου, που φεύγει από τον κόσμο αυτό πλήρης ημερών, αληθινά αγιασμένος από τη θυσία και την αγάπη…».
Μια εμβληματική μορφή της χωροφυλακής
Ένας Βαθιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αποκατάσταση της τάξης στο νησί σε χαλεπούς καιρούς που η ληστεία ήταν από τις μεγάλες μάστιγες που έπλητταν τον τόπο
Ήταν ο Γεώργιος Γρηγοράκης που διετέλεσε Γενικός Διοικητής Κρήτης.
Γεννήθηκε στον Βάτο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, Υπηρέτησε στο σώμα της Χωροφυλακής, φτάνοντας μέχρι τον βαθμό του Υποστρατήγου.
Ανέλαβε τη θέση του Γενικού Διοικητή Κρήτης, έναν θεσμό που αποτελούσε την ανώτατη διοικητική και πολιτική αρχή του νησιού κατά τον 20ό αιώνα.
Αυτό που σημάδεψε την πορεία του ήταν η ιστορική του δράση που συνδέεται άρρηκτα με τη στρατιωτική του εξέλιξη στο σώμα της Χωροφυλακής και την πολιτική του ανέλιξη στη διοίκηση της Κρήτης.
Ως αξιωματικός της Χωροφυλακής, η θητεία του συνέπεσε με τις μεγάλες αναταραχές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα στην Ελλάδα (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μικρασιατική Εκστρατεία ή Μεσοπόλεμος).
Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου Χωροφυλακής, γεγονός που αποδεικνύει μακρά, ευδόκιμη υπηρεσία και ανάληψη ανώτατων διοικητικών ευθυνών σε κρίσιμες περιφέρειες της χώρας.
Ο διορισμός του στη θέση του Γενικού Διοικητή Κρήτης σήμαινε ότι είχε στα χέρια του την πλήρη πολιτική, διοικητική και εκτελεστική εξουσία ολόκληρου του νησιού, με έδρα τα Χανιά.
Να σημειώσουμε για τους νεότερους αναγνώστες μας ότι η θητεία των Γενικών Διοικητών κατά τον Μεσοπόλεμο ή την πρώιμη μεταπολεμική περίοδο είχε ως κύριο στόχο τη διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας, την επίλυση τοπικών εστιών έντασης και το έργο της υποδομής και ανοικοδόμησης του νησιού.
Η δράση του υποστρατήγου Γεωργίου Γρηγοράκη στον τομέα των ληστειών επικεντρώθηκε στην πάταξη της ορεινής ληστείας και της ζωοκλοπής στην Κρήτη, καθώς και στην εμπέδωση του αισθήματος ασφαλείας στην ύπαιθρο. Κατά τον 20ό αιώνα, η ληστεία αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά και αστυνομικά προβλήματα της ελληνικής περιφέρειας.
Η συνεισφορά του στον συγκεκριμένο τομέα οργανώθηκε γύρω από τους εξής άξονες:
Συγκρότηση Μεταβατικών Αποσπασμάτων: Ως ανώτερος αξιωματικός και μετέπειτα Υποστράτηγος της Ελληνικής Χωροφυλακής, σχεδίασε και καθοδήγησε ένοπλα αποσπάσματα καταδίωξης στα ορεινά των νομών Ρεθύμνου, Χανίων και Ηρακλείου, όπου κατέφευγαν οι ληστρικές ομάδες.
Εφάρμοσε στρατηγικές αποκλεισμού των ορεινών περασμάτων (κυρίως στον Ψηλορείτη και τα Λευκά Όρη) με σκοπό την αποκοπή των ληστών από τις πηγές τροφοδοσίας τους.
Στην Κρήτη, η ληστεία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη ζωοκλοπή και τις οικογενειακές βεντέτες. Ο Γρηγοράκης χρησιμοποίησε τη βαθιά γνώση του για την τοπική κοινωνία (λόγω της καταγωγής του για να αφοπλίσει ληστρικούς πυρήνες χωρίς να προκαλέσει νέους κύκλους αίματος.
Ενίσχυσε τους τοπικούς σταθμούς Χωροφυλακής, δίνοντας έμφαση στην προστασία των περιουσιών των αγροτών και των κτηνοτρόφων που αποτελούσαν τα μόνιμα θύματα των ληστών.
Από τη θέση του Γενικού Διοικητή Κρήτης, είχε τη δυνατότητα να εκδίδει ειδικές αστυνομικές διατάξεις και να επικηρύσσει διαβόητους φυγόδικους και ληστές.
Επέβαλε αυστηρά μέτρα εγγυοδοσίας σε συγγενείς των ληστών, μια μέθοδος της εποχής που ανάγκαζε τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες να πιέσουν τους παρανόμους να παραδοθούν στις αρχές
Το αφιέρωμά μας στον Βάτο συνεχίζεται.








